Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Κυριακή, 8 Οκτωβρίου 2017

Ολόκληρο το ποίημα 1: Άρνηση (Γιώργος Σεφέρης και Μίκης Θεοδωράκης)

    Είναι η πρώτη ανάρτηση της στήλης "Ολόκληρο το ποίημα".
   Και θα αρχίσω - μη αναμενόμενα με βάση όσα είπα εδώ,  αλλά εντελώς αναμενόμενα με βάση αυτό που είμαι-  με μια άνω τελεία...
   Η "Άρνηση" είναι ένα ποίημα του Γιώργου Σεφέρη το οποίο περιέχεται στην "Στροφή", την πρώτη του ποιητική συλλογή που εκδόθηκε το 1931 και θεωρείται από τους κριτικούς πως αποτέλεσε "στροφή για την νεοελληνική ποίηση", εγκαινιάζοντας κατά κάποιο τρόπο την μοντέρνα ποίηση στα ελληνικά γράμματα, παρόλο που ο Σεφέρης ακολουθεί ακόμα τους κανόνες της παραδοσιακής μετρικής.

Γιώργου Σεφέρη, «Άρνηση»

Στο περιγιάλι το κρυφό
κι άσπρο σαν περιστέρι
διψάσαμε το μεσημέρι·
μα το νερό γλυφό.

Πάνω στην άμμο την ξανθή
γράψαμε τ' όνομά της·
ωραία που φύσηξεν ο μπάτης
και σβήστηκε η γραφή.

Mε τί καρδιά, με τί πνοή,
τι πόθους και τί πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή.
[πηγή: Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, φιλ. επιμ. Γ.Π. Σαββίδης, Ίκαρος, Αθήνα 1972, σ. 13]

    Η κρυπτικότητα και η αντικατάσταση του λυρικού "εγώ" από ένα λυρικό "εμείς", βασικά στοιχεία της "Στροφής", είναι παρόντα και στην "Άρνηση". Λακωνικά και χωρίς φτιασίδια, το ποιητικό  υποκείμενο, μιλώντας ως εκπρόσωπος μια ομάδας ανθρώπων, των  ποιητών της γενιάς του, διαπιστώνει στις δυο πρώτες στροφές του ποιήματος τη χρεοκοπία της παραδοσιακής ποίησης  Ο κούφιος λυρισμός της παλιότερης ποιητικής που συμβολίζουν "το περιγιάλι το κρυφό" και  η γραφή του ονόματος "πάνω στην άμμο τη ξανθή", αδυνατεί πλέον να ανταποκριθεί στις πνευματικές ανάγκες των ανθρώπων της σύγχρονης εποχής, όπως δηλώνουν "το γλυφό νερό"  που δεν ξεδιψάει το μεσημέρι και ο μπάτης (ο χρόνος;)  που με το φύσημά του "σβήστηκε η γραφή". Στην τελευταία στροφή,  αρχικά διατυπώνεται επιγραμματικά ότι η διαπίστωση των προηγούμενων στροφών:  ο προϋπάρχων ποιητικός προσανατολισμός, η παραδοσιακή ποίηση δηλαδή με τον λυρικό υποκειμενισμό της, παρά τις επιθυμίες των εκπροσώπων της, το πάθος και την έμπνευσή τους  δεν οδηγεί πουθενά. Και καταλήγει στην άποψη ότι νέοι ποιητές το έχουν αντιληφθεί  και αλλάζουν τρόπο γραφής... (Όσα λέω είναι, προφανώς, μια πιθανή ερμηνεία του ποιήματος κι αναμφίβολα όχι η μοναδική. Κάλλιστα θα μπορούσαμε το να εκλάβουμε  ως μια ιστορία ενηλικίωσης, ως έναν ύμνο στην παραδοχή πώς ό,τι χάθηκε δεν ξαναγυρίζει, ως οδυνηρή διαπίστωση των  ματαιώσεων και των ακυρώσεων της ανθρώπινης ζωής, ως...).
   Ο Μίκης Θεοδωράκης μελοποίησε το  ποίημα εμπνευσμένα στο δίσκο του 1962  "Επιφάνεια", στον οποίο μελοποιεί γενικά ποίηση του Σεφέρη. Η επιτυχία της μελοποίησης είναι τόσο μεγάλη που όπως διαπιστώνεται σε μια από τις πηγές που χρησιμοποίησα, το ποίημα έχασε τον τίτλο του, καθώς όλοι το γνωρίζουν πια με τον τίτλο "(Σ)το περιγιάλι το κρυφό".

  Κατά τα λοιπά, η "Άρνηση" είναι διάσημη για την  άνω τελεία που χάθηκε  (ή, έστω, μεταφέρθηκε) κατά την μελοποίηση του Θεοδωράκη στην τρίτη στροφή:
Ο ποιητής γράφει:

Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας· λάθος!
κι αλλάξαμε ζωή. 

Και ο  συνθέτης μελοποιεί:
Mε τι καρδιά, με τι πνοή,
τι πόθους και τι πάθος,
πήραμε τη ζωή μας λάθος·
κι αλλάξαμε ζωή.
Η αλλαγή αυτή ουσιαστικά αλλάζει το νόημα των στίχων. Στη πρώτη περίπτωση,  το ποιητικό υποκείμενο και εκείνοι τους οποίους εκπροσωπεί  διαπιστώνουν το λάθος του να πάρουν τη ζωή τους με τον τρόπο αυτό. Έτσι αλλάζουν τη ζωή και το διορθώνουν, όπως είπαμε. Στη δεύτερη περίπτωση, το νόημα είναι ότι πήρανε της ζωή τους λάθος και τελικά ζήσανε εξαιτίας του λάθους μια άλλη ζωή.
Ο ίδιος ο Σεφέρης,  όταν πρωτοάκουσε την μελοποίηση το επεσήμανε στον Θεοδωράκη  κι εκείνος λέει πως "όταν ηχογραφούσαμε, λέω στον Μπιθικώτση «πρόσεξε την άνω τελεία. Εκεί που λες πήραμε τη ζωή μας, βάλε παύση πριν πεις λάθος». Στα αυτιά μου είχα την προτροπή – παράκληση του ποιητή: «Την άνω τελεία! Την άνω τελεία! Αλλιώτικα μου αντιστρέφεις το νόημα». Τελικά όμως αυτό αποδείχθηκε ανεφάρμοστο στην πράξη, με αποτέλεσμα να ακουστεί η λέξη «λάθος» κολλητά στο «πήραμε τη ζωή μας», δίνοντας αντίθετο νόημα στο ποίημα. Όμως πόσο κατανοητό ήταν για το λαό, που ποιος λίγο, ποιος πολύ, είχε πάρει τη ζωή του λάθος…" Μολονότι μου φαίνεται ακατανόητο πως/πώς αποδείχθηκε ανεφάρμοστο στην πράξη - μια μικρή παύση αρκούσε-,  η επιτυχία του τραγουδιού ήταν τέτοια που ο ποιητής αισθάνθηκε μεγάλη ικανοποίηση. Αντίθετα, η ενορχηστρωμένη από τον Κώστα Κλάββα και τραγουδισμένη από τον Γιώργο Μούτσιο εκδοχή  της μελοποίησης του Θεοδωράκη στην οποία ακολουθείται η στίξη του ποιήματος δεν ακούστηκε καθόλου και είναι ελάχιστα γνωστή, δικαίως, αν θέλετε την γνώμη μου...

Να πούμε τέλος ότι υπάρχει κι.. αντιπολίτευση σε όσα λέει ο Σεφέρης για το "περιγιάλι" με το "γλυφό" το νερό:
"Αδέλφια κάτω η βάρκα μας στο μόλο μας προσμένει.
Ελάτε οι ταξιδιάρηδες να πιούμε συναγμένοι.
Στο περιγιάλι το φαιδρό ας γλεντοτραγουδούμε.
Βάλτε να πιούμε..."

(Με πληροφορίες που άντλησα από εδώ και εδώ)


Υ.Γ.: Ήταν που θα 'γραφα λίγα! Πρέπει να σταματήσω να με υπονομεύω...

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Όσο μεγαλώνουμε έρχονται οι επμειριες σαν κλειδιά, να ανοίγουν άγνωστες πόρτες. Μεσήλικας πια μπορώ να δώσω μια ερμηνεία σε αυτό το υπέροχο ποίημα και να κρίνετε αν είναι στην ψυχή του ποιητή κοντά ή όχι.. Ο ποιητής απευθύνεται σε πρώτο πληθυντικό στον εαυτό του σε μια άλλη ηλικία. Η ηλικία αυτή είναι η παιδικη-εφηβικη. Ο μεγαλος πλέον ποιητής ταξιδεύει με το νου στο Περιγιάλι το κρυφό. Έναν όμορφο παιδικό έρωτα που είχε μέσα του κρυφό εκείνη την εποχή που ήταν μικρος. Ο έρωτας αυτός είναι αγνός όπως όλοι οι παιδικοί έρωτες. Άσπρος σαν περιστερι. Ο μικρός μας ερωτύλος μετά από κάμποσο καιρό ερωτευμένος ήθελε ένα φιλάκι, μια ανταπόκριση, και λέει στον μικρό του εαυτό του παρελθόντος.. διψασαμε το μεσημέρι.. αλλά η κοπελίτσα δεν ανταποκρίνονταν όπως θα περίμενε ο φίλος μας.. Ίσως τον έβλεπε φιλικά και του έλεγε σε βλέπω σαν φίλο.. και το νερό λοιπόν γλυφό. Ο ποιητής μας θυμάται ότι πάνω στην άμμο την ξανθή της παιδικής ψυχης του έγραψε το όνομα της. Αλλά ένας αέρας από τη θάλασσα της πορείας της ζωής.. άσχετα και διάφορα γεγονότα της ζωής με το περασμα του χρονου συνέβαλαν ώστε να σβήσει σιγά σιγα αυτή η παιδική του αγαπη. Στο τέλος επικρίνει τον εαυτό του.. Θυμάται πόσο ενθουσιώδης ήταν η αγάπη του και ο έρωτας του τα καρδιοχτύπια. Το λαχάνιασμα του έρωτα,τ πόθο.. το πάθος που χαρακτήριζαν την αρχή της ζωής του.. την παιδική/εφηβική νιότη. Με τι καρδιά με τι πνοή τι πόθο και τι πάθος πήραμε τη ζωή μας... Αυτή η στάση ζωής έχοντας αφήσει σημάδια ίσως μέχρι την εποχή που αναπολεί κρίνει ο ποιητής ότι ήταν υπερβολική.. ότι έδινε παραπάνω φανταστική αξία στο έρωτα από ότι πραγματικά έπρεπε.. ότι τον πληγωσε.. Κρίνει ότι με τα πιο αντικειμενικα δεδομένα αυτό ήταν λάθος. Ένα λάθος που τον έκανε να την δει αλλιώς τη ζωη σε σχέση με τον έρωτα.. και να αλλάξει τη στάση του στην αγάπη/ερωτα. Μίλα λοιπον ετσισέτσι ποιητικαπποιητικά εαυτό του που ζει πλαϊ του σαν ανάμνηση και θεωρει ότι όλη αυτή η σκέψη του δείχνει την Άρνηση. Όχι όμως της κοπέλας.. αλλά την Άρνηση του να αφήσει αυτά τα αγνά συναισθήματα να υπάρχουν. Αρνήθηκε την ένταση σε αυτό που ενιωθε γιατί δεν είχε ευχάριστη έκβαση, μεγαλωσε, του έφυγε η αθωότητα και είδε τον κόσμο αλλιώς. Είναι ένα ποίημα αφιερωμένο σε όσους ερωτεύτηκαν/αγαπησαν μικροι σφοδρα και δεν βρήκαν ανταπόκριση.. δεν πρόκειται να το καταλάβουν όλοι.. αυτή είναι η δική μου ερμηνεία. Αγάπη!

Kakos Lykos είπε...


Δεν έχω να κρίνω τίποτα, αγαπητ@ μου. Είναι η δική σας ερμηνεία του ποιήματος καθόλα δόκιμη. Δεν μας ενδιαφέρει σύμφωνα με τις αναγνωστικές θεωρίες πρόσληψης "τι ήθελε να πει ο ποιητής". Ο εκάστοτε αναγνώστης ερμηνεύει το ποίημα κάθε φορά που το διαβάζει. Σας ευχαριστώ που μοιραστήκατε τη σκέψη σας.