Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Πέμπτη, 3 Φεβρουαρίου 2011

Να 'ναι το παραμύθι μας... (συνέχεια)

Η παρούσα ανάρτηση περιλαμβάνει τα γραπτά των μαθητών και μαθητριών του τμήματος Α2 του Γυμνασίου Παραδεισίου και αποτελεί συνέχεια και συμπλήρωμα των κειμένων των παιδιών του Α1.

Επειδή δε θέλω να κατηγορηθώ, όμως, για διακρίσεις, για εδώ διαλέγω ως πρόλογο και προπομπό αυτό το κομμάτι του Μίλτου Πασχαλίδη 

Να τονίσω, βέβαια, πως ουδεμία σχέση φέρουν οι στίχοι με την πραγματικότητα [κοινώς, είναι παραμύθι ;) ], αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι οι δημιουργίες των παιδιών έχουν πολλές οκάδες από φαντασία και μεράκι...


ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ



Η ΤΥΧΗ ΕΝΟΣ ΨΑΡΑ, Μάριος Φ.
Μια φορά κι έναν καιρό στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπήρχε ένας βασιλιάς που τα ήθελε όλα έτοιμα. Μια μέρα ζήτησε από όλον τον λαό του να του φέρουν το πιο λαμπερό και αστραφτερό διαμάντι στον κόσμο. Η ανταμοιβή γι’ αυτόν που θα έβρισκε το διαμάντι θα ήταν ένα πολύ μεγάλο χρηματικό ποσό. Τότε όλοι οι άνθρωποι άρχισαν να σκάβουν για να βρουν την πολύτιμη αυτήν πέτρα.
Όταν έφτασαν τα νέα αυτά στο αυτί του Ανδρέα, ενός 25χρονου νεαρού ψαρά που ήταν πολύ φτωχός, ένιωσε πολύ χαρούμενος. Μεμιάς, άφησε ό,τι δουλειά είχε να κάνει και έτρεξε να ζητήσει βοήθεια από την Ζήνα που ήταν μάγισσα και ήξερε τα πάντα. Όταν ο Ανδρέας είπε στη μάγισσα για τη διαταγή του βασιλιά, εκείνη τον ρωτάει με ένα πονηρό βλέμμα:
-          Για πες μου, Ανδρέα, έχεις κανέναν ιδιαίτερο σκοπό που με τόση λαχτάρα θέλεις να βρεις αυτό το διαμάντι ή το κάνεις μόνο για τα χρήματα;
Τότε ο Ανδρέας της λέει ότι αγαπούσε την κόρη του βασιλιά και ήθελε να κερδίσει την εύνοιά του. Για κακή, όμως, τύχη του Ανδρέα, καθώς η μάγισσα του μιλούσε για το διαμάντι, ένας πολύ κακός άντρας τους κρυφάκουγε. Έπειτα, ο Ανδρέας ευχαριστεί τη μάγισσα και πηγαίνει στο σπίτι του για να κοιμηθεί.
Την επόμενη μέρα, το νεαρό αγόρι τρέχει ενθουσιασμένο στο μέρος που του είχε πει να πάει η μάγισσα. Εκεί βρήκε ένα σεντούκι – όταν, όμως, το άνοιξε, το διαμάντι έλειπε. Ο Ανδρέας είχε απογοητευτεί τρομερά. Από την άλλη, ο άντρας που είχε κρυφακούσει τον Ανδρέα, είχε βρει το διαμάντι πριν από αυτόν και έτρεχε προς το παλάτι του βασιλιά. Ξαφνικά, ο άντρας πατάει πάνω σε μια πέτρα και το σακουλάκι όπου εκείνος είχε φυλάξει το διαμάντι χάθηκε στη θάλασσα.
Ύστερα από περίπου μία εβδομάδα, ο βασιλιάς έδωσε τελευταία προθεσμία. Ο Ανδρέας έκανε μια καθημερινή ζωή όπως πάντα. Μια μέρα, καθώς μαγείρευε, βρήκε το διαμάντι στην κοιλιά ενός ψαριού. Ο Ανδρέας κατενθουσιασμένος τρέχει στο παλάτι του βασιλιά για να του παραδώσει το διαμάντι. Εκείνος ένιωσε πολύ χαρούμενος γιατί κρατούσε στα χέρια του το πιο αστραφτερό διαμάντι στον κόσμο. Όταν έφτασε η ώρα για να δώσει ο βασιλιάς την ανταμοιβή στον Ανδρέα, εκείνος του είπε αγχωμένος:
-          Βασιλιά μου, εγώ από σένα δεν θέλω χρήματα, παρά μόνο το χέρι της κόρης σου, αφού εγώ κι η κόρη σου αγαπιόμαστε.
Ο βασιλιάς δέχτηκε το αίτημα του Ανδρέα και εκείνος παντρεύτηκε με την πριγκίπισσα και έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Ο ΜΑΓΙΚΟΣ ΚΑΡΠΟΣ, Μαριέττα Χ.
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε ένα μακρινό χωριό μια πολύ φτωχή οικογένεια που καλλιεργούσε σπόρους σ’ ένα χωράφι. Τα προϊόντα τα πουλούσαν στην αγορά, όμως τα χρήματα δεν έφταναν για να μείνουν σ’ ένα σπίτι. Καθημερινά, δούλευαν πολύ σκληρά κι όποιον άνθρωπο έβλεπαν και ήθελε βοήθεια, τον βοηθούσαν όσο μπορούσαν.
Ένας περαστικός τους είδε ότι δούλευαν πολύ κι ότι ήταν καλοί άνθρωποι, οπότε σκέφτηκε να τους βοηθήσει. Τους πλησίασε και τους είπε ότι έχει μια μαγική νεραϊδόσκονη που του την έδωσε μια όμορφη και καλή νεράιδα. Όπου έπεφτε αυτή η νεραϊδόσκονη, άνθιζαν διάφοροι νόστιμοι και γλυκοί καρποί. Η οικογένεια το σκεφτόταν όλη τη μέρα, γιατί δεν ήξεραν αν ήταν ψεύτης, αλλά είχαν κουραστεί τόσο πολύ για να βγάλουν το μεροκάματο που στο τέλος συμφώνησαν να πάρουν τη νεραϊδόσκονη.
Την επόμενη μέρα που τον συνάντησαν, πήραν την νεραϊδόσκονη και άκουσαν καλά τις οδηγίες που ήταν πολύ σημαντικές, γιατί, αλλιώς, οι καρποί θα γίνονταν πικροί, μαζί και οι καρδιές των κατοίκων. Οι οδηγίες, λοιπόν, ήταν» «Μόλις ρίξετε την νεραϊδόσκονη, ρίχνετε πολύ νερό και λίγο από τον κανονικό σπόρο. Όταν ανθίσει, κάθε δύο μέρες καλό πότισμα, με μικρή πίεση το νερό για να μη φύγουν οι σπόροι κι η νεραϊδόσκονη. Μέχρι τότε, δε χρειάζεται καθόλου πότισμα. Επίσης, όταν φτάσει το φυτό περίπου το ένα μέτρο, κόβετε μόνο τους καρπούς. ΠΡΟΣΟΧΗ! Δεν πρέπει να δοκιμάσετε, γιατί μπορεί να πάθετε κάτι σοβαρό! Ό,τι με θέλετε, θα με βρείτε κάθε μεσημέρι εδώ.».
Η οικογένεια άκουσε τις συμβουλές του κατά γράμμα. Μετά από τρεις μήνες, έφτασαν τα φυτά στο ύψος που έπρεπε και μάζεψαν τους καρπούς. Όμως, το μικρότερο παιδί της οικογένειας μπήκε στον πειρασμό το βράδυ να φάει κρυφά έναν καρπό. Εκτός του ότι οι άλλοι καρποί πίκρισαν, αυτό το παιδί έχασε τη μιλιά του. Όταν το κατάλαβαν το άλλο πρωινό οι γονείς τι είχε συμβεί, έτρεξαν απευθείας να βρουν τον περαστικό. Του είπαν τι συνέβη και εκείνος είπε: «Τώρα, θα πρέπει να πιει το μιλητό νερό το οποίο βρίσκεται μέσα σ’ έναν από αυτούς τους καρπούς (δηλαδή, αυτούς που καλλιέργησαν την τελευταία φορά). Όμως, έχετε μόνο τρεις ευκαιρίες – αλλιώς, θα μείνει για πάντα έτσι και το παιδί και οι καρποί.».
Όλη η οικογένεια σκεφτόταν πώς θα γινόταν να είναι μόνο ένας ο καρπός ο καλός. Το παιδί σκέφτηκε ότι έπρεπε να είχε πίστη για να τον βρει. Δοκίμασε έναν έχοντας πολλή πίστη σ’ αυτόν. Άρχισε εκείνη τη στιγμή να λέει συνεχώς τη συλλαβή «ελ». Η οικογένεια τότε χάρηκε πολύ. Ύστερα, σκέφτηκαν ότι πρέπει να έχει αγάπη γι’ αυτό που κάνει. Έτσι, όλη την ημέρα δούλευε με αγάπη και πίστη για τη δουλειά και δοκίμασε το βράδυ κι άλλον ένα. Τότε, έλεγε συνέχεια «ελπι». Τέλος, όλοι μαζί σκέφτηκαν ότι έπρεπε να συνεργάζονται με όλους. Οπότε, δούλεψαν την επόμενη μέρα με συνεργασία, αγάπη και πίστη. Έτσι, δοκίμασε και ακόμα έναν καρπό και είπε πρώτα τη λέξη «ελπίδα» και ύστερα: «Η ελπίδα πεθαίνει τελευταία.». Τότε, όλοι μαζί αγκαλιάστηκαν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι και από τότε η ελπίδα δεν έφυγε από τις καρδιές όλων εκείνων των κατοίκων.
Κι έτσι, αυτή η οικογένεια πουλώντας καθημερινά από πολλούς καρπούς, κατάφεραν να κατοικήσουν σ’ ένα ασφαλές σπίτι.

ΝΥΜΦΕΣ ΚΑΙ ΔΑΙΜΟΝΕΣ, Αργυρώ Ν.
Μια φορά και έναν καιρό κάπου βαθιά μέσα στο μαγεμένο δάσος σε μια απόκρημνη λίμνη, υπήρχαν κάτι μικροσκοπικά πλασματάκια που τα έλεγαν «Νύμφες».
Οι Νύμφες ζούσαν στον βυθό της λίμνης του δάσους. Εκεί είχαν μια παραμυθένια ζωή. Κατοικούσαν μέσα σε μικρά σπιτάκια. Τα έφτιαχναν από άμμο, κοχύλια και μικρές, χρωματιστές πετρούλες. Κάθε πρωί έβγαιναν από τη λίμνη και έψαχναν για τροφή στο δάσος. Κυρίως, σποράκια και καρπούς. Για φαγητό έβγαιναν μόνο τη μέρα. Την νύχτα, το δάσος αγρίευε. Ακούγονταν τρομαχτικοί ήχοι που κανένας δεν ήξερε τι ήταν. Το δάσος έχανε τον γλυκό του ήχο. Τα ζώα κρύβονταν στις φωλιές τους, όπου θα ήταν ασφαλή, για να προστατευτούν από τους δαίμονες. Αυτοί ήταν λευκοί σαν το γάλα με τεράστια κοφτερά δόντια. Κοιμόνταν ανάποδα σε σπηλιές τη μέρα, σαν τις νυχτερίδες. Όταν έβρισκαν κάποιον έξω την νύχτα, τον φυλάκιζαν και τον έπαιρναν στον αρχηγό τους, βαθιά μέσα στη γη. Εκείνος θα έκρινε αν θα τον σκότωναν ή θα τον άφηναν να ζήσει ρίχνοντας ένα τεράστιο ζάρι το οποίο είχε δύο μόνο εικόνες. Οι υπόλοιπες πλευρές ήταν κενές. Αν τύχαινε αστέρι, τον άφηνε να ζήσει, αν τύχαινε η σταγόνα με το αίμα, τον σκότωναν. Αν, όμως, τύχαινε κενή πλευρά, τον φυλάκιζαν και τον τυραννούσαν για την υπόλοιπη ζωή του.
Ο αρχηγός των Νυμφών ήταν ο Μαχητής. Αυτός είχε μια όμορφη κόρη, τη Φλάτε. Της Φλάτε της άρεσε η περιπέτεια. Πάντα ήθελε να μάθει τι υπήρχε στον υπόλοιπο κόσμο.
Μια μέρα, η καλύτερή της φίλη, η Νταίζη, βρέθηκε νεκρή με πολλές δαγκωματιές πάνω της. Όλοι κατάλαβαν ότι την είχαν δαγκώσει δαίμονες, αφού το προηγούμενο βράδυ είχε περάσει τα όρια της λίμνης.
Η Φλάτε στενοχωρήθηκε πολύ για τη φίλη της και πενθούσε για έναν μήνα. Ώσπου αποφάσισε να μη μείνει με σταυρωμένα χέρια. Την νύχτα, έφυγε από το παλάτι της κρυφά, για να εκδικηθεί τους δαίμονες που σκότωσαν τη φίλη της. Βγήκε από τη λίμνη και άρχισε να περπατάει στο δάσος. Ήταν πολλή ησυχία. Ξαφνικά, πίσω από ένα δέντρο, πετάχτηκαν δύο δαίμονες. Η Φλάτε τα ‘χασε. Δεν τους περίμενε τόσο τρομαχτικούς. Δεν τα παράτησε, όμως. Πήρε ένα κλαδάκι που για εκείνη ήταν πολύ βαρύ και άρχισε να τους χτυπάει. Εκείνοι, βέβαια, δεν έπαθαν τίποτα και άρχισαν να γελούν. Μετά, την έβαλαν σε ένα βάζο και την πήγαν στον αρχηγό τους.
Εκείνος μόλις την είδε μέσα στο γυάλινο βάζο, χάρηκε πάρα πολύ, αφού χρόνια προσπαθούσε να την πιάσει. Έτσι, αποφάσισε να μη ρίξει το ζάρι. Πήρε το γυάλινο βάζο και το ακούμπησε στο τραπέζι. Μετά, είπε στους δαίμονες που έπιασαν τη Φλάτε ότι για να τους ευχαριστήσει που επιτέλους την αιχμαλώτισαν, θα κάνει μια γιορτή. Κάλεσε όλους τους δαίμονες που είχε. Τη γιορτή την έκανε στην αίθουσα εκδηλώσεων στο παλάτι του.
Καθώς γινόταν η γιορτή, η Φλάτε ήταν μόνη της στο δωμάτιο και σκεφτόταν έναν τρόπο να φύγει. Έσπρωξε το βάζο που ήταν μέσα, μέχρι την άκρη του τραπεζιού. Έριξε το βάζο κάτω και έσπασε. Πέρασε κάτω από μια χαραμάδα στην πόρτα, βγήκε χωρίς να την πάρουν είδηση από το παλάτι και γύρισε σπίτι της το ίδιο βράδυ. Έτσι, δεν το έμαθε ποτέ κανείς και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


Ο ΔΙΑΒΟΛΟΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΜΠΟΥΚΑΛΙ, Πόπη Μ.
Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια πολύ μακρινή χώρα, υπήρχε ένα νησάκι το οποίο λεγόταν Παραδεισονήσι. Εκεί ζούσαν δύο κορίτσια τα οποία λέγονταν Μαρία και Κατερίνα. Ήταν αχώριστες και χρόνια κολλητές, γιατί ήταν μαζί από μωρά.
Κάποια μέρα, καθώς έπαιζαν ανέμελα σε ένα λιβάδι, η Κατερίνα έπεσε και χτύπησε στο πόδι της. Η Μαρία έτρεξε δίπλα της για να την δει που χτύπησε. Και τι να δουν και οι δύο! Σηκώνονται και οι δύο και γουρλώνουν τα μάτια τους. Είδαν ένα καταπράσινο στρογγυλό μπουκάλι με ένα μικρό πλασματάκι μέσα. «Ανοίξτε μου!» φώναζε το πλάσμα. Τα δυο κορίτσια μπήκαν σε μεγάλο δίλημμα. Να ανοίξουν ή όχι; Τελικά το άνοιξαν. Το πλασματάκι πετάχτηκε μεμιάς έξω και είπε: «Αχ! Επιτέλους ελευθερία! Τόσα χρόνια πια σ’ αυτό το κλουβί! Παραπάει πια!».
Επειδή σιγά-σιγά η νύχτα απλωνόταν όλο και περισσότερο, τα κορίτσια επέστρεφαν σπίτι τους. Έμεναν δίπλα. Το πνεύμα κρύφτηκε στην τσέπη της Κατερίνας και πήγε στο σπίτι της. Όταν έβαζε τις πιτζάμες της, βγήκε από την τσέπη και της είπε πως την επόμενη μέρα θα συμβεί κάτι πολύ κακό. Η Κατερίνα δεν τον πίστεψε. Έλεγε από μέσα της ότι του σάλεψε. Το βράδυ, όταν έπεσε να κοιμηθεί η Κατερίνα, το πλάσμα άρχιζε να ουρλιάζει. Η Κατερίνα ξύπνησε και του λέει:
-          Ααα‼ Ακόμα εδώ είσαι; Δε σου είπα να φύγεις;
-          Δε θέλω να φύγω!
-          Εξαφανίσου τώρα, αυτήν τη στιγμή! Θες να σε δουν οι γονείς μου και να τρέχουμε στα νοσοκομεία;
-          Θέλω κάτι να σου πω.
-          Τι θες, ρε παιδάκι μου; είπε θυμωμένη η Κατερίνα.
-          Η Μαρία σε κοροϊδεύει… είπε το πλάσμα.
-          Αποκλείεται! είπε η Κατερίνα.
-          Κι όμως! Θα δεις αύριο!
-          Οκ, είπε η Κατερίνα, και κοιμήθηκε.
Την επόμενη μέρα, η Κατερίνα μετέφερε αυτά που της είπε το πλασματάκι στη Μαρία και τσακώθηκαν. Τότε, το λιβάδι μαράθηκε και τα φύλλα των δέντρων έπεσαν απ’ τα κλαδιά.
Η Κατερίνα ξαφνικά σκέφτηκε κάτι: να παγιδεύσουν το πλάσμα και να το κλείσουν στο μπουκάλι. Την άλλη μέρα, το είπε στη Μαρία και η Μαρία συμφώνησε. Πήραν το μπουκάλι που είχαν βρει το πνεύμα και το έκλεισαν μέσα. Το πλάσμα ούρλιαζε αλλά τα κορίτσια δεν το άκουγαν.
Κι έτσι, άρχισαν πάλι να παίζουν χαρούμενα. Μακάρι να ήμασταν κι εμείς έτσι!


ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ



Η ΡΑΓΙΣΜΕΝΗ ΚΑΡΔΙΑ, Δέσποινα Π.
Ο Αλέξανδρος, ένας εκατομμυριούχος επιχειρηματίας, ζούσε σε ένα διώροφο σπίτι στο κέντρο του Λονδίνου. Ήταν φημισμένος για την κακία, τη τσιγκουνιά και την κατσουφιά του. Κανείς δεν τον πλησίαζε ούτε του μιλούσε. Συνήθως, καθόταν μόνος στο γραφείο του, αμίλητος, με ένα φλιτζάνι ζεστό καφέ στο χέρι.
Πριν από δέκα χρόνια, ήταν ένας καλοκάγαθος άντρας με μια καλή κουβέντα πάντα στο στόμα. Κανείς δεν ήξερε πώς κατέληξε έτσι – μερικοί λένε επειδή έχασε ένα εκατομμύριο στο χρηματιστήριο, άλλοι πάλι λένε γιατί δεν απέκτησε ποτέ την έπαυλη δίπλα στη θάλασσα που πάντα ήθελε – μα κανένα από αυτά δεν πλησίαζε έστω και τόσο την αλήθεια. Ήταν βαθιά πληγωμένος στην καρδιά! Είχε χάσει την οικογένειά του σε ένα φριχτό αεροπορικό δυστύχημα, καθώς η γυναίκα του και τα δυο του παιδιά κατευθύνονταν στο Παρίσι. Εκεί θα συναντούσαν τον Αλέξανδρο που ήταν ήδη στο Παρίσι για επαγγελματικούς λόγους έτσι ώστε να περάσουν μαζί τις ημέρες των Χριστουγέννων.
Το αεροπλάνο ξεκίνησε, στη μέση της διαδρομής ακούστηκε η τρομαγμένη φωνή του πιλότου να δηλώνει πως το αεροπλάνο εμφάνισε ένα μηχανικό πρόβλημα και πρόκειται να πραγματοποιήσουν αναγκαστική προσγείωση. Δυστυχώς για όλους, το μηχανικό πρόβλημα προκάλεσε φωτιά που ο πιλότος δε μπορούσε να ελέγξει με αποτέλεσμα να καταστραφεί πριν προλάβει να προσγειωθεί.
Ο Αλέξανδρος περίμενε με ανυπομονησία την οικογένειά του να φτάσει, όταν άκουσε από την ανοιχτή τηλεόραση του ξενοδοχείου του πως μεγάλη αεροπορική εταιρεία, γνωστή για την αξιοπιστία και την ασφάλειά της παρουσίασε μηχανικό πρόβλημα εξαιτίας του οποίου χάθηκαν δεκάδες άνθρωποι, ανάμεσά τους και η οικογένειά του. Μόλις το άκουσε αυτό αναφώνησε με πόνο και με δάκρυα στα μάτια. Ήθελε αμέσως να κάνει κάτι για να εκδικηθεί για την κάλπικη αξιοπιστία αυτής της εταιρείας, μα δεν ήξερε πώς. Ήταν αποφασισμένος να αποδείξει το δίκιο του και να δικαιώσει όλες τις οικογένειες των επιβατών του αεροπλάνου, μαζί και εκείνον. Προσέλαβε τους καλύτερους δικηγόρους και, τελικά, κέρδισε τη μάχη στο δικαστήριο: η εταιρεία έκλεισε. Όσο κι αν χάρηκε που έκλεισε, είχε ακόμα το μεγάλο κενό της οικογένειάς του, που δε μπορούσε να γεμίσει όσο κι αν προσπαθούσε. Έτσι, αποφάσισε να ασχοληθεί με κάτι άλλο ώστε να ξεχαστεί και να μην πονάει πια. Απορροφήθηκε στη δουλειά του κι έγινε ακόμη πιο δυνατός, ακόμη πιο σπουδαίος απ’ ό,τι ήταν - μα η συμπεριφορά του άλλαξε πολύ αλλά δεν μπορούσε να το συνειδητοποιήσει. Σταδιακά, μεταμορφώθηκε σε έναν τσιγκούνη, κακό και κατσούφη άντρα που κανένας δεν ήθελε να είναι κοντά του. Ήταν βυθισμένος στα δικά του πράγματα και δεν τον ένοιαζε τίποτε άλλο.
Ένα βράδυ, Παραμονή Χριστουγέννων, ο Αλέξανδρος, καθώς η επιχείρησή του έκλεισε για τις γιορτές, βγήκε για μια βόλτα στις χριστουγεννιάτικες αγορές. Εκεί συνάντησε ένα μικρό, φτωχό αγόρι να τριγυρνάει στους χιονισμένους δρόμους της αγοράς. Ο Αλέξανδρος το κοιτούσε θαμπωμένος από την ομοιότητα που είχε με το μικρό του γιο. Το μικρό παιδί τον πλησίασε λέγοντάς του: «Εσύ πρέπει να είσαι ο Αλέξανδρος. Όλοι για σένα μιλάνε.». Εκείνος του απάντησε πολύ απότομα: «Ναι, εγώ είμαι. Τι θέλεις από μένα;». Φοβισμένο το αγόρι του είπε: «Τίποτα… Απλώς, δεν σε βλέπω και πολύ συχνά εδώ.». «Ναι, έχεις δίκιο». «Μερικοί λένε πως είσαι κακός αλλά εγώ νομίζω πως δεν είναι αλήθεια.». Ο Αλέξανδρος μετά από αυτή την κουβέντα του μικρού παιδιού έπεσε σε βαθιά σκέψη, ήθελε να αλλάξει αυτή η εικόνα που είχε ο κόσμος για αυτόν – ίσως, και να ήταν η αλήθεια.
Την επόμενη μέρα, ο Αλέξανδρος έκανε πολλές δωρεές και μοίρασε δώρα σε όλα τα φτωχά παιδιά, έκανε και άλλα όμορφα πράγματα τα οποία έκαναν τη φήμη του σιγά-σιγά να εξαφανιστεί. Όμως, δεν μπορούσε να ξεχάσει το μικρό φτωχό αγόρι που τον βοήθησε να ξαναγίνει καλός. Τον βρήκε στην αγορά όπου τριγύριζε έξω από τις βιτρίνες. Αυτό το αγόρι του θύμιζε πόσο καλά περνούσε με την οικογένειά του, τον ήθελε πάντα κοντά του και να τον βλέπει μπροστά του κάθε πρωί που θα ξυπνά – έτσι, τον υιοθέτησε και ζήσαν ευτυχισμένοι.



Η ΕΓΩΙΣΤΡΙΑ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑ, Κυριακή Μ.
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό κάστρο, ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα έφεραν στον κόσμο δύο πανέμορφες κόρες: τη Βικτώρια και την Ελίζαμπεθ.
Η Βικτώρια ήταν αυταρχική, εγωκεντρική και φιλόδοξη. Επίσης, ήταν έξυπνη και όλοι τη θαύμαζαν. Ενώ, η Ελίζαμπεθ ήταν απλή και δεν την ένοιαζε ο εαυτός της˙ νοιαζόταν μόνο για τον λαό της. Συνήθως, η Βικτώρια μάλωνε με την αδερφή της γι’ αυτόν τον λόγο.
Κάποτε, ξέσπασε πόλεμος εναντίον του βασιλείου κι ο βασιλιάς πήγε να πολεμήσει με τους στρατιώτες του. Πριν αποχωρήσει από το κάστρο του, αποχαιρέτησε τη γυναίκα του και τις δύο ακριβές κόρες του. Μετά από έναν χρόνο, ο πόλεμος τελείωσε και ο αγγελιαφόρος πήγε να ανακοινώσει τα νέα στη βασίλισσα και στις κόρες της. Τα χαρμόσυνα νέα ήταν ότι νίκησαν και τα δυσάρεστα ήταν ότι ο βασιλιάς σκοτώθηκε στη μάχη. Η βασίλισσα μόλις το άκουσε, άρχισε να θρηνεί για τον άντρα της.
Όμως, έπρεπε να παντρευτεί ή να παντρέψει τη μεγάλη της κόρη για να έχει έναν βασιλιά το κράτος τους. Εκείνη, βέβαια, δεν ήθελε να παντρευτεί άλλον μετά από τον χαμό του άντρα της. Άρα, έπρεπε να παντρευτεί η Βικτώρια έναν πρίγκιπα.
Η Βικτώρια, μόλις το άκουσε, είπε ότι δεν επρόκειτο ποτέ να παντρευτεί. Η μητέρα της δεν την άκουσε κι έστειλε τον αγγελιαφόρο της να μαζέψει όσους πρίγκιπες μπορούσε. Μετά από μια εβδομάδα, έφτασαν οι πρίγκιπες στο παλάτι και εγκαταστάθηκαν εκεί. Η μητέρα της, κάθε μέρα που περνούσε, έφερνε από έναν πρίγκιπα και τον παρουσίαζε με όλα του τα προτερήματα. Εκείνη, όμως, τους έδιωχνε και κλειδωνόταν στο δωμάτιό της.
Μια μέρα, η Βικτώρια ήταν αποφασισμένη να διώξει τους πρίγκιπες από το παλάτι. Κατέβηκε στην τραπεζαρία και είδε τους «μνηστήρες» της να τρώνε, να πίνουν και να γλεντάνε με την ψυχή τους. Αμέσως, πήρε ένα σοβαρό ύφος και τους είπε ότι δεν πρόκειται να παντρευτεί κανέναν από αυτούς. Οι πρίγκιπες έμειναν άφωνοι. Ένας πρίγκιπας πετάχτηκε και ρώτησε ποιος ήταν ο εκλεκτός. Εκείνη απάντησε ότι είναι κάποιος από ένα άλλο βασίλειο. Πριν επιστρέψει στο δωμάτιό της, τους είπε ότι έχουν διορία έως την επόμενη μέρα να φύγουν. Όλοι έφυγαν εκτός από τον πρίγκιπα που της μίλησε πριν.
Εκείνος τη βρήκε και της είπε ότι λέει ψέματα. Η Βικτώρια του είπε να φύγει αμέσως, αλλιώς, θα τον έδιωχναν οι φρουροί της. Όμως, αυτός την είχε ερωτευτεί και ήθελε να την παντρευτεί και έτσι, μίλησε στη μητέρα της. Η μητέρα της και ο πρίγκιπας πήγαν έξω από το δωμάτιό της για να της μιλήσουν. Εκείνη τους απάντησε ότι ντύνεται και θα τους συναντούσε στην τραπεζαρία.
Μόλις αυτοί πήγαν στην τραπεζαρία, εκείνη πήγε κρυφά στο δωμάτιο των δούλων και έκλεψε τα ρούχα μιας φτωχής υπηρέτριας. Ντύθηκε έτσι, το έσκασε από το παλάτι και πήγε στο χωριό.. Περιπλανιόταν σαν χαμένη στο χωριό και έφτασε σε ένα σπίτι. Εκεί έμενε ένας μυλωνάς με τους γονείς του. Συστήθηκε ως φτωχή κοπέλα και την φιλοξένησαν για λίγες μέρες. Αλλά εκείνη ερωτεύτηκε τον μικρό γιο του μυλωνά που ήταν σχεδόν στην ηλικία της.
Μια μέρα πριν φύγει, της είπε ότι την αγαπούσε. Τότε, του είπε ότι τον αγαπούσε και εκείνη και του εκμυστηρεύτηκε το μυστικό της. Του ζήτησε να ζήσει μαζί της. Ο γιος του μυλωνά της είπε ότι δε γίνεται να παντρευτούν. Εκείνη του απάντησε ότι: «αν υπάρχει θέληση, όλα γίνονται».
Αφού πήρε την ευχή του πατέρα του, έφυγαν για το παλάτι της. Μπήκαν κρυφά στο παλάτι, ντύθηκαν με βασιλικά ρούχα και του έμαθε τρόπους. Έπειτα, τον παρουσίασε στη μητέρα της, εκείνη αμέσως τους έδωσε ην ευχή της και την επόμενη εβδομάδα παντρεύτηκαν. Όσο για τον άλλο πρίγκιπα, ζήτησε από την πριγκίπισσα να τον συγχωρήσει και έφυγε. Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.



ΤΟ ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ, Σαββίνα Σ.
«Καλωσήλθατε, παιδιά μου, στο σχολείο των αγγέλων. Εγώ είμαι ο δάσκαλός σας, ο Αρχάγγελος Γαβριήλ. Στο πρώτο μάθημα, θα μάθετε να πετάτε. Λοιπόν, θα πηδήσουμε από το σύννεφο αυτό εδώ που βρισκόμαστε και θα προσγειωθούμε σε εκείνο εκεί, ακριβώς από κάτω. Θα σας δείξω.» Κι ο Γαβριήλ αρχίζει να χτυπάει τα φτερά του, σηκώνεται πάνω από τους μαθητές του, πετάει για μια στιγμή και προσγειώνεται στο από κάτω συννεφάκι. «Σειρά σας τώρα!» τους φωνάζει.
Πρώτα πηδάει ο Ουριήλ, ο πιο τολμηρός και θαρραλέος μαθητής της τάξης. Χτυπάει τόσο δυνατά τα φτερά, που σηκώνεται απότομα στον αέρα και πέφτει με δύναμη πάνω στο σύννεφο, όπου τον περίμενε ο δάσκαλος. Ο Γαβριήλ αναγκάζεται ν’ ανοίξει τις φτερούγες του για να τον σταματήσει. «Όπα! Πιο σιγά, νεαρέ! Με πολλή φόρα ξεκίνησες!»
Κι έρχεται η σειρά του Γαήλ να πετάξει. Ο Γαήλ, όμως, φοβάται. «Δεν μπορώ, Γαβριήλ… Ζαλίζομαιιιιι…». «Κουράγιο, μικρέ. Μην κοιτάς κάτω κι όλα θα πάνε καλά!». Μαζεύει, λοιπόν, ο Γαήλ όλο του το κουράγιο, απογειώνεται και αρχίζει να πετάει προς τον Αρχάγγελο. Μα στα μισά της διαδρομής, κοιτάζει κάτω και βλέπει τα σπίτια μικρούτσικα και τους ανθρώπους σα μυρμήγκια. Από την τρομάρα του, σταματάει να χτυπάει τα φτερά του. Ίσα που προλαβαίνει ο Γαβριήλ να τον αρπάξει από τα μαλλιά να μην γκρεμοτσακιστεί.
«Ξέρω τι κάνουμε, Ουριήλ και Γαήλ. Θα πετάτε παρέα μπροστά. Έτσι, ο Ουριήλ θα δίνει κουράγιο στον Γαήλ κι ο Γαήλ θα κόβει λίγο τη φόρα του Ουριήλ!»



ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΖΩΑ



Η ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΡΟΥΜΦΟΥΣ, Μαρία Σ.
Μια φορά και έναν καιρό σε ένα μακρινό δάσος ζούσε μία οικογένεια από σκιουράκια. Αρθούρο λέγανε τον πατέρα-σκίουρο και Άναμπελ τη μητέρα. Είχανε και δύο παιδιά, ένα κορίτσι, τη Ζαθούρα και ένα αγόρι, τον Ρούμφους. Ζούσανε μέσα στην κουφάλα ενός γέρικου δέντρου. Όλοι τούς λέγανε να ψάξουνε να βρούνε ένα άλλο δέντρο – σπίτι, δηλαδή – αλλά ο πατέρας, ο Αρθούρος, δεν ήθελε με τίποτα. «Εγώ σ’ αυτό το δέντρο γεννήθηκα και σ’ αυτό θα πεθάνω», έλεγε συνήθως.
Ήτανε, όμως, ένας καλός πατέρας που αγαπούσε την οικογένειά του, αν και ήτανε πολύ αυστηρός – ειδικά με τον Ρούμφους. Η μητέρα, η Άναμπελ, όμως, ήτανε πολύ καλή με τα παιδιά της, και τους συγχωρούσε όποια σκανδαλιά κι αν κάνανε. Βέβαια, τις σκανδαλιές τις έκανε ο μικρός γιατί η Ζαθούρα, σαν πιο μεγάλη, ήτανε πολύ γλυκούλα και πολύ υπάκουη. Ποτέ δεν στενοχωρούσε τους γονείς της κι εκείνοι καμάρωναν γι’ αυτήν. Με τον Ρούμφους, όμως, τα πράγματα ήταν διαφορετικά. Όχι ότι ήτανε κακό παιδί ή δεν τον αγαπούσαν, αλλά ήτανε πολύ άτακτος και συνήθιζε να λέει πολλά ψέματα.
Μια μέρα που ο Ρούμφους είχε ξυπνήσει πολύ πρωί, βγήκε έξω και τότε έβγαλε μια δυνατή φωνή: « Μαμά, Μπαμπά, τρέξτε! Το δέντρο μας απόκτησε εκατομμύρια χρυσά μήλα! Ελάτε γρήγορα!». Οι γονείς του βγήκαν έξω να δούνε τι γίνεται. Το δέντρο, βέβαια, ήταν κανονικό, δεν έβγαλε χρυσά μήλα… ο Ρούμφους έσκασε ένα χαμόγελο κι οι γονείς του κουνούσανε το κεφάλι τους θυμωμένοι με το ψέμα του μικρού.
Μια άλλη φορά, ο Ρούμφους είχε πάει στην αποθήκη για να πάρει λίγα φύλλα που του ζήτησε η μητέρα του. Σε λίγο, μπήκε στο σπίτι κλαίγοντας και φωνάζοντας πως όλα τα φαγητά τους είχανε χαθεί. Πήγε η μητέρα να δει και κατάλαβε πως πάλι ο μικρός έλεγε ψέματα.
Έτσι, ο καιρός περνούσε κι ο Ρούμφους συνέχιζε να λέει ψέματα. Μια μέρα, ο Ρούμφους περίμενε τους φίλους του, την Ντάνι, τη χελώνα και τον Γουόλντερ, τον λαγό. Όταν έφτασαν, του είπανε ότι σε μία εβδομάδα και πέντε μέρες θα έρχονταν ξυλοκόποι και θα έκοβαν όλα τα γέρικα δέντρα. Ο Ρούμφους έμεινε με ανοιχτό το στόμα και παραξενεύτηκε γιατί τις πλάκες συχνά τις έκανε αυτός κι όχι οι φίλοι του.
-          Μα, παιδιά, δεν είναι αστείο αυτό που λέτε!
-          Μα, Ρούμφους, δεν σου κάνουμε πλάκα. Το ακούσαμε που το λέγανε οι γονείς μας στους ελέφαντες και δεν νομίζω να κάνανε πλάκα…
Τότε, ο Ρούμφους έτρεξε να το πει στους δικούς του. Μόλις, όμως, τους το είπε, ο πατέρας του νευρίασε τόσο πολύ:
-          Αχ, φτάνει πια, Ρούμφους! Όχι άλλα ψέματα! Το παράκανες!, είπε ο πατέρας του θυμωμένος.
-          Όχι, μπαμπά, δεν είναι ψέματα. Έλα να ρωτήσεις την Ντάνι και τον Γουόλτερ…, είπε ο μικρός. Ντάνι..! Γουόλτερ..! Ελάτε να πείτε στον μπαμπά μου για τους ξυλοκόπους γιατί δε με πιστεύει! Ντάνι..! Γουόλτερ..! Πω! Δεν το πιστεύω… Φύγανε…
-          Ρούμφους, φτάνει πια! Για τιμωρία, πήγαινε στο δωμάτιό σου τώρα! Μη μας στενοχωρείς άλλο!, είπε ο πατέρας.
-          Αχ, Αρθούρε, μη γίνεσαι τόσο αυστηρός… Μικρός είναι. Κι αν μας λέει την αλήθεια; Το σκέφτηκες αυτό;
-          Όχι, Άναμπελ, δεν μπορώ να τον πιστέψω πια. Κάθε μέρα μάς λέει ένα σωρό ψέματα. Αν δεν τον τιμωρήσω, θα συνεχίσει να λέει ψέματα σ’ όλη του τη ζωή.
Οι μέρες περνούσαν. Ο Ρούμφους ήτανε κλεισμένος στο δωμάτιό του κι ο πατέρας στο γραφείο του. Η μητέρα και η Ζαθούρα είχανε μάθει πια πως ήτανε αλήθεια όσα τους είπε ο μικρός αλλά δεν μπορούσανε να πείσουνε τον Αρθούρο. Το τελευταίο βράδυ, ο Ρούμφους με τη μητέρα και την αδελφή του προσπαθούσαν να πείσουν τον πατέρα να φύγουνε γιατί κινδυνεύανε. Το πρωί θα έρχονταν οι ξυλοκόποι και θα έχαναν το σπίτι τους. Ο πατέρας, όμως, τους αγνόησε.
Την άλλη μέρα το πρωί, ένας δυνατός θόρυβος σηκώνει τον Αρθούρο. Κοίταξε έξω από το παράθυρο και είδε τους ξυλοκόπους να αρχίζουν να κόβουν το σπίτι του.
-          Θεέ μου, γιατί δεν πίστευα την οικογένειά μου που μου μιλούσε τόσες φορές! Τι θα κάνουμε τώρα; Ο Ρούμφους έτρεξε κοντά στον πατέρα του και του είπε:
-          Πατέρα μου, συγχώρεσέ με! Εγώ φταίω για όλα. Αν δεν σου έλεγα τόσα ψέματα, θα με πίστευες και θα είχαμε φύγει…
Τότε, ακούστηκε ένας ακόμη πιο δυνατός θόρυβος… Μπαμ! Ο Ρούμφους ξύπνησε. Είχε πέσει από το κρεβάτι του. Έτρεξε στο παράθυρο. Όλα ήτανε στη θέση τους κι οι ξυλοκόποι δεν ήταν εκεί. Τότε κατάλαβε πως όλα ήτανε ένα κακό όνειρο. Πήρε μια βαθιά ανάσα και, από εκείνη τη στιγμή, αποφάσισε να μην ξαναπεί ψέματα ποτέ του‼!


ΕΝΑ ΠΟΛΥ ΚΑΛΟ ΜΑΘΗΜΑ, Μαρία Π.
Μια φορά ήταν ένα πολύ κακό και μικρό μυρμήγκι! Δεν μάζευε τροφή και την έκλεβε από άλλα μυρμήγκια… κάποια στιγμή, από ένα μικρό παιδάκι του δόθηκε η ευκαιρία να γίνει άνθρωπος! Έγινε κι έφτιαξε τη ζωή του. Ήταν, όμως, κακός, άγριος, αντιπαθητικός: είχε ξεχάσει, φαίνεται, τον λόγο που έδωσε το παιδί ότι θα παραμείνει άνθρωπος μόνο αν βοηθάει τον κόσμο, τα ζώα και τη φύση. Δεν το τήρησε: σκότωνε τα μυρμήγκια, τα πατούσε και φερόταν σε όλα τα ζώα μειονεκτικά. Έτσι, το παιδί βρέθηκε στον δρόμο του και το ξαναέκανε μυρμήγκι. Από τότε, πήρε το μάθημά του και έγινε το πιο καλό και αξιοπρεπές μυρμήγκι.


Ο ΡΟΥΝΤΙ Ο ΣΚΥΛΟΣ, Στέφανος Μ.
Μια φορά ήταν ο μικρός Αλέξης που ζούσε με την οικογένειά του σε μία πολυκατοικία. Ο Αλέξης είχε έναν μικρό σκύλο που τον λέγανε Ρούντι. Ένα βράδυ στην πολυκατοικία, ο Ρούντι γάβγιζε ασταμάτητα. Την άλλη μέρα, ο ιδιοκτήτης πήγε εκεί και ζήτησε τον σκύλο γιατί δεν άφηνε να κοιμηθούν οι άνθρωποι. Τελικά, τον πήρε και τον πήγε στο εξοχικό του.
Ο Αλέξης νευρίασε και πήγε στο δωμάτιό του και έκλαιγε. Το επόμενο πρωί, οι γονείς του Αλέξη πήγανε στο δωμάτιό του αλλά αυτός έλειπε. Ο Αλέξης είχε φτάσει σε ένα βουνό και έψαχνε τον σκύλο του. Είχε πάει βαθιά σε ένα δάσος και χάθηκε. Προσπάθησε να γυρίσει πίσω αλλά μπερδεύτηκε πιο πολύ. Το βράδυ, οι γονείς του πήγαν στην Αστυνομία και δήλωσαν την εξαφάνισή του. Εντωμεταξύ, ο Αλέξης φοβότανε με τις διάφορες κραυγές από τα παράξενα ζώα. Το πρωί, ξύπνησε πάνω σε έναν βράχο και συνέχισε το ψάξιμο. Οι γονείς του είχαν χτενίσει όλη την πόλη. Ο Αλέξης βγήκε σε έναν χωματόδρομο και περπατούσε σ’ αυτόν επί ώρες.
Ξαφνικά, πέρασε ένα αυτοκίνητο με τον ιδιοκτήτη της πολυκατοικίας που έμενε. Ο Αλέξης τον παρακάλεσε να του δώσει τον σκύλο του. Ο ιδιοκτήτης γύρισε στο εξοχικό του, πήρε τον σκύλο του Αλέξη και γύρισαν στην πολυκατοικία. Οι γονείς του Αλέξη, μόλις τον είδαν, τον αγκάλιασαν και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.



Ο ΦΙΛΟΣ ΜΟΥ Ο ΣΚΥΛΟΣ, Γιώργος Π.
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε μια πολύ φτωχή οικογένεια που έμενε σε ένα μικρό διαμέρισμα. Η οικογένεια αυτή είχε έναν γιο που ήταν 10 χρονών και αυτός είχε σκυλάκι που το αγαπούσε πολύ. Μια μέρα, όμως, εκεί που βγήκε βόλτα ο μικρός με το σκυλάκι του, το σκυλάκι του είδε μια γάτα κι έτρεξε από πίσω της. Το σκυλάκι είχε χαθεί κι ο μικρός Σπύρος έτρεξε να το βρει αλλά χάθηκε κι εκείνος. Τον έψαχναν οι γονείς του για τρεις μέρες και τελικά τον βρήκαν σε ένα πάρκο μαζί με το σκυλάκι του να κάθεται σε ένα παγκάκι. Την άλλη μέρα όλα ήταν καλά και ο μικρός Σπύρος ήταν με την οικογένειά του και ο σκυλάκι του στο διαμέρισμα κι ήταν πολύ αγαπημένοι. Έτσι, έζησαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.



ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ



Η ΚΑΜΠΙΑ, Αιμιλία Σ.
Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μικρούλα κάμπια. Κολλημένη σ’ ένα φύλλο η κάμπια κοιτούσε με ενδιαφέρον τα άλλα έντομα που τρέχαν, πηδούσαν και τραγουδούσανε. Όλα γύρω της ήταν σε κίνηση. Μόνο αυτή δε μπορούσε ούτε ήχο να βγάζει, ούτε να τρέχει ούτε να πηδάει. Με δυσκολία κατάφερνε μονάχα να σέρνεται. Παρόλα αυτά, όμως, δεν είχε παράπονο κι ούτε ζήλευε κανέναν. Γνώριζε ότι η δουλειά της ήταν μόνο να υφαίνει μεταξένια νήματα. Χωρίς πολλές κουβέντες, η μικρή κάμπια άρχισε να εκτελεί με υπομονή την δουλειά της και ύφαινε, ύφαινε… ώσπου έφτασε η ώρα που βρισκόταν τυλιγμένη ολόκληρη μέσα σε ένα κουκούλι. Μετά από αρκετή ώρα αναρωτιότανε τι θα γινόταν. Πέρασε ο καιρός και η κάμπια ξύπνησε και κατάλαβε πως δεν ήταν πια δυσκίνητη. Δεν ήταν καν κάμπια‼
Γρήγορα-γρήγορα, βγήκε από το κουκούλι και με έκπληξη κατάλαβε πως είχε δυο πανέμορφα και φανταχτερά φτερά! Ενθουσιασμένη κούνησε τα πολύχρωμα φτερά της και πέταξε στον καταγάλανο ουρανό! Αργότερα, η κάμπια που έγινε πεταλούδα ένιωσε υπέροχα και της άρεσε πολύ να πετάει ανάμεσα στα πολύχρωμα λουλούδια όλη την μέρα‼


Ο ΑΔΙΑΦΟΡΟΥΛΗΣ ΚΙ Ο ΕΥΑΙΣΘΗΤΟΥΛΗΣ, Κατερίνα Μ.
Μια φορά κι έναν καιρό σ’ έναν κόσμο όχι και τόσο μακρινό, ο ήλιος ξημέρωσε στην πόλη της Τσιμεντούπολης. Και μαζί μ’ όλους τους κατοίκους, ξύπνησε κι ο Κος Αδιαφορούλης. Σηκώθηκε από το κρεβάτι, ξυρίστηκε και πήγε σφυρίζοντας να φτιάξει τον καφέ του. Όμως, η καφετιέρα του είχε χαλάσει κι ο Κος Αδιαφορούλης δεν χάρηκε καθόλου. Τώρα, είχε δύο προβλήματα: πώς να πιει καφέ και τι να κάνει την χαλασμένη καφετιέρα! Αποφάσισε να πάρει καφέ απ’ έξω και, επί τη ευκαιρία, να ξεφορτωθεί την καφετιέρα του. Βγήκε από το σπίτι και, σφυρίζοντας, την πέταξε στον κάδο απορριμάτων.
Όμως, είχε ξυπνήσει κι ο Κος Ευαισθητούλης, ο γείτονάς του, και μ’ αυτό που είδε, σκοτείνιασε η μέρα του. «Μα, τι κάνεις εκεί; », του φώναξε. Μια και δυο, τον αρπάζει από το χέρι και πηγαίνουν στην πλατεία. «Οι χαλασμένες συσκευές δεν είναι σκουπίδια για να τις πετάς όπου να ‘ναι… Κοίτα πόσο εύκολο είναι να τις ανακυκλώσεις!», είπε ο Κος Ευαισθητούλης στον σαστισμένο Κο Αδιαφορούλη.
Η κακή μέρα, όμως, απ’ το πρωί φαίνεται και, ενώ ο Κος Αδιαφορούλης καθόταν απορροφημένος στο γραφείο του και δούλευε, κάηκε η λάμπα του και τα είδε όλα μαύρα. Έτοιμος όπως ήταν να την πετάξει από το παράθυρο, τον βλέπει ο Κος Ευαισθητούλης και του λέει: «Καλά, αφού έχεις την ευαισθησία να χρησιμοποιείς λάμπες οικονομίας, δεν μαθαίνεις και πώς ανακυκλώνονται;». Έτσι , έριξε φως στην υπόθεση ο Κος Ευαισθητούλης και κατέβηκαν στο σούπερ-μάρκετ, όχι για να αγοράσουν καινούρια λάμπα αλλά για να του δείξει το ειδικό χαρτοκιβώτιο ανακύκλωσης.
Η παράξενη μέρα δεν είχε τελειωμό για τον Κο Αδιαφορούλη, που γύρισε σπίτι κι, αντί να φάει και να ξεκουραστεί, βρήκε το ψυγείο του χαλασμένο! Μες στον θυμό του, φωνάζει τον Κο Ευαισθητούλη και τον ρωτάει:
-          Οι μικρές συσκευές μεταφέρονται εύκολα… Με τις βαριές κι ασήκωτες, όμως, τι γίνεται;
-          Γιατί τα παίρνεις όλα τόσο βαριά; Αφού μπορείς απλώς να πάρεις ένα τηλέφωνο στον Δήμο ή, αν αγοράσεις καινούρια, να ζητήσεις από το κατάστημα να πάρει πίσω την παλιά!, του απάντησε ο Κος Ευαισθητούλης.
-          Εσύ, όμως, γιατί νοιάζεσαι τόσο;
-          Μα, γιατί με την ανακύκλωση φροντίζουμε για το μέλλον του πλανήτη και των παιδιών μας!
Έτσι, πείστηκε ο Κος Αδιαφορούλης κι από τότε, έγινε κι αυτός ευαισθητούλης!


Η ΜΙΚΡΗ ΚΥΡΙΑ, Μαριάγγελα Π.
Ήταν μια παγωμένη χειμωνιάτικη μέρα στους δρόμους του Λονδίνου. Μέσα σε μία άμαξα ένα κοριτσάκι είχε κουλουριαστεί στην αγκαλιά του πατέρα του.
Η μικρή Ελίζαμπεθ Κρουζ ήταν μόλις εφτά χρονών. Σκεφτόταν το μεγάλο ταξίδι που είχε κάνει με τον πατέρα της, λοχαγό Κρουζ, από τη Βομβάη μέχρι το Λονδίνο. Αναλογιζόταν το ατμόπλοιο, τον απέραντο ωκεανό και πόσο σύντομα η ζωή της άλλαξε τόσο πολύ. Τώρα, βρίσκεται στην πόλη του Λονδίνου.
-          Μπαμπάκα, φτάσαμε; ρώτησε η Ελίζαμπεθ.
-          Ναι,  μικρή μου, όπου να ‘ναι φτάνουμε… είπε με θλιμμένη φωνή.
Η Ελίζαμπεθ μπορεί να ήταν μικρή αλλά καταλάβαινε ότι η αλλαγή που θα συνέβαινε, θα ήταν για το καλό της. Το μόνο που τη στενοχωρούσε ήταν ότι ο πατέρας της δεν θα έμενε κοντά της. Ήταν πολύ δεμένη μαζί του μιας και δεν είχε κανέναν άλλο στον κόσμο. Η μητέρα της, μια πανέμορφη Γαλλίδα, είχε πεθάνει στη γέννα. Έτσι, ο λοχαγός Κρουζ την είχε αναθρέψει μόνος του κι είχε δεθεί πολύ μαζί της. Έμεναν σε ένα μέγαρο με πλήθος υπηρέτες που την έλεγαν «Μικρή Κυρία» και της έκαναν όλα τα χατίρια.
Ο πατέρας της έπρεπε να γυρίσει στην Ινδία για να δουλέψει. Σε λίγο, πλησίασαν ένα μεγάλο κτήριο, που ήταν οικοτροφείο για κορίτσια, και μπήκαν μέσα. Εκείνη τη στιγμή, μπήκε στην αίθουσα μια ψηλή γυναίκα με κρύο χαμόγελο που πήρε τον λοχαγό και την κόρη του στο γραφείο της για να μιλήσουν για την αγωγή της. Τις επόμενες μέρες, η Ελίζαμπεθ και ο πατέρας της τριγύριζαν στα μαγαζιά για να της αγοράσει τα πάντα: δεν ήθελε να της λείπει τίποτα.
Όταν έφτασε η στιγμή να αποχαιρετήσει τον πατέρα της, η Ελίζαμπεθ δεν έκλαψε. Τον αγκάλιασε μόνο κι έπειτα τον φίλησε πολλές φορές. Κλείδωσε την πόρτα και κάθισε δίπλα στο παράθυρο μαζί με την αγαπημένη της κούκλα, Έμιλι, και παρακολουθούσε τον πατέρα της που έφευγε μέχρι που τον έχασε από τα μάτια της.
Στο οικοτροφείο, διακρίνεται από τα άλλα κορίτσια για την εξυπνάδα της αλλά και για την καλοσύνη της. Ακόμα και εκεί την αποκαλούσαν «Μικρή Κυρία» γιατί φερόταν σαν κυρία. Όλα κυλούσαν όμορφα και γαλήνια. Μέχρι που μια μέρα, ήρθε στο οικοτροφείο ο δικηγόρος του λοχαγού Κρουζ και τους ανακοίνωσε ότι ήταν νεκρός. Η μικρή Ελίζαμπεθ τώρα δεν είναι μια πλούσια αλλά, αντιθέτως, ένα φτωχό κορίτσι.
Η διευθύντρια διέταξε να την πάνε να μείνει στη σοφίτα αφού δεν είχε πια πουθενά αλλού να μείνει. Η Ελίζαμπεθ πέρασε πολλές άσχημες μέρες στη σοφίτα. Ώσπου μια μέρα, ήρθε στο οικοτροφείο ένας γείτονας, ο οποίος ήθελε να υιοθετήσει ένα κοριτσάκι.
Όταν η διευθύντρια του γνώρισε τα κορίτσια, τότε αυτός ξεχώρισε μία, την Ελίζαμπεθ. Την πήρε στο σπίτι όπου ζούσε. Εκεί την είχαν σαν πριγκίπισσα, όπως και ο πατέρας της. Γνώρισε φίλους και πλέον έγινε μέλος αυτής της οικογένειας. Έτσι, έζησε ευτυχισμένα και χαρούμενα δίπλα στην νέα οικογένειά της.


ΤΟ ΑΠΛΟ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΝΤΕΡΝΟ ΚΟΡΙΤΣΑΚΙ, Χριστίνα Π.
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένα πολύ όμορφο κορίτσι που την λέγαν Μάιλι Σάιρους. Η Μάιλι ήταν πολύ όμορφο κορίτσι: ψηλή, λεπτή, μελαχρινή κι ήταν επίσης 16 χρονών.
Η Μάιλι, όταν ήταν πολύ μικρή, είχε χάσει τη μητέρα της, την οποία αγαπούσε πολύ. Όμως, σε όλο αυτό είχε τον πατέρα της να την υποστηρίζει και στα καλά αλλά και στα δύσκολα. Είχε, επίσης, και δύο καταπληκτικούς φίλους, τη Λιλή και τον Όλιβερ, οι οποίοι την αγαπούσαν πολύ αλλά και η Μάιλι τους αγαπούσε πολύ. Επίσης, είχε έναν αδερφό με νοητική υστέρηση, τον Τζάκσον, ο οποίος της έκανε τη ζωή δύσκολη επειδή μισούσε ο ένας τον άλλο.
Η Μάιλι κάθε πρωί που πήγαινε στο σχολείο ντυνόταν πολύ απλά, όπως όλα τα κορίτσια της ηλικίας της, έπαιζε με τους φίλους της κι έκανε πολλά καθημερινά πράγματα, όπως κάνουν όλοι οι άνθρωποι. Το βράδυ, όμως, μεταμορφωνόταν σε μία pop star: ντυνόταν πολύ ωραία, βαφόταν πολύ ωραία κι έβαζε μια ξανθιά περούκα, έβγαινε στη σκηνή με τον διαφορετικό αέρα μίας star και τραγουδούσε πολύ ωραία – αλλά το όνομά της, φυσικά, δεν ήταν Μάιλι, ήταν Hannah Montana. Hannah Montana: το όνομα το οποίο μόλις το άκουγαν τα παιδιά, τρελαίνονταν και γίνονταν ευτυχισμένα.
Οι φίλοι της δεν ήξεραν ότι ήταν η διάσημη Hannah Montana… όμως, όταν η Λιλή πήγε στη συναυλία της φίλης της, πήγε στο καμαρίνι κι έμαθε την αλήθεια που της έκρυβε, ότι, δηλαδή, ήταν η Hannah Montana. Η Λιλή θύμωσε λίγο επειδή της το έκρυβε και από τότε, το έμαθαν όλοι.
Και έζησαν αυτοί καλά και εμείς χειρότερα… αλλά κάποιες φορές και καλύτερα.



ΕΝΑ ΑΤΥΧΟ ΚΟΡΙΤΣΙ, Ανδρέας Σ.
Πριν πολλά-πολλά χρόνια, ζούσε μια οικογένεια. Τα πράγματα στην οικογένεια όλο και χειροτέρευαν γιατί δούλευαν σκληρά από το πρωί έως και το βράδυ. Η μικρή τους κόρη, η Αγγελική, έμενε μόνη της στο σπίτι, δεν πήγαινε σχολείο και δεν είχε παρέα. Το σπίτι ήταν κρύο και, όταν έβρεχε, έμπαινε μέσα η βροχή.
Μια μέρα, ο πατέρας της δεν αισθανόταν καλά αλλά έπρεπε να πάει στη δουλειά. Το βράδυ ήρθε η μητέρα της στενοχωρημένη και με κατεβασμένο το κεφάλι. «Τι έγινε, μαμά;», ρώτησε η μικρή Αγγελική. Η μαμά της τής είπε ότι έχει κακά νέα και προσπαθούσε να της πει κάτι. Η μικρή Αγγελική λέει: «Άντε! Μαμά, θα μας βγάλεις την ψυχή. Πες μου τι έγινε!». Η μητέρα της της εξήγησε ότι ο πατέρας της είχε πεθάνει και ότι εκείνη θα έπρεπε να βγει έξω για να πουλήσει χαρτομάντιλα και σπίρτα ώστε να μαζέψουν λεφτά για την κηδεία του πατέρα της αλλά και για να φέρει κι αυτή λεφτά στο σπίτι.
Έτσι κι έγινε: η μικρή Αγγελική πούλησε σπίρτα, έγινε η κηδεία του πατέρα της και συνέχισε να φέρνει κι αυτή λεφτά στο σπίτι. Αλλά, μια μέρα χειμωνιάτικη, η μητέρα της αρρώστησε βαριά. Η μικρή Αγγελική έκανε ό,τι μπορούσε για να τη βοηθήσει αλλά εκείνη πέθανε. Μετά, η μικρή Αγγελική για κάποιες μέρες έμεινε μόνη της, χωρίς κανέναν. Τελικά, όμως, ένας καλός άνθρωπος τη λυπήθηκε και τη μεγάλωσε σαν κόρη του.



2 σχόλια:

dreamteamk9 είπε...

Τι να πω;.. Μένω άφωνη με αυτή την αριστουργηματική παραμυθένια δουλειά.
Το Μπράβο είναι πολύ λίγο.

gia_des είπε...

Θα μεταφέρω το "μπράβο" σου στους μαθητές μου, γιατί ΑΠΟ αυτούς και ΓΙΑ αυτούς φτιάχνονται τα παραμύθια.

Σ' ευχαριστώ, όμως, και προσωπικά για τη σταθερή σου στήριξη στο ιστολόγιό μας.