Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Τετάρτη, 2 Φεβρουαρίου 2011

Να 'μαι το παραμύθι σου... ή.... Να 'ναι το παραμύθι μας

Γνωστή η αδυναμία μου στον Μίλτο Πασχαλίδη και η δική του αδυναμία (και του Σωκράτη Μάλαμα) στα παραμύθια, τις νεράιδες και τα ξωτικά. Γι' αυτό, ξεκινώ την ανάρτηση, που είναι γραμμένη από και αφιερωμένη στους μαθητές και τις μαθήτριες της Α' Γυμνασίου Παραδεισίου, με την "Νεράιδα δίχως Παραμύθι", την οποία παρακαλεί ο αφηγητής να τον βάλει στα στήθη της για να γίνει το προσωπικό της παραμύθι.

Κάπως έτσι, λοιπόν, και τα παιδιά μου μας βάζουν στην καρδιά τους, μας αποκαλύπτουν τη φαντασία, τους φόβους, τις επιθυμίες, τα όνειρα και τις εμπειρίες τους -μας αποκαλύπτονται, με δυο λόγια- μέσω των γραπτών τους. 
Η εργασία τους στο πλαίσιο του μαθήματος των Κειμένων Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ήταν να συγγράψουν το δικό τους παραμύθι με παντελώς ελεύθερο θέμα, έκταση, περιεχόμενο και χωρίς κανέναν άλλο περιορισμό. Βέβαια, στην πορεία, τα πράγματα πήραν τον δικό τους δρόμο και, κατά τη συνήθη πρακτική της, η Μούσα δεν έλαβε υπόψη της καμιά φιλόλογο: οπότε, στα χέρια μου, τελικά, έφτασαν όχι μόνο αμιγή και κατ'εξοχήν παραμύθια αλλά και διηγήματα, σατιρικές εξιστορήσεις, ακόμα και διασκευές και οπτικοποιήσεις.
Προσπάθησα, επομένως, να ομαδοποιήσω στοιχειωδώς τα κείμενα και τα κατηγοριοποίησα, πρώτα, κατά τμήμα (για να μην είναι δύσχρηστα εκτενής η ανάρτηση, εδώ θα βρείτε τις δημιουργίες του Α1 και θα ακολουθήσουν σε χωριστή ανάρτηση αυτές του Α2) και έπειτα, θεματικά (ανάλογα με το κεντρικό νήμα που κρατούν κάθε φορά στις αφηγήσεις τους). Τέλος, προτίμησα οι θεματικές κατηγορίες να είναι ίδιες και για τα δύο τμήματα ώστε να φανεί ευκρινέστερα η σχέση κι η αναλογία στις δημιουργίες των παιδιών.΄Ισως η κατάταξη να μην είναι τελείως εύστοχη- ελπίζω, πάντως, να είναι όσο το δυνατόν κατατοπιστική. Και πάλι, όπως και στα διηγήματα του Γ1, οι εσωτερικές παρεμβάσεις μου αφορούν κυρίως, την ορθογραφία και τη στίξη και σε κάποιες -λίγες- περιπτώσεις, τη σύνταξη ή την έκφραση.
Θα παρακαλέσω τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες να μην αποθαρρυνθούν από το μέγεθος ή/και το πλήθος των γραπτών και να αφιερώσουν χρόνο στο διάβασμα των κειμένων των παιδιών.  Άλλωστε, όταν πρόκειται για συναίσθημα, λίγη σχέση έχουν τα ποσοτικά δεδομένα - και, εδώ, σας υπόσχομαι τουλάχιστον αυτό, ότι θα χαμογελάσετε, θα προβληματιστείτε, θα παρηγορηθείτε, θα θυμώσετε, θα χαρείτε, θα συγκινηθείτε, θα νιώσετε...


ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

Ο ΣΤΑΓΟΝΟΥΛΗΣ, Ελένη Γ.
Ήταν μια δροσερή και ηλιόλουστη μέρα του καλοκαιριού. Η Δάφνη και ο Λουκάς πήγαν για μερικές ημέρες στο χωριό να δουν τη γιαγιά τους, όπως έκαναν κάθε καλοκαίρι.
Μόλις έφθασαν, το πρώτο πράγμα που θέλησαν να κάνουν ήταν να επισκεφθούν το δάσος με τα πανύψηλα δένδρα. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό: πιο πολύ, ήθελαν να επισκεφθούν τη λιμνούλα που υπήρχε εκεί και που, κάθε χρόνο, έπαιζαν με τα κρυστάλλινα νερά της. Έτσι κι έγινε! Τα παιδιά ξεκίνησαν να τρέχουν ανέμελα ανάμεσα στα δένδρα, ώσπου έφθασαν. Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν πραγματικά δυσάρεστο. Η λίμνη στην οποία είχαν περάσει τόσες ωραίες στιγμές είχε πια στερέψει! Τα δύο παιδιά στενοχωρήθηκαν πάρα πολύ και ένα δάκρυ κύλησε από το μάτι του Λουκά.
Ξαφνικά, ακούστηκε μια φωνή να μιλάει στα παιδιά:
-          Μην στενοχωριέστε!
Τα παιδιά κοιτούσαν γύρω-γύρω για να βρουν ποιος μιλάει…
-          Παιδιά, εδώ κάτω!
Η Δάφνη και ο Λουκάς κοίταξαν κάτω και είδαν μια σταγόνα.
-          Γεια σας‼! Είμαι ο Σταγονούλης.
-          Γεια σου!
Ο Σταγονούλης άρχισε να τους διηγείται την ιστορία του.
-          Πριν στερέψει αυτή εδώ η λίμνη, εγώ και η οικογένειά μου ζούσαμε σε αυτά τα γλυκά νερά. Μετά, όμως, από όλα αυτά που συνέβησαν εδώ, αναγκαστήκαμε να φύγουμε.
-          Και πώς συνέβη αυτό το κακό στη λίμνη; ρώτησαν τα παιδιά.
-          Παιδιά, είναι πολύ απλά τα πράγματα: εσείς οι άνθρωποι με τις ενέργειές σας στρέφεστε ενάντια στον πλανήτη, εξηγεί ο Σταγονούλης. Καθημερινά, όλοι καταναλώνετε αρκετά μεγάλες ποσότητες νερού με αποτέλεσμα το νερό να μην προλαβαίνει να αναπληρωθεί άμεσα. Έτσι, η ποσότητα του νερού λιγοστεύει με αποτέλεσμα να στερεύουν λίμνες και ποτάμια.
Τα παιδιά άκουγαν με μεγάλη προσοχή αυτά που έλεγε.
-          Έτσι συνέβη και με τη δικιά μας λίμνη.
-          Μπορούμε να κάνουμε κάτι για να τη σώσουμε; ρώτησαν τα παιδιά.
-          Φυσικά και μπορούμε να κάνουμε κάτι! Εξάλλου, γι’ αυτό και σας τα λέω όλα αυτά, επειδή θέλω τη βοήθειά σας!
-          Μα, για ποιο πράγμα ζητάς τη βοήθειά μας;
-          Θέλω να με βοηθήσετε να σώσουμε αυτόν τον πλανήτη.
-          Και πώς θα γίνει αυτό;
-          Θα αρχίσουμε με τα εύκολα: πρώτα-πρώτα, πρέπει να ξεκινήσουμε από την οικογένειά σας! Πρέπει να την πείσουμε να μη σπαταλάει άσκοπα το πολύτιμο νερό.
Αμέσως, τα παιδιά έτρεξαν στο σπίτι της γιαγιά τους. Μόλις μπήκαν μέσα στην κουζίνα, είδαν τη γιαγιά τους να σαπουνίζει τα πιάτα με τη βρύση ανοιχτή και το νερό να ρέει άφθονο. Αμέσως, τρέχουν να κλείσουν τη βρύση και εξηγούν στη γιαγιά τους:
-          Γιαγιά, δεν πρέπει να έχεις ανοιχτή τη βρύση και να κυλάει το νερό άσκοπα ενώ σαπουνίζεις τα πιάτα. Πρέπει να μας βοηθήσεις στον μεγάλο αγώνα μας, που ξεκινήσαμε μαζί με τον Σταγονούλη, για να ξαναγεμίσουμε τη λίμνη μας.
Τα παιδιά επέστρεψαν χαρούμενα στη λίμνη, για να πουν τα καλά νέα στον Σταγονούλη:
-          Σταγονούλη, Σταγονούλη, τα καταφέραμε! Η πρώτη μας αποστολή εκτελέστηκε με επιτυχία!
-          Μπράβο, παιδιά! Τώρα είναι η ώρα για την πιο δύσκολη αποστολή μας. Θα πάτε να βρείτε όλους σας τους φίλους και θα τους φωνάξετε να έρθουν εδώ.
Έτσι κι έγινε. Τα παιδιά άκουσαν τον Σταγονούλη και έφυγαν αμέσως προς το χωριό για να φωνάξουν όλους τους φίλους τους. Τα παιδιά πήραν τους φίλους τους για να γνωρίσουν τον Σταγονούλη. Αυτός τους εξήγησε όλα τα προβλήματα και ανέθεσε σε όλους τη δεύτερη και μεγαλύτερη αποστολή.
-          Λοιπόν, παιδιά, θα φτιάξουμε όλοι μαζί ζωγραφιές στις οποίες θα αναφέρετε τους λόγους για τους οποίους πρέπει να σώσουμε τη λίμνη. Επίσης, θα αναφέρετε συμβουλές με τις οποίες θα σωθεί ο πλανήτης μας. Και σε αυτή μας την προσπάθεια, πρέπει να βοηθήσετε όλοι για να σωθώ εγώ και η οικογένειά μου – όμως, δε θα ωφελήσει μόνο εμένα αλλά και εσάς: γιατί όλοι σας έχετε περάσει ωραίες στιγμές σε αυτή τη λίμνη.
-          Σταγονούλη, να είσαι σίγουρος ότι θα τα καταφέρουμε, είπε η Δάφνη.
Αμέσως, τα παιδιά πήραν χαρτιά και μολύβια στα χέρια τους και άρχισαν να ζωγραφίζουν. Γράφανε μηνύματα προς τους ανθρώπους για τη σωτηρία του πλανήτη, γράφανε και τις αιτίες για τις οποίες καταστράφηκαν ποτάμια και λίμνες παγκοσμίως. Κάθε παιδική ζωγραφιά έλεγε και ένα οικολογικό μήνυμα που, σίγουρα, θα συγκινούσε πολύ κόσμο. Ο Σταγονούλης έβλεπε τα παιδιά και τα θαύμαζε. Τώρα πια πίστευε ότι τα παιδιά με την αποφασιστικότητά τους θα κατάφερναν να «ξαναβάψουν τη λίμνη γαλάζια». Τα παιδιά ετοίμασαν τις ζωγραφιές και το κάθε παιδί πήρε από ένα πακέτο και ξεκίνησαν να το μοιράζουν σε ολόκληρο το χωριό.
Αυτό, όμως, που δεν ήξεραν τα παιδιά ήταν ότι κάποιος κύριος θέλησε να βιντεοσκοπήσει την προσπάθειά τους να βοηθήσουν τον πλανήτη και τη λίμνη. Αυτή η ενέργεια των παιδιών συγκίνησε όλους τους κατοίκους του χωριού. Συγκίνησε ιδιαίτερα και τον κύριο που τη βιντεοσκόπησε. Έτσι, πήρε την πρωτοβουλία και ανέβασε το βίντεο στο Διαδίκτυο. Με κάποιον ανεξήγητο τρόπο, το βίντεο βρέθηκε πρώτο θέμα σε όλα τα τηλεοπτικά κανάλια παγκοσμίως. Αυτή η ενέργεια των παιδιών να σώσουν τη λίμνη είχε συγκινήσει, τελικά, πολλούς ανθρώπους.
Χιλιάδες άνθρωποι σταμάτησαν τις άσκοπες σπατάλες νερού και χρησιμοποιούσαν μόνο όσο νερό τούς ήταν απαραίτητο. Όλοι οι άνθρωποι συνειδητοποίησαν το κακό που είχαν κάνει στον πλανήτη τους και προσπαθούσαν να κάνουν ό,τι καλύτερο μπορούσαν για να επανορθώσουν.
Τα παιδιά ήταν πάρα πολύ χαρούμενα και ένιωθαν μια μεγάλη ικανοποίηση για τις προσπάθειές τους που, τελικά, ανταμείφτηκαν. Ο Σταγονούλης τους είπε:
-          Μπράβο, παιδιά, τα καταφέραμε! Τώρα είμαι σίγουρος ότι πετύχαμε πολλά – το μόνο που μας μένει να κάνουμε τώρα είναι να περιμένουμε να έρθει ο χειμώνας για να αρχίσουν οι βροχές και να δούμε αν καταφέραμε να ξαναγεμίσουμε τη λίμνη μας.
Όλα τα παιδιά επέστρεψαν χαρούμενα και ικανοποιημένα στα σπίτια τους. Η Δάφνη και ο Λουκάς έμειναν μαζί με τον Σταγονούλη.
-          Σταγονούλη, πρέπει και εμείς να φύγουμε. Ήρθαν οι γονείς μας και είναι πολύ χαρούμενοι για όλο αυτό που οργανώσαμε για τη σωτηρία της λίμνης και του πλανήτη μας, είπαν τα παιδιά.
-          Δεν πειράζει, παιδιά! Έτσι κι αλλιώς, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο. Ό,τι μπορούσαμε να κάνουμε, το κάναμε, τους είπε ο Σταγονούλης.
Τα παιδιά πήγαν στο σπίτι της γιαγιάς τους. Εκεί ήταν οι γονείς τους. Τους αγκάλιασαν και τους είπαν όλη την ιστορία με τον Σταγονούλη.
-          Μαμά, μπαμπά! Τα καταφέραμε! Σε λίγο καιρό, η λίμνη θα γίνει όπως παλιά.
Τα παιδιά επέστρεψαν πίσω στην πόλη. Αφού πέρασε ένας χρόνος, τα παιδιά ξαναπήγαν στη λίμνη για να δουν τι κατάφεραν. Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν πραγματικά μαγευτικό. Η λίμνη ήταν και πάλι όπως παλιά‼
-          Δάφνη, βλέπεις και εσύ ό,τι βλέπω και εγώ;
-          Ναι, Λουκά, τα καταφέραμε! Σώσαμε τον Σταγονούλη.
-          Άραγε, πού να ‘ναι τώρα;
-          Σταγονούλη, Σταγονούλη…
-          Εδώ, εδώ στο νερό είμαι, παιδιά, είπε ο Σταγονούλης. Και συνέχισε: Παιδιά, σας ευχαριστώ πάρα πολύ που με βοηθήσατε.
Ξαφνικά, ήρθαν και τα υπόλοιπα παιδιά.
-          Χάρη σε όλους σας σώθηκα και εγώ και η οικογένειά μου. Δεν ξέρω πώς να σας ευχαριστήσω.
Έτσι, η λίμνη ξαναγέμισε, ο Σταγονούλης ήταν πια ευτυχισμένος. Και τα παιδιά, ικανοποιημένα πια, χαιρέτησαν τον Σταγονούλη και έκλεισαν ραντεβού για το επόμενο καλοκαίρι‼
(το βίντεο ετοίμασε η ίδια η μαθήτρια, Ελένη Γ.)
video


ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΑΣΚΟΤ, Αντώνης Α.
Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μέρος μακριά απ’ την Ελλάδα, υπήρχε ένα μικρό χωριό, το Μασκοτχωριό. Βέβαια, θα αναρωτιέστε τι σημαίνει «Μασκοτχωριό»… το Μασκοτχωριό είναι το χωριό όπου ζουν όλα τα μασκότ των ελληνικών ομάδων ποδοσφαίρου. Δηλαδή, εκεί ζούσαν ο Βαζελάκος, ο Θρυλάκος, το Χανουμάκι και άλλοι πολλοί υποστηρικτές των ομάδων.
Όλα τα χρόνια της ζωής τους, ζούσαν αρμονικά στο χωριό. Ο ένας βοηθούσε τον άλλο, παρακολουθούσαν μαζί τα παιχνίδια των αγαπημένων τους ομάδων. Μα όλα άλλαξαν μέσα σε έναν χρόνο, εκείνο τον χρόνο που πρωτοεμφανίστηκε στα γήπεδα μια κακή και άμυαλη, ταυτόχρονα, συνήθεια: ο φανατισμός. Τα γήπεδα γέμισαν από οργανωμένους οπαδούς και η απλή χαρά του ποδοσφαίρου μεταμορφώθηκε σε λύπη, τσακωμούς και αντιπαλότητα μεταξύ φίλων. Όλο αυτό, όμως, επηρέασε και τα μασκότ, τα οποία, μια νύχτα μετά από το τέλος ενός «επεισοδιακού» αγώνα, τσακώθηκαν στην πλατεία του χωριού. Αυτό είχε ως συνέπεια να σταματήσουν να μιλάνε και να μην περνάνε την ώρα τους μαζί για περίπου δυο χρόνια‼
Όμως, μια μέρα, έφτασε στο χωριό ένα μασκότ αλλιώτικο απ’ τα άλλα, ο Σφυρικτούλης. Ήταν το μασκότ που ένωνε τους ανθρώπους μεταξύ τους και μοίραζε παντού το δίκαιο. Έτσι, μια νύχτα, ο Σφυρικτούλης κάλεσε όλα τα μέλη του χωριού στην πλατεία και τους είπε: «Αγαπητά μασκότ, από τη στιγμή που έφτασα στο χωριό, βλέπω λύπη, μοναξιά στα πρόσωπά σας αλλά δε βλέπω χαρά, αλληλοβοήθεια και, πάνω από όλα, ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ‼ Ζείτε σε ένα χωριό τόσα χρόνια ειρηνικά και, ξαφνικά, αρχίσατε να τσακώνεστε εξαιτίας κάποιων άμυαλων οπαδών, που μοναδικός τους στόχος είναι να χαλάσουν την αξία του ποδοσφαίρου. Ξυπνήστε, μασκότ! Το ελληνικό ποδόσφαιρο θέλει τη βοήθειά μας. Ζήστε πια αρμονικά, όπως ζούσατε‼». Αυτά τα λόγια ξύπνησαν τα μασκότ, τα οποία, από κείνη τη στιγμή, ξαναζήσαν όπως παλιά, σα μια οικογένεια.
Τα μασκότ έζησαν αρμονικά αλλά ο φανατισμός στα γήπεδα συνεχίζεται…


Η ΜΑΥΡΗ ΜΑΓΙΣΣΑ, Κική Κ.
Πριν από χρόνια, στη γη πάνω υπήρχε μια άσχημη, μαύρη, σκοτεινή και άχαρη πόλη, που τη λέγανε «Μαυρούπολη». Την ονομασία της την πήρε από μία μάγισσα που την κυβερνούσε και της άρεσε το μαύρο – με άλλα λόγια, ό,τι είχε πάνω της, ήταν μαύρο.
Κανένας από τους πολίτες δεν τη συμπαθούσε, γιατί σε όλα τα ονόματα τους είπε να υπάρχει η λέξη ‘μαύρο’ για να ακούγονται πιο δραματικά. Το δικό της, όμως, όνομα δεν το ήξερε κανένας˙ γι’ αυτό, όλοι οι πολίτες αποφάσισαν να την ονομάσουν ‘η μαύρη στρίγγλα’, επειδή κάθε μέρα φώναζε δυνατά.
Η μάγισσα, όπως καθημερινά, βγήκε για να ελέγξει την πόλη με τη μαύρη, κατάμαυρη γάτα της. Αλλά αυτή η μέρα κατέληξε αλλιώς: όπως προχωρούσε, πέρασε από δίπλα της ένα όμορφο πριγκιπόπουλο πάνω στο άσπρο άλογο. Αυτή, αρχικά, δεν τον είδε γιατί πέρασε με μεγάλη ταχύτητα και η μάγισσα βρέθηκε κάτω. Αυτός, όμως, σαν καλό παλικάρι, κατέβηκε από το άλογό του και τη βοήθησε να σηκωθεί. Αυτή τον κοίταξε στα μάτια και τον ερωτεύτηκε αλλά δεν το έδειξε, για να μη χάσει τη φήμη της.
 Όταν πήγε σπίτι της, έπιασε τη μαγική της σφαίρα, για να μάθει αν ο πρίγκιπας την ερωτεύτηκε. Όταν είδε στη σφαίρα ότι αυτός δεν την αγαπούσε, ξέσπασε σε φωνές και αποφάσισε να στείλει έναν άντρα, που τον είχε κατασκευάσει η ίδια από πέτρα, για να μάθει γιατί δεν την ήθελε. Ο πέτρινος άντρας, μετά από κάμποσες ώρες, γύρισε και της μετέφερε ότι το πριγκιπόπουλο είπε πως ήταν όμορφη κοπέλα αλλά φοράει μαύρα, ένα χρώμα που δεν του αρέσει καθόλου. Αυτή είπε ότι τον ήθελε τόσο πολύ που θα άλλαζε τα πάντα. Και, πράγματι, άλλαξε: όλα τα έκανε πολύχρωμα. Ακόμα και η συμπεριφορά της άλλαξε: έγινε μια καλή και ευτυχισμένη μάγισσα.
Το πριγκιπόπουλο, μετά από κάτι μέρες, πέρασε, την είδε και την ερωτεύτηκε. Και έζησαν όλοι μαζί σε αυτήν την πόλη, που πια την έλεγαν ‘η πόλη της χαράς’ -γιατί πάντα είχανε χαρές- και τη μάγισσα την ονόμασαν Χαρά.



ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΠΙΣΤΕΥΕ ΒΑΘΙΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΗ, Νίκος Κ.
Ο Σταύρος είναι 15 ετών κι ακόμα πιστεύει στον Άγιο Βασίλη. Οι γονείς του προσπαθούν από τον όγδοό του χρόνο να τον μεταπείσουν λόγω του ότι, όπου πήγαινε, ρωτούσε τον κόσμο τι δώρο του έφερε. Έτσι, ο κόσμος γελούσε μ’ αυτόν και του έλεγε ότι λέει ανοησίες και πως είναι πολύ μεγάλος για να πιστεύει σε ένα πλάσμα που πιστεύουν τα παιδιά των πέντε ετών.
Όταν ήρθε η Πρωτοχρονιά, έκανε κρύο. Οι νιφάδες του χιονιού γυάλιζαν καθώς ο φακός του αυτοκινήτου έπεφτε καταπάνω τους. Ο Σταύρος ήταν στο παράθυρο. Δεν κοιτούσε, όμως, το όλο θέαμα. Προσπαθούσε κι επιθυμούσε να δει το έλκηθρο του Άγιου Βασίλη να ξεπροβάλει από το απέραντο μαύρο του ουρανού φωτίζοντας κάθετι που υπήρχε στη γύρω περιοχή. Πέρασαν σχεδόν δυο ώρες και δε φάνηκε τίποτα. Στενοχωρημένος ο Σταύρος σκέφτηκε: «Είμαι 15 ετών. Μπορώ να πετάξω μέχρι τη Λαπωνία και να τον συναντήσω αυτοπροσώπως.». Μετά από μισή ώρα, η μητέρα του Σταύρου επέστρεψε στο σπίτι από τα ψώνια και φώναξε δυνατά: «Σταύρο‼! Έλα να με βοηθήσεις να τακτοποιήσουμε τα πράγματα που ψώνισα.». Δεν ακούστηκε μιλιά από το σκοτεινό, κρύο και άδειο δωμάτιο.
Ο Σταύρος είχε αναχωρήσει ήδη για τη Λαπωνία. Είχε τύψεις που άφησε τη μαμά του χωρίς καμιά ειδοποίηση αλλά ένιωσε κι ενθουσιασμό που θα συναντούσε τον ήρωα της ζωής του. Όταν προσγειώθηκε στη Λαπωνία, έτρεξε αμέσως μακριά απ’ το αεροδρόμιο ώσπου χάθηκε. Δεν ήξερε τι να κάνει αλλά αμέσως, το βλέμμα αποτυχίας μεταμορφώθηκε σε βλέμμα νίκης. Τότε, είπε δυνατά: «Άγιε Βασίλη! Φανέρωσέ μου το εργαστήρι σου!». Ως δια μαγείας, ένα πελώριο, χρωματιστό κτήριο εμφανίστηκε από το πουθενά στην κορυφή ενός απότομου βουνού. Χωρίς να χάσει χρόνο, ο Σταύρος σκαρφάλωσε σε χρόνο μηδέν και χτύπησε την πόρτα. Μια κοντή, χαριτωμένη κυρία του άνοιξε με το στόμα ανοιχτό: «Μα… Πώς μας βρήκες;», ρώτησε. «Απλώς, ρώτησα για τον Άγιο Βασίλη.». «Ωωω, είπε, λες να έγινε αυτό που έλεγαν οι μαγεμένοι γρίφοι που βρήκα στο τούνελ της καλοσύνης;» «Καλά… Τι λέτε;» «Τίποτα. Πέρνα μέσα.».
Η κοντή κυρία τον οδήγησε σε ένα ευρύχωρο μέρος όπου καθόταν ένας ασπρομάλλης γέρος που κουνιόταν σε μια κουνιστή καρέκλα. «Άγιε Βασίλη!», είπε με ενθουσιασμό ο Σταύρος. « Γιατί είσαι τόσο αδύνατος; Και… πολύ αδύναμος…». Ο Άγιος Βασίλης του απάντησε: «Είμαι 90 χρονών, παιδί μου. Δε μου μένει πολύς καιρός.» «Όχι, μη μου το κάνεις αυτό! Τι θα απογίνουν όλα αυτά τα παιδιά;». Ο Άγιος Βασίλης έδωσε στον Σταύρο ένα διαμάντι. «Όταν πεθάνω, αυτό το διαμάντι θα λάμψει και εσύ θα πάρεις τη θέση μου.»
Το ξυπνητήρι χτύπησε. 6: 00 η ώρα. Ο Σταύρος ήταν στο δωμάτιό του αλλά κάτι παράξενο συνέβαινε στο κομοδίνο του. Το διαμάντι έλαμπε!



Ο ΠΕΤΡΑΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΙΠΤΑΜΕΝΟ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟ ΤΟΥ,  Βέρα Λ.
Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ο μικρός Πετράκης. Πάντα ζήλευε τα πουλιά που μπορούσαν να πετάνε και να βλέπουν τον κόσμο από ψηλά. Αυτή την εμπειρία την έζησε, όταν ανέβηκε για πρώτη φορά σε αεροπλάνο – αλλά, κράτησε ελάχιστα, γιατί, σε λίγα λεπτά, χαθήκανε στα σύννεφα. Του έμειναν, όμως, οι εικόνες με τα σπίτια, τους χαραγμένους δρόμους, τη θάλασσα, τα αυτοκίνητα και τόσα άλλα που μίκραιναν όσο ανεβαίνανε ψηλά.
Η λαχτάρα του αυτή ζωντάνεψε, όταν έμαθε ότι κατασκευάστηκαν και μπήκαν στην αγορά ιπτάμενα αυτοκίνητα με τέσσερεις ρόδες, όπως τα κανονικά, αλλά και με έλικες για να μπορούν να πετούν σε περίπτωση μποτιλιαρίσματος. Και, καθώς στη σημερινή εποχή η τεχνολογία έχει γίνει προσιτή σε όλους, βρέθηκε να έχει κι εκείνος ένα τέτοιο αυτοκίνητο. Ήταν ένα πραγματικό έργο τέχνης: κατακόκκινο, δίπορτο, μικρό και ανάλαφρο, σαν αγωνιστικό, με γυαλιστερές ζάντες. Μια σκέτη πρόκληση!
Ο πειρασμός για την πρώτη βόλτα ήταν μεγάλος! Έτσι όπως ήταν παρκαρισμένο στην αυλή, τον προσκαλούσε να ανέβει και να το ταξιδέψει πάνω από την πόλη. Και, φυσικά, δεν άργησε να βρεθεί καθισμένος στη θέση του οδηγού, περήφανος και γεμάτος περιέργεια για το πρώτο του ταξίδι στον αέρα. Η πρώτη του κίνηση ήταν να βάλει μια κάρτα σε μια υποδοχή. Αμέσως, το αυτοκίνητο άρχισε να λειτουργεί και μια οθόνη τού ζητούσε να επιλέξει αν θέλει οδήγηση στον δρόμο ή πτήση. Φυσικά, επέλεξε το δεύτερο και, στη στιγμή, οι έλικες μπήκαν σε λειτουργία και το αυτοκίνητο άρχισε να ανυψώνεται με αργό ρυθμό. Όταν έφτασε στο κατάλληλο ύψος, άρχισε να αναβοσβήνει η οθόνη, ζητώντας του να επιλέξει την κατεύθυνση. Έστριψε αριστερά και το ταξίδι του πάνω από την πόλη ξεκινούσε.
Για να μπορεί να απολαύσει το θέαμα που απλωνόταν μπροστά στα μάτια του, έβαλε τον αυτόματο πιλότο. Έτσι, ήταν απερίσπαστος και χάζευε κάτω ενώ το όχημά του έκανε το δρομολόγιό του πάνω από την πόλη. Ζούσε ένα αληθινό θαύμα! Κάτω, απλωνόταν η πόλη με τα σπίτια, άλλα με κόκκινες στέγες, άλλα με ταράτσες γεμάτες κεραίες, τα δημόσια κτήρια, τις εκκλησίες, το πάρκο και τους δρόμους με τα αυτοκίνητα. Αναγνώρισε τη γειτονιά του, εντόπισε και το σπίτι του: «Πόσο μικρό φαινόταν από ψηλά!», αποκρίθηκε ο Πετράκης. Βγήκε λίγο έξω από την πόλη και θαύμαζε την εξοχή με τα χωράφια και τα περιβόλια, το ποτάμι και την τεχνητή λίμνη. Ύστερα, ξαναγύρισε πίσω στο κέντρο της πόλης, έκλεισε τον αυτόματο πιλότο και κατευθύνθηκε προς την πλατεία αργά-αργά. Είχε μια αρκετά ομαλή προσγείωση.
Δεν πρόλαβε να βγει από το αυτοκίνητο ο Πετράκης, και μια ομάδα από παιδιά τον πλησίασαν. Άλλα άρχισαν να περιεργάζονται το αυτοκίνητο, άλλα τον ρωτούσαν διάφορες λεπτομέρειες και άλλα τον παρακαλούσαν να τα παέι μια βόλτα. Εκείνος, γεμάτος περηφάνια, τους εξηγούσε το καθετί και τους υποσχέθηκε πως με την πρώτη ευκαιρία θα τους ταξίδευε πάνω από την πόλη.



Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΔΕΡΜΑΤΙΝΗΣ ΣΑΚΑΣ, Ανδρέας Γ.
Κάποτε ήταν μια όμορφη, ολόξανθη γιδούλα που έβοσκε και χοροπηδούσε στα καταπράσινα λιβάδια.
Μια μέρα, όμως, εκεί που απολάμβανε το χορταράκι, βλέπει το αφεντικό της να μιλάει με έναν άνθρωπο. Ο άνθρωπος φαινόταν θυμωμένος. Απόρησε πώς το αφεντικό της έκανε παρέα με έναν τέτοιον άνθρωπο. Από ό,τι κατάλαβε, όμως, όντως ο άνθρωπος αυτός ήταν χασάπης και οι προφητείες της βγήκαν αληθινές. Ο ίδιος άνθρωπος, κρατώντας ένα ξύλο, ξεχώρισε δέκα από τα αδερφάκια της μαζί με εκείνη. Ύστερα, κρατώντας τον βούρδουλα και απειλώντας να τις χτυπήσει, τις οδήγησε μέσα στο αυτοκίνητο και τις πήγε στην πόλη.
Τώρα, όμως, άλλα μαρτύρια την περίμεναν. Ο πρώτος άνθρωπος που την αγόρασε, παίρνοντας με χαρά τα λεφτά που ένας άλλος του προσέφερε, την πούλησε. Ήταν, ωστόσο, χειρότερος από τον πρώτο. Αφού την έδεσε με ένα σχοινί, την έβαλε μέσα στο αυτοκίνητο και την πήγε στο μαγαζί του. Τα λευκά μάρμαρα γίναν κόκκινα. Το ίδιο και η ποδιά του που έσταζε αίμα. Κατάλαβε πως ήταν χασάπης που ήταν έτοιμος να τη σφάξει. Πόνεσε πολύ, βέβαια, αλλά ο θάνατος δεν άργησε να έρθει.
Μετά, ξεχώρισαν το δέρμα από το υπόλοιπο σώμα και την πούλησαν σε έναν βυρσοδέψη. Ο βυρσοδέψης την έδεσε με άλλα τομάρια και την πήγε στο εργαστήριό του, που ήταν χτισμένο σε ένα μικρό ποταμάκι. Εκεί, με διάφορα φάρμακα, την επεξεργάστηκαν και έφτιαξαν ένα όμορφο, μαύρο δέρμα.
Από ‘κει, την πούλησαν σε έναν άλλο άνθρωπο που άρχισε να κόβει το δέρμα της και να το ράβει. Τέλος, της προσέθεσε ένα χερούλι και δύο κλειδαριές και φώναξε: «Υπέροχη σάκα!».
Από ‘κει, πήγε σε ένα βιβλιοπωλείο. Την έβαλαν στη βιτρίνα γιατί ήταν η ομορφότερη. Τι ζηλιάρες που φάνηκαν οι άλλες τσάντες καθώς την κοίταζαν αγριεμένα. Αλλά εκείνη δε μιλούσε.
Μια μέρα την αγόρασε ένα όμορφο και φρόνιμο κοριτσάκι. Την πρόσεχε σαν τα μάτια της και κουβαλούσε μόνο βιβλία και μια κασετίνα. Δίπλα της, όμως, άκουγε παράπονα: ήταν η σάκα ενός ακατάστατου παιδιού. Μουρμούριζε η σάκα του παιδιού απορώντας τι είχε κάνει και της άξιζε κάτι τέτοιο, λέγοντας πως θα έπρεπε να πέσει σε καλά χέρια. Για αυτό και η τσάντα του κοριτσιού ήταν ευτυχισμένη που έπεσε σε καλά χέρια και ευχαριστούσε τον Θεό.



ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ



ΕΝΑΣ ΑΓΩΝΑΣ ΜΕΤΑΞΥ ΔΥΟ ΦΙΛΩΝ ΚΑΙ Ο ΧΑΜΟΣ ΤΟΥΣ, Αντώνης Λ.
Ο Antonio Cruz και ο Felix Vergas είναι φίλοι από πολύ μικρή ηλικία. Μεγαλώνοντας μαζί σε μία από τις πιο φτωχές γειτονιές της Νέας Υόρκης, οι δυο δεκαεπτάχρονοι αισθάνονται περισσότερο αδέρφια παρά φίλοι.
Στο σχολείο, οι δυο φίλοι δεν τα πήγαιναν καλά, με αποτέλεσμα να μην έχουν πιθανότητες να αριστεύσουν. Αλλά και οι δύο είχαν το ίδιο όνειρο: ήθελαν να γράψουν ιστορία στο μποξ. Αυτοί έπαιζαν μποξ με τα άλλα παιδιά στο κλαμπ για μποξ του κ. Anderson. Οι δύο φίλοι ήξεραν τα πάντα σχετικά με το άθλημα, καθώς είχαν κερδίσει πολλά χρυσά μετάλλια σε μαθητικούς αγώνες.
Κάποτε, ο κ. Anderson είχε σκεφτεί πως οι δυο φίλοι δεν είχαν αγωνιστεί ποτέ μαζί. Έτσι, το είπε στον προπονητή και εκείνος χωρίς να χάσει καμιά ευκαιρία τους είπε να συναντηθούν οι τρεις τους στο κλαμπ την επόμενη ημέρα. Τα αγόρια, φεύγοντας για τα σπίτια τους, δεν είχαν ιδέα για ποιο πράγμα τους κάλεσε ο προπονητής.
Την επόμενη ημέρα, τα αγόρια συναντήθηκαν στον δρόμο της γειτονιάς για να πάνε να βρουν τον προπονητή τους. Όταν έφτασαν στο σημείο της συνάντησης, ο προπονητής τούς είπε πως πρέπει να ανταγωνιστούν πρόσωπο με πρόσωπο σε έναν αγώνα επίδειξης. Ο αγώνας θα γινόταν στη Ρώμη, στις 8 Ιουνίου του 1985. Τα αγόρια είχαν δυο εβδομάδες για να κάνουν μόνα τους λίγη εξάσκηση. Ο Antonio και ο Felix δουλεύανε μαζί αλλά ήταν και οι δυο πολύ εξοργισμένοι.
Ένα πρωί, λίγο πριν αγωνιστούν οι δυο φίλοι, καθώς κάνανε το καθημερινό τους τρέξιμο, ο Felix είπε: «Ας σταματήσουμε για λίγο, αδερφέ. Έχουμε να πούμε κάποια πράγματα εμείς οι δύο.». ο Antonio σταμάτησε και ο Felix συνέχισε να μιλάει: «Εγώ σκεφτόμουν ότι ίσως εμείς πρέπει να κάνουμε ένα διάλειμμα και να μη δουλεύουμε μαζί μέχρι τον αγώνα. Εγώ θα πάω να μείνω στη θεία μου, τη Λούσι. Μπορώ να γυμνάζομαι στο γυμναστήριο της περιοχής. Εύχομαι τα πράγματα να ήταν αλλιώς αλλά πρέπει να καταλάβεις πως όταν συναντηθούμε στο ρινγκ, τίποτα δε θα με σταματήσει. Πρέπει να σε νικήσω και θα το κάνω, αδερφέ μου.» «Ακούγεται πολύ καλή ιδέα», είπε ο Antonio. «Εννοώ πως μακάρι τα πράγματα να μην ήταν έτσι αλλά και οι δυο ξέρουμε πως μόνο ένας νικάει.». Μετά από αυτό, ο Felix είπε: «Έτοιμος για λίγο τρέξιμο ακόμα;». Ο Antonio δίστασε για ένα δευτερόλεπτο και είπε: «Όχι, έχω μερικά πράγματα να κάνω.». Έτσι, οι φίλοι, χωρίς να αγκαλιαστούν, είπαν ένα αντίο και χωριστήκανε.
Οι μέρες της προπόνησης περνούσανε αργά και για τους δυο. Το μεσημέρι πριν τη μεγάλη μάχη, ο Antonio έκατσε στην ταράτσα του σπιτιού του και σκεφτόταν. Ο Felix, όσο ήταν στο σπίτι της θείας του, σκεφτόταν πώς πρέπει να αντιμετωπίσει τον Antonio στον αγώνα για να τον νικήσει. Την ίδια νύχτα, ο Felix είδε μια ταινία με το όνομα «Ρόκυ». Καθώς ο Felix έβλεπε την ταινία, φαντάστηκε πως αυτός και o Antonio ήταν οι διαγωνιζόμενοι το ρινγκ και o Felix έβγαλε νοκ-άουτ τον Antonio. Πριν πάει για ύπνο, ο Antonio προσευχόταν να νικήσει.
Η ημέρα για τον αγώνα ήρθε. Ο αγώνας θα λάμβανε χώρα στο τοπικό πάρκο για μποξ και θα τον παρακολουθούσαν πολλοί θεατές. Παρόλο που οι θεατές σέβονταν και τα δυο αγόρια, όλοι ήθελαν να νικήσει ο Antonio. Το πάρκο για μποξ γέμισε γρήγορα με θεατές και όλοι περίμεναν να ξεκινήσει ο αγώνας. Μετά από τέσσερεις ώρες αναμονής, τα;α αγόρια βγήκαν έξω στο ρινγκ, έτοιμα να τα δώσουν όλα για την νίκη.
Ο αγώνας ξεκίνησε και την πρώτη γροθιά την έριξε ο Felix βγάζοντας τον Antonio νοκ-άουτ για τον πρώτο γύρο. Δώδεκα γύροι πέρασαν νερό, γεμάτοι αίματα και φωνές. Ο αγώνας τελείωσε με νικητή τον Felix και τον Antonio ξαπλωμένο στο πάτωμα με αίματα στο πρόσωπό του. Αιμορραγούσε και, έτσι, ήρθε ασθενοφόρο και τον πήρε στο νοσοκομείο.
Μετά από πέντε ώρες χειρουργείου  -και αναμονής για τον Felix- ο γιατρός βγήκε και είπε στον Felix πως ο Antonio ήταν νεκρός. Ο Felix, στενοχωρημένος και κλαίγοντας, έφυγε από το νοσοκομείο και κατευθύνθηκε προς το σπίτι του.
Την ημέρα της κηδείας του Antonio, ο Felix δεν πήγε, γιατί θα πήγαινε στο πάρκο όπου τον νίκησε. Κρατώντας ένα όπλο στα χέρια του, έκατσε στο σημείο όπου έπεσε ο φίλος του και αυτοκτόνησε αφήνοντας ένα σημείωμα στο πάτωμα. Το σημείωμα έλεγε: «Φεύγω. Πάω να βρω τον φίλο μου.». Τον Felix τον βρήκε μετά από λίγες ώρες η αστυνομία. Το ότι είχε πεθάνει ο Felix, δεν το ήξερε κανείς – έτσι, όταν το ανακοίνωσαν στην οικογένειά του, τα πράγματα ήταν δύσκολα.
Οι δυο φίλοι πέθαναν πραγματοποιώντας, όμως, το όνειρό τους. Έμειναν, τελικά, στην ιστορία του μποξ ως: «Τα αχτύπητα αδέρφια».


ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΚΑΙ Ο ΑΓΓΕΛΟΣ, Λάμπρος Κ.
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μικρό νησί στην Ελλάδα, ζούσε ένα κοριτσάκι. Αυτό το κοριτσάκι πίστευε πως ο Θεός δεν την αγαπούσε επειδή ο πατέρας της τους άφησε κι έφυγε. Ζούσε σε ένα χωριό κι έτσι, όλοι γνώριζαν για τον πατέρα της και την κορόιδευαν κι εκείνη στενοχωριότανε – ειδικά, τα Χριστούγεννα, που έβλεπε τα άλλα παιδιά να πηγαίνουν στην Εκκλησία και με τους δυο γονείς τους ενώ αυτή είχε μόνο τη μητέρα της.
Κάθε μέρα που περνούσε, στενοχωριόταν όλο και πιο πολύ. Όσο πλησίαζαν οι γιορτινές μέρες, τόσο πιο πολύ ένιωθε μόνη και απογοητευμένη, ήθελε και  αυτή μια κανονική οικογένεια, μια πατρική αγκαλιά και ήθελε, ακόμα, να έβλεπε τη μαμά της να είναι χαρούμενη.
Μια μέρα που σκεφτόταν όλα αυτά, χωρίς να το θέλει, έφτασε ως την παραλία, στάθηκε πάνω σε κάτι βράχια και έβλεπε τη θάλασσα. Πόσο όμορφη και γαλάζια ήτανε! Έβλεπε  τους γλάρους να πετάνε πάνω από τα κύματα και να ψάχνουν αφρόψαρα: ένιωσε μία μεγάλη γαλήνη μέσα της και σκεφτόταν τι ωραία που θα ήτανε να ήταν και αυτή ένας γλάρος, να πετάει πάνω από τα κύματα. Αλλά αυτό ήξερε πως δε γινόταν με τίποτα, ίσως σε κάποια άλλη ζωή μόνο. Τότε ήταν που της ήρθε μια τρελή ιδέα: ο Θεός την είχε ξεχάσει, όπως και ο πατέρας της, και αποφάσισε να δώσει ένα τέλος στη ζωή της. Αποφάσισε να πέσει από τα βράχια και τότε, θα βρισκόταν αγκαλιά με τη θάλασσα που τόσο αγαπούσε.
Δεν άργησε να το κάνει. Όταν βρέθηκε μέσα στο νερό και πάλευε με τα κύματα, ένιωσε ξαφνικά δύο χέρια να την τραβάνε προς τα πάνω. Ήταν ένας άντρας, σταλμένος από τον Θεό, για να σώσει την κοπέλα. Την άφησε στη γη και τη ρώτησε γιατί ήθελε να πέσει. Η κοπέλα διηγήθηκε στον άντρα την ιστορία της και αυτός της εξήγησε πως δεν έπρεπε να πέσει από τα βράχια.
Την πήρε μαζί στο μικρό του σπίτι, έξω από το χωριό. Καθώς πήγαιναν, αυτός της έλεγε ιστορίες για τον Θεό και πως μας αγαπάει όλους. Όταν έφθασαν στο σπίτι του, της έβαλε λίγο νερό και της εξομολογήθηκε ένα μυστικό: πως υπάρχει μια σπηλιά με τις ζωές των ανθρώπων. Η κοπέλα ξαφνιάστηκε στην αρχή και μετά, ήθελε να πάει στη σπηλιά για να δει τη ζωή του πατέρα της, τι κάνει τώρα και πού είναι. Την πήγε πάνω στο βουνό. Μόλις φτάσανε και μπήκε μέσα στη σπηλιά, είδε στους τοίχους γραμμένα τα ονόματα όλων των ανθρώπων στον κόσμο. Ήταν ζωγραφισμένα τα πρόσωπά τους και έγραφε από κάτω τη ζωή τους. Είδε το πρόσωπό της αλλά δεν βρήκε του πατέρα της.
Κατά το βραδάκι που γύρισε στο σπίτι της, εκεί την περίμενε μια έκπληξη! Ήταν ο πατέρας της, που έλειπε στα καράβια, και της υποσχέθηκε πως δεν ξαναφύγει ποτέ. Από τότε, δεν ξαναστενοχωρήθηκε ποτέ για τον πατέρα της και άρχισε να πιστεύει πολύ στον Θεό.



ΤΖΕΪΚ ΚΑΙ ΜΠΛΕΪΚ, Σάββας Λ.
Μια φορά ήταν δυο άτομα που δε γνωρίζονταν μεταξύ τους αλλά ήταν ίδιοι. Τον έναν τον λέγανε Τζέικ και τον άλλο Μπλέικ. Ο Τζέικ ήταν ορφανός, δεν είχε μητέρα και ζούσε σε ένα σπίτι με τον πατέρα του και τον αδερφό του. Όμως, ο Μπλέικ ήταν τραγουδιστής, είχε μητέρα, πατέρα, έναν μικρότερο αδερφό, τον Μαξ, και ζούσε σε ένα πολύ μεγάλο σπίτι.
Μια μέρα, ο Τζέικ πήγε να αγοράσει κάτι για το σχολείο και ο Μπλέικ πήγε να γράψει το νέο του τραγούδι και, ξαφνικά, στον δρόμο τράκαραν. Ο Μπλέικ έπεσε αλλά και αυτός και ο Τζέικ δεν πάθανε τίποτα. Ξαφνικά, ο Μπλέικ βγάζει το κράνος του και κοιτάζονται περίεργα. Και λέει ο Τζέικ:
-          Μα πώς γίνεται; Αυτός είναι ίδιος μου!
-          Δεν ξέρω… Σήκω, θα πάμε σπίτι μου, να βρούμε μια λύση, οκ;
-          Οκ, αλλά δε θα με δει κανείς;
-          Όχι, κανείς δεν είναι σπίτι τώρα.
-          Καλά, πάμε.
Και τότε, έφυγαν για το σπίτι του Μπλέικ. Όταν έφτασαν, μιλούσαν μεταξύ τους, πώς γίνεται να είναι ίδιοι. Καθώς άλλαζε ο Μπλέικ, ο Τζέικ του είπε πως έχουν το ίδιο σημάδι στον ώμο. Τότε, αναρωτήθηκαν άμα είναι αδέρφια και, τελικά, ανακάλυψαν ότι όντως ήταν.
Μετά από δέκα χρόνια, είχε ο καθένας μια οικογένεια –τρία παιδιά ο Μπλέικ και ένα ο Τζέικ- ζούσαν δίπλα και οι δυο τους έκαναν τις καλύτερες δουλειές: ο Μπλέικ τραγουδιστής και ο Τζέικ διευθυντής του σχολείου.




ΜΙΑ ΕΚΔΡΟΜΗ ΣΤΟ ΔΑΣΟΣ, Κώστας Κ.
Ήταν μια ανοιξιάτικη και ηλιόλουστη μέρα κι εγώ, αφού είχα τελειώσει όλες μου τις υποχρεώσεις, θυμήθηκα ότι είχα κανονίσει να πάω βόλτα με τους φίλους μου στο βουνό.
Αρχίσαμε με πολύ κέφι και τραγούδι. Όλοι ήταν χαρούμενοι κι είχαν όρεξη, παρόλο που κρατούσαμε τα σακίδια, που ήταν βαριά. Ήμασταν σίγουροι ότι θα περάσουμε ωραία. Οι εκπλήξεις είχαν αρχίσει από πολύ νωρίς: στον δρόμο συναντούσαμε πολλά ζώα. Όλα ήταν υπέροχα αλλά το πιο όμορφο τοπίο ήταν ψηλά στο βουνό. Φτάσαμε και αντικρίσαμε έναν καταρράχτη, που ήταν πανέμορφος. Το νερό του έπεφτε και δημιουργούσε μια διάφανη, κρυστάλλινη κουρτίνα. Τα φυτά ήταν κι εκείνα πανέμορφα. Υπήρχαν πολλά είδη από αυτά: άλλα ήταν ροζ και άλλα μπλε.
Μετά από όλα αυτά, στρώσαμε για να φάμε. Αφού τελειώσαμε, συνέβη κάτι πολύ περίεργο: το ρολόι του Αντώνη χτύπησε 19:00 και όλα σκοτείνιασαν. Τότε, ο Λάσκαρης σηκώθηκε και μας είπε την "ιστορία για το δάσος". Κάποτε, πριν από πολλά χρόνια, μια οικογένεια είχε επισκεφθεί το βουνό αλλά ποτέ δεν ξαναγύρισε. Είναι πολύ μυστήριο- ακόμα ψάχνουνε για εκείνη την οικογένεια. Ξαφνικά, χτύπησε μια αστραπή. Όλοι τρόμαξαν και προσπαθούσαν να μη φωνάξουν. Σηκωθήκαμε αμέσως και αρχίσαμε να προχωράμε. Μετά από αρκετή ώρα, συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε χαθεί.
Ακούγαμε κραυγές από λύκους. Αρχίσαμε να τρέχουμε, είχαμε χαθεί και συνειδητοποιήσαμε ότι κάναμε κύκλους. Περιμέναμε για ένα θαύμα. Οι μπαταρίες απ' τους φακούς είχαν τελειώσει, η ώρα ήταν 21:00 και περιμέναμε ακόμα. Ακούσαμε μια φωνή και προχωρήσαμε προς το μέρος της. Ήταν μια γυναίκα που έμενε εκεί κοντά. Μας έδωσε πληροφορίες, βρήκαμε τον δρόμο και γυρίσαμε στο σπίτι.
Οι γονείς μας που μας περίμεναν με ανυπομονησία στο σπίτι μάς ρώτησαν τι έγινε. Εμένα, με αγκάλιασαν και μου είπανε να προσέχω άλλη φορά.
Ήταν μια παράξενη και τρομακτική μέρα που δεν θα ξεχάσω. Αυτό, όμως, δε θα με κάνει να σταματήσω να πηγαίνω εκδρομές με τους φίλους μου, γιατί πάντα περνάω υπέροχα και αξέχαστα.



Ο ΤΣΙΓΚΟΥΝΗΣ, Χρυσάνθη Κ.
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα χωριό, υπήρχε ένα στοιχειωμένο σπίτι όπου ζούσε ένας άνθρωπος που ήταν τσιγκούνης.Αυτός ήταν πολύ πλούσιος. Όμως, όποιος από τους συγχωριανούς του του ζητούσε κάποια λεφτά επειδή τα είχε ανάγκη, του φερόταν άσχημα γιατί δεν ήθελε να δώσει σε κανέναν. Οι άνθρωποι που ζούσαν σε αυτό το χωριό δεν γνώριζαν πώς τον έλεγαν και έτσι, τον φώναζαν «τσιγκούνη».
Μια μέρα, λοιπόν, ο τσιγκούνης πήρε την απόφαση να βγει έξω για να πάει μια βόλτα στο χωριό. Καθώς περπατούσε, όποιος τον έβλεπε, απομακρυνόταν από κοντά του, επειδή όλοι τον φοβόντουσαν πάρα πολύ. Ο τσιγκούνης ένιωσε πολύ άσχημα εκεί έξω, ήθελε να πάει σπίτι του. Όταν έφτασε, ήταν ήδη σκοτάδι και έτσι, πήγε κατευθείαν για ύπνο.
Εκείνο το βράδυ ήταν τρομακτικό για τον τσιγκούνη. Καθώς κοιμόταν, είδε έναν τρομακτικό εφιάλτη: είδε ότι οι συγχωριανοί του δεν τον ήθελαν άλλο στο χωριό τους, γι’ αυτό αποφάσισαν να βάλουν φωτιά στο σπίτι του ώστε να αναγκαστεί να φύγει από το χωριό. Ο τσιγκούνης ξύπνησε πολύ φοβισμένος και είπε: «Δε θα είμαι άλλο τσιγκούνης αλλά θα μοιράζομαι τα πράγματά μου με τους συγχωριανούς μου. Επίσης, θα τους βοηθάω σε ό,τι έχουν ανάγκη.».
Το πρωί φώναξε τον παπά του χωριού και του είπε όσα είχε στο μυαλό του εκείνο το βράδυ. Από την ίδια μέρα κιόλας, όλα άλλαξαν στο χωριό. Έτσι, όλοι οι συγχωριανοί του δεν τον φώναζαν «τσιγκούνη» αλλά «αγαπητέ κύριε».
Τέλος, ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.



Η ΠΛΟΥΣΙΑ ΚΑΙ Η ΦΤΩΧΗ, Νικολέτα Κ.
Μια φορά και έναν καιρό, μέσα σε έναν μοχθηρό κόσμο και μια κακή καθημερινότητα, ζούσαν δυο κορίτσια που είχαν τελείως διαφορετικές ζωές. Η μοίρα τους, όμως, ήταν να συναντηθούνε, όπως θα δείτε παρακάτω.
Το ένα κορίτσι το ‘λεγαν Έβελιν και ήταν πολύ πλούσιο αλλά και πολύ κακομαθημένο. Ό,τι ήθελε, το είχε αμέσως, μόλις το ζητούσε.
·         ΕΒΕΛΙΝ: Μπαμπά, θέλω ένα πόνυ!
·         ΜΠΑΜΠΑΣ: Μα, παιδί μου, έχεις τόσα πολλά ζώα.
·         ΕΒΕΛΙΝ:  Μα, μπαμπά, έχω μόνο δύο χελώνες, τρεις γάτες, δυο σκύλους, τρία χρυσόψαρα, ένα άλογο, δυο παπαγάλους και… είπα: «Θέλω ένα πόνυ!»
·         ΜΠΑΜΠΑΣ: Αμέσως, κόρη μου!
Αυτό το κορίτσι πήγαινε σε ένα πανάκριβο σχολείο που το είχε αγοράσει ο πατέρας της για εκείνη, έτσι ώστε να μπορεί να δωροδοκεί πιο εύκολα τους δασκάλους για να της βάζουν πολύ καλούς βαθμούς. Κι όπως καταλάβατε, ήταν η εξυπνότερη στην τάξη. Είχε φίλες μόνο από συμφέρον και το ομορφότερο αγόρι στο σχολείο ήταν δικό της.
Το άλλο κορίτσι δεν ήταν έτσι. Ήταν πολύ φτωχό και το ‘λεγαν Νάνσι. Η Νάνσι ήξερε ότι δεν έχουν λεφτά για περιττά πράγματα και ζητούσε μόνο τα απαραίτητα.
·         ΝΑΝΣΙ: Μπαμπά, πρέπει να πάρω καινούρια παπούτσια γιατί αυτά τρύπησαν και τα πόδια μου κρυώνουν πολύ.
·         ΜΠΑΜΠΑΣ: Σε καταλαβαίνω, κόρη μου, αλλά αυτή τη στιγμή δεν κρατάω πάνω μου ούτε δυο δραχμές. Ξαναζήτησέ μου τα την επόμενη βδομάδα και θα δούμε.
Αυτό το κορίτσι δεν πήγαινε σχολείο. Έπρεπε να αρχίσει από νωρίς τη δουλειά ως μοδίστρα. Είχε μια πολύ σκληρή εργοδότρια που την πίεζε συνέχεια να δουλεύει πιο γρήγορα για να βγάλει πιο πολύ χρήμα. Δεν είχε φίλους αλλά είχε έναν υπέροχο γάτο που την καταλάβαινε καλύτερα και από άνθρωπο. Η Νάνσι είχε βρει έναν τρόπο να ξεφεύγει λίγο από τη δύσκολη και πιεστική καθημερινότητά της τραγουδώντας στους χωριανούς της.
Μια μέρα, η Έβελιν αποφάσισε να κάνει μερικά ψώνια για το πάρτι που διοργάνωνε μιας και σε λίγες μέρες είχε τα γενέθλιά της. Έτσι, μπήκε σε ένα μαγαζί με φορέματα και εκεί συνάντησε την Νάνσι.
·         ΕΒΕΛΙΝ: Καλησπέρα. Θέλω το πιο όμορφο φόρεμα του μαγαζιού. Ξέρετε, σε λίγες μέρες έχω τα γενέθλιά μου και, όπως καταλαβαίνετε, πρέπει να φοράω το καλύτερο φόρεμα της χρονιάς.
·         ΝΑΝΣΙ: Μάλιστα… Τι λέτε για αυτό εδώ;
·         ΕΒΕΛΙΝ: Πλάκα μου κάνετε; Δεν έχετε κάτι πιο μοντέρνο;
·         ΝΑΝΣΙ: Όχι, κυρία μου! Κι άμα δε σας αρέσει, να φύγετε, να πάτε αλλού!
·         ΕΒΕΛΙΝ: Τι αυθάδης! Φεύγω! Πάω στο απέναντι μαγαζί, όπου σίγουρα θα μου φερθούν καλύτερα από σας!
·         ΝΑΝΣΙ: Εντάξει, φύγετε… Γεια σας!
·         ΕΡΓΟΔΟΤΡΙΑ: Τι φωνές ακούω; Πάλι, Νάνσι, ξεσπάς τα νεύρα σου πάνω στους πελάτες;
·         ΝΑΝΣΙ: Δε φταίω εγώ, κυρία. Με προκαλούν!
·         ΕΡΓΟΔΟΤΡΙΑ: Ναι, πάλι τα ίδια λες… Το σημερινό μεροκάματο δεν το αξίζεις, οπότε, δεν το παίρνεις!
·         ΝΑΝΣΙ: Μα, κυρία… Εγώ…
·         ΕΡΓΟΔΟΤΡΙΑ: Κεριά και λιβάνια! Πήγαινε μέσα και συνέχισε το ράψιμο!
·         ΝΑΝΣΙ: Μάλιστα, κυρία…
Η μέρα των γενεθλίων της Έβελιν έφτασε. Η Έβελιν ήταν, όπως πάντα, η πιο ωραία της χρονιάς αλλά ήθελε να κάνει και την κακία της. Έτσι, τυχαία (τουλάχιστον έτσι έλεγε), βρήκε την Νάνσι στον δρόμο και την ταπείνωσε μέχρι εκεί που δεν πάει άλλο.
·         Η ΕΒΕΛΙΝ ΣΤΙΣ ΦΙΛΕΣ ΤΗΣ: Κορίτσια, δεν φοράω το ωραιότερο φόρεμα της χρονιάς; Και όχι κάτι κουρέλια, σαν κι αυτά  που φοράει αυτό το φτωχοκόριτσο!
·         ΦΙΛΕΣ ΕΒΕΛΙΝ: Και βέβαια, καλή μου! Μη συγκρίνεσαι με κάτι βρωμοκόριτσα σαν και αυτήν!
Η Νάνσι το άκουσε και δεν άντεχε να συγκρατεί τα δάκρυά της. Έτσι, ξέσπασε σε λυγμούς και συνέχισε τον δρόμο της αφήνοντας πίσω της την Έβελιν να γελάει εις βάρος της. Την επόμενη εβδομάδα, ενώ η Έβελιν προχωρούσε προς την πλατεία, μιλώντας στο κινητό της και γεμάτη με τσάντες από ψώνια, άκουσε την Νάνσι να τραγουδά με την υπέροχη φωνή της. Πέταξε κάτω τα ψώνια της και έμεινε με το στόμα ανοιχτό, να την ακούει και να μην χορταίνει. Αποφάσισε, λοιπόν, να την πλησιάσει, να της ζητήσει συγγνώμη και να τραγουδήσουν μαζί. Έτσι κι έγινε.
·         ΕΒΕΛΙΝ: Γεια σου, ήρθα να σου ζητήσω συγγνώμη για τις προάλλες.
·         ΝΑΝΣΙ: Και εγώ περιμένεις να το δεχτώ;
·         ΕΒΕΛΙΝ: Το ξέρω, παραφέρθηκα αλλά έχω μετανιώσει.
·         ΝΑΝΣΙ: Ας ελπίσουμε να μη με κοροϊδεύεις πάλι…
·         ΕΒΕΛΙΝ: Όχι, στο υπόσχομαι.
·         ΝΑΝΣΙ: Εντάξει, σε πιστεύω.
·         ΕΒΕΛΙΝ: Θες να τραγουδήσουμε μαζί;
·         ΝΑΝΣΙ: Ναι, γιατί όχι;
Τα κορίτσια έγιναν πολύ καλές φίλες. Έκαναν πολλά πράγματα μαζί: τραγουδούσαν, έπαιζαν, έγραφαν τραγούδια… Η Νάνσι βοήθησε την Έβελιν να βγάλει την κακία από μέσα της και να γίνει καλύτερος άνθρωπος.
·         ΕΒΕΛΙΝ: Θες να έρθεις σπίτι μου σήμερα;
·         ΝΑΝΣΙ: Είσαι σίγουρη ότι ο πατέρας σου αφήνει να έρθω;
·         ΕΒΕΛΙΝ: Ναι, γιατί όχι;
·         ΝΑΝΣΙ: Γιατί εγώ είμαι φτωχή ενώ εσύ είσαι πλούσια.
·         ΕΒΕΛΙΝ: Δεν νομίζω να έχει τέτοιο πρόβλημα.
·         ΝΑΝΣΙ: Εντάξει. Πότε θες να έρθω;
·         ΕΒΕΛΙΝ: Θες σήμερα;
·         ΝΑΝΣΙ: Εντάξει, θα ‘ρθω.
Η Νάνσι πήγε στο σπίτι της Έβελιν: ξετρελάθηκε από τα παιχνίδια της, το δωμάτιό της και, ιδιαίτερα, από τα κατοικίδια ζώα της. Έπαιξε με το πόνυ και της άρεσε τόσο πολύ που ευχόταν να είχε και εκείνη ένα.
Τη φιλία αυτή μεταξύ Έβελιν και Νάνσι τη ζήλεψαν πολύ οι φίλες της Έβελιν και σκέφτηκαν ένα σχέδιο για να ξανακερδίσουν πίσω τη φίλη τους. Σκέφτηκαν, λοιπόν, να πουν στην Έβελιν ένα μεγάλο ψέμα κατά της Νάνσι.
·         ΦΙΛΕΣ ΕΒΕΛΙΝ: Έβελιν, έρχεσαι λίγο που σε θέλουμε;
·         ΕΒΕΛΙΝ: Ναι, πείτε μου. Τι θέλετε;
·         ΦΙΛΕΣ: Το ξέρεις ότι η Νάνσι λέει πολλά άσχημα λόγια πίσω από την πλάτη σου;
·         ΕΒΕΛΙΝ: Δεν σας πιστεύω. Η Νάνσι δεν τα κάνει αυτά.
·         ΦΙΛΕΣ: Αλήθεια σου λέμε, χρυσή μου. Λέει, επίσης, ότι μια μέρα που θα την αφήσεις μόνη στο δωμάτιό σου, θα σου κλέψει τα κοσμήματα.
·         ΕΒΕΛΙΝ: Αλήθεια μου λέτε;
·         ΦΙΛΕΣ: Ναι, καλή μου. Γιατί να σου πούμε ψέματα;
·         ΕΒΕΛΙΝ: Ευχαριστώ, κορίτσια, που μου ανοίξατε τα μάτια!
Η Νάνσι, χωρίς να γνωρίζει τίποτα από όλα αυτά, χτυπάει το κουδούνι του σπιτιού της Έβελιν. Ανοίγει την πόρτα η υπηρέτρια που της λέει: «Η κυρία Έβελιν μου είπε να σας πω ότι με αυτό που κάνατε δε θέλει να σας δει ούτε να σας ξαναμιλήσει. Και να μην τολμήσετε να ξαναέρθετε σε αυτό το σπίτι.» Η Νάνσι κατέβασε το κεφάλι και έφυγε χωρίς να έχει καταλάβει τι έκανε και θύμωσε έτσι η Έβελιν.
Μετά από έναν μήνα,  η Έβελιν πήγε μια εκδρομή με τις φίλες της σε μια πλαγιά βουνού, όπου έπαιζαν, ενώ δίπλα τους είχε έναν γκρεμό την ύπαρξη του οποίου δε γνώριζαν. Η Έβελιν παραπάτησε και συγκρατήθηκε από ένα κλαδί. Οι φίλες της την έβλεπαν και δεν έκαναν τίποτα – απλώς, γελούσαν.
·         ΕΒΕΛΙΝ: Βοήθεια! Βοήθεια!
Τυχαία η Νάνσι περνούσε από εκεί, την είδε και αμέσως έτρεξε να τη βοηθήσει.
·         ΝΑΝΣΙ: Έρχομαι, Έβελιν! Κρατήσου!
Η Νάνσι έσωσε την Έβελιν. Μετά, όταν την πήγε σπίτι της, η Έβελιν κατάλαβε ότι είχε κάνει λάθος που πίστεψε τα λόγια των φίλων της για την Νάνσι. Την αγκάλιασε, την ευχαρίστησε και έμειναν κολλητές για μια ζωή. Και έζησαν αυτές καλά κι εμείς καλύτερα!





ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΤΟ ΛΟΝΔΙΝΟ, Μιχάλης Α.
Μετά από τέσσερεις ώρες ταξίδι, φτάσαμε επιτέλους στο αεροδρόμιο Χίθροου της Αγγλίας. Εκεί αντικρίσαμε έναν πολύ διαφορετικό καιρό από της Ελλάδας, με πάρα πολύ χιόνι και αέρα. Πήραμε τις αποσκευές μας και πήραμε το ταξί για το ξενοδοχείο London. Ύστερα από λίγες ώρες, αφού ξεκουραστήκαμε, αρχίσαμε να επισκεπτόμαστε τα αξιοθέατα του Λονδίνου.
Την πρώτη μέρα, πήγαμε στο μεγαλύτερο ρολόι του κόσμου, το Big Ben, στο οποίο μας έκανε εντύπωση ο δυνατός θόρυβος της αλλαγής της ώρας. Κάναμε βόλτα στα τεράστια εμπορικά κέντρα της πόλης και στη διασημότερη πλατεία της Αγγλίας, την πλατεία Πικαντίλι. Το απόγευμα, πήγαμε στο μουσείο του Μπάγκιγχαμ και στο μουσείο της Μαντάμ Τισό, στο οποίο βρίσκονται κέρινα ομοιώματα από μεγάλες προσωπικότητες του πολιτικού και καλλιτεχνικού χώρου.
Τη δεύτερη μέρα, επισκεφτήκαμε τον μεγάλο ποταμό Τάμεση, όπου βρήκαμε πολύν κόσμο από όλα τα μέρη της γης. Πήγαμε σε μία μεγάλη ρόδα, που τη λένε «Η ρόδα του Λονδίνου», όταν μπαίνεις στην οποία, έχεις θέα όλο το Λονδίνο. Πήγαμε στο γήπεδο ποδοσφαίρου «Γουέμπλεϊ», που είναι ένα από τα μεγαλύτερα γήπεδα στον κόσμο: χωράει 150.000 φιλάθλους και χτίστηκε το 1982.
Την τρίτη μέρα, επισκεφτήκαμε το γήπεδο της Μάντσεστερ Γουνάιτεντ, το «Ολντ Τράφορντ», που χωράει 100.000 φιλάθλους και χτίστηκε το 1992. Όταν βράδιασε, πήγαμε σε ένα ελληνικό εστιατόριο, που το λέγανε: «Η όμορφη Ρόδος».
Την τέταρτη μέρα, πήγαμε στη γέφυρα του Λονδίνου, την ιστορία της οποίας μας είπε ο ξεναγός. Ο μύθος λέει ότι στα παλιά χρόνια, άνθρωποι πήγαιναν και έπεφταν από τη γέφυρα αυτή. Το μεσημέρι, πήγαμε σε ένα άλλο ελληνικό εστιατόριο, που το λένε: «Η Θεσσαλονίκη», και μετά, πήγαμε στο πλανητάριο. Εκεί, μαγευτήκαμε από τις εικόνες και από τα βίντεο που είδαμε.
Την πέμπτη μέρα, που ήταν και η τελευταία, πήγαμε το πρωί σε μια καφετέρια-εστιατόριο για να φάμε πρωινό. Όταν τελειώσαμε, πήραμε το ταξί για το ξενοδοχείο, για να πάρουμε τις αποσκευές μας για το αεροδρόμιο Χίθροου και να γυρίσουμε στην Ελλάδα.
Εύχομαι να ξαναπάω στην Αγγλία για να δω άλλα αξιοθέατα, που δεν πρόλαβα να δω και να γνωρίσω καινούριους φίλους.


ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΜΕ ΖΩΑ



ΕΝΑ ΑΞΕΧΑΣΤΟ ΔΙΔΥΜΟ, Κική Μ.
Μια φορά και έναν καιρό, ήταν μία τριχωτή και περιποιημένη σκυλίτσα. Όλοι στο σπίτι την πρόσεχαν σαν τα μάτια τους, μην τυχόν και της λείψει τίποτα. Απ’ ό,τι καταλάβατε, ήταν μία αριστοκρατική σκυλίτσα, της οποίας το όνομα ήταν Γιολάντα. Είχε κατάλευκο και πουπουλένιο δέρμα αλλά τα πατουσάκια της ήταν μαύρα. Τα ματάκια της ήταν τόσο γλυκά που κανείς δε μπορούσε να της αντισταθεί. Έτσι, όλοι τη θεωρούσαν πολύ όμορφη αλλά και σημαντική.
Στην άλλη μεριά της πόλης, έμενε ένα ζευγάρι μόνο του μαζί με έναν σκύλο. Αυτός ο σκύλος ήταν ολόμαυρος. Δεν ήταν αριστοκρατικός και περιποιημένος - όμως, στο βλέμμα του έβλεπες μια εσωτερική ομορφιά. Δεν ήταν άσχημος, απλώς, ήταν βρόμικος. Το ζευγάρι που τον είχε αγοράσει δεν ήταν οικονομικά ευκατάστατο και δε μπορούσε να τον κάνει συχνά μπάνιο. Όμως, ήταν μεγάλος, με γλυκά ματάκια και ολόασπρα πατουσάκια. Μπορεί να ήταν βρόμικος αλλά ήταν αξιολάτρευτος.
Μία μέρα, η αριστοκρατική Γιολάντα βγήκε έξω από το σπίτι και άρχισε να κάνει βόλτες μόνη της γιατί οι ιδιοκτήτες της είχαν διοργανώσει ένα πάρτι και δεν μπορούσαν να την έχουν μέσα στο σπίτι. Έτσι, λοιπόν, έκανε για αρκετή ώρα βόλτες γύρω από την πόλη, ώστε, όταν βαρέθηκε και ήθελε να γυρίσει σπίτι, δεν μπορούσε να βρει τον δρόμο για να επιστρέψει.
Ξαφνικά, άρχισε να νυχτώνει και η Γιολάντα δεν μπορούσε να βρει τον δρόμο του γυρισμού. Μετά από λίγο, είδε τον Άρη να κοιμάται και τον πλησίασε. Ο Άρης την άκουσε και ξύπνησε κατευθείαν. Με το που την είδε, την ερωτεύτηκε˙ όμως, και εκείνη τον ερωτεύτηκε: ήταν ένας έρωτας με την πρώτη ματιά. Κοιμήθηκαν μαζί την νύχτα και τη μέρα άρχισαν να κάνουν βόλτες.
Οι ιδιοκτήτες της Γιολάντας ανησύχησαν πολύ για την εξαφάνισή της. Και έτσι, άρχισαν να τηλεφωνούν στην αστυνομία και να κολλάνε αφίσες στον δρόμο με τη φωτογραφία της.
Ο Άρης και η Γιολάντα, αφού τελείωσαν τη βόλτα τους, γύρισαν στο σπίτι του Άρη. Εκεί τους βρήκαν οι ιδιοκτήτες της Γιολάντας και κατάλαβαν πως αυτά τα δύο σκυλιά αγαπιούνται παράφορα. Τότε, οι ιδιοκτήτες της Γιολάντας αποφάσισαν να πουν στην οικογένεια του Άρη να μείνουν μαζί τους. Η οικογένεια του Άρη δέχτηκε και ζήσαν όλοι μαζί ευτυχισμένοι. Μετά από λίγο καιρό, η Γιολάντα με τον Άρη έκαναν πέντε σκυλάκια. Και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.


Ο ΒΑΣΙΛΙΑΣ ΤΗΣ ΖΟΥΓΚΛΑΣ ΗΡΩΑΣ, Κώστας Θ.
Ο βασιλιάς της ζούγκλας είναι ένα μεγάλο, δυνατό, όμορφο ζώο, που λέγεται λιοντάρι. Το τρίχωμά του είναι κίτρινο. Θα σας πω μια ιστορία που είχε γίνει πριν κάτι χρόνια. Μια φορά κι έναν καιρό, ήταν ένας άνθρωπος, που τον λέγαν M. Snake, και είχε πάει στη ζούγκλα για να κάνει έρευνες για τα φίδια ανακόντα. Τα ανακόντα είναι πολύ μεγάλα φίδια και φτάνουν περίπου τα δεκατρία μέτρα.
Ο M. Snake, καθώς ερευνούσε, άκουσε έναν θόρυβο, τρόμαξε και πήγε να δει τι ήταν. Είδε ένα μικρό ανακόντα κι ακριβώς απέναντι, είχε ένα λιοντάρι που τον κοιτούσε συνέχεια. Ο M. Snake βγήκε από τη σκηνή και πήγε να δει άμα ήταν ακόμα εκεί το λιοντάρι. Κοίταξε δεξιά-αριστερά: όχι. Τότε, είπε: «Μάλλον θα έφυγε». Μετά, ξανάρχισε την έρευνα και πάλι άκουσε έναν θόρυβο. Πήγε να δει, και, αυτήν τη φορά, δεν ήταν ένα μικρό ανακόντα αλλά ένα τεράστιο: θα ήταν περίπου δεκαπέντε-δεκαέξι μέτρα. Τότε, αυτό του επιτέθηκε και, ξαφνικά, βλέπει το λιοντάρι να πετάγεται, να επιτίθεται στο τεράστιο φίδι και να το σκοτώνει.
Το λιοντάρι πήγε κοντά στον M. Snake και τον έγλυψε. Τότε, ο M. Snake είπε: «Είσαι ο ήρωάς μου!». Κι έζησαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.



ΔΙΑΣΚΕΥΕΣ


H ΠΟΛΥΑΝΝΑ, Μαρία Α.
Μια φορά κι έναν καιρό, στην πόλη Φλωρεντία, ζούσε μαζί με τους γονείς του ένα μικρό, φτωχό κοριτσάκι που το έλεγαν Πολυάννα. Πραγματικά, ήταν ένα πολύ όμορφο και χαρούμενο παιδί που σκορπούσε την ευτυχία γύρω του.
Μια μέρα, όμως, οι γονείς της αρρώστησαν και δεν είχαν τα χρήματα για να αγοράσουν τα κατάλληλα φάρμακα για τη θεραπεία της ασθένειάς τους. Έτσι, μέρα με τη μέρα αρρώσταιναν όλο και πιο βαριά. Επειδή καταλάβαιναν πως είχε έρθει ο καιρός που ο Θεούλης θα τους έπαιρνε κοντά του, κάθισαν και συζήτησαν και αποφάσισαν να της αποκαλύψουν την αλήθεια. Της είπαν, λοιπόν, πως δεν είναι οι πραγματικοί της γονείς αλλά οι θετοί και πως την υιοθέτησαν από το ορφανοτροφείο της Μελβούρνης όταν αυτή ήταν ακόμα μωρό. Τέλος, της είπαν πως, επειδή εκείνοι θα έφευγαν από τη ζωή, ήταν καιρός να ψάξει τους πραγματικούς της γονείς, ώστε να βρει την ευτυχία της.
Τότε, ξεψύχησαν κι οι δύο κι έφυγαν για το μακρινό ταξίδι προς τον Παράδεισο. Αφού έγινε η κηδεία τους, η μικρή, όμορφη, ξανθομάλλα Πολυάννα μάζεψε τα πράγματά της κι έφυγε με το πρώτο αεροπλάνο για Μελβούρνη. Είχε αποφασίσει να πάει στο ορφανοτροφείο να βρει στοιχεία για τους γονείς της. Εκεί έμαθε πως οι γονείς της λέγονταν Τζον και Τζένη Βιετέ κι έμεναν στο Σίντνεϊ της Αυστραλίας. Τότε, η Πολυάννα έσπευσε να πάρει το πρώτο τρένο για Σίντνεϊ. Εκεί, θα έβρισκε την οικογένειά της και θα μάθαινε περισσότερες πληροφορίες για τον λόγο που την άφησαν στο ορφανοτροφείο.
Όταν αποβιβάστηκε στο Σίντνεϊ, άρχισε να ρωτάει όποιον έβρισκε μπροστά της για το πού έμεναν. Οι περισσότεροι δεν της έδιναν καν σημασία. Η μικρή Πολυάννα δεν έχανε το κουράγιο της. Τελικά, ένας καλός ανθρωπάκος, που τους ήξερε, της είπε πως μένουν στην οδό Στράντσμπερ και το σπίτι τους έχει τον αριθμό 27. Βρήκε το σπίτι, ανέβηκε τα σκαλιά και χτύπησε την πόρτα. Όταν της ανοίξανε, είδε μπροστά της τη μητέρα της, μια όμορφη κυρία με καστανά μαλλιά και γαλανά μάτια. Η κυρία Τζένη την αναγνώρισε και την αγκάλιασε σφιχτά. Μετά, μπήκανε στο σπίτι και συζητήσανε για το πώς περνούσαν όλα αυτά τα χρόνια η μία μακριά από την άλλη. Τότε, η μικρή Πολυάννα ρώτησε τη μητέρα της γιατί την άφησαν στο ορφανοτροφείο κι εκείνη της απάντησε πως εκείνη την εποχή δεν είχαν χρήματα για να τη μεγαλώσουν και της ζήτησε να τη συγχωρήσει και να ζήσει μαζί τους για πάντα.
Εκείνη τη στιγμή, μπήκε μέσα στο σπίτι ο πατέρας της. Όμορφος άντρας, με ξανθά μαλλιά και καστανά μάτια. Η Πολυάννα έτρεξε και τον αγκάλιασε. Τότε, κάθισαν και συζήτησαν και της είπαν πως δε θα την ξαναφήσουν μόνη της. Έτσι, βρήκε η Πολυάννα την ευχτυχία της και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.



ΤΑ ΤΡΙΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΛΛΑΖΟΥΝ ΤΗ ΖΩΗ, Γιώργος Κ.
Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας πολύ πλούσιος έμπορος. Είχε μια πλούσια επιχείρηση – όμως, ήταν φοβερά τσιγκούνης. Δεν έδινε τίποτα και σε κανέναν. Μετά από λίγο καιρό, πέθανε ο συνέταιρός του, όμως, εκείνος συνέχιζε με τον ίδιο τρόπο ζωής. Όλος ο κόσμος τον μισούσε μέχρι που, ξαφνικά, τον επισκέφτηκε το φάντασμα του φίλου του και του είπε να αλλάξει, αλλιώς, θα πέθαινε μόνος του. Του είπε, επίσης, πως θα τον επισκεφτούν τρία πνεύματα.
Όταν χτύπησε δώδεκα το ρολόι, τον επισκέφτηκε ένα φάντασμα που τον πήγε πίσω στον χρόνο και του έδειχνε τη ζωή που ζούσε πριν γίνει τσιγκούνης. Το δεύτερο φάντασμα τού έδειξε την οικογένεια ενός υπαλλήλου του και το άρρωστο παιδί του, που θα πέθαινε. Εκεί συγκινήθηκε και άρχισε να σκέφτεται να γίνει καλός άνθρωπος. Το τρίτο φάντασμα τού έδειξε το μέλλον: το μέλλον ήταν ότι θα πέθαινε και κανείς δεν θα έκλεγε για εκείνον. Θα ήταν σαν να μην έζησε ποτέ του.
Μετά από αυτά τα γεγονότα, άλλαξε τελείως. Βοηθούσε τους άλλους ανθρώπους και έζησε την υπόλοιπη ζωή του ευτυχισμένος και χαρούμενος.


Ο ΛΑΓΟΣ ΚΑΙ Η ΧΕΛΩΝΑ, Αμαρίλντο Λ.
Μια φορά και έναν καιρό, ζούσαν στο δάσος μια χελώνα και ένας λαγός, που ήταν καλοί φίλοι. Η χελώνα, όμως, στενοχωριόταν επειδή ήταν τόσο αργό ζώο και ο λαγός όλο την κορόιδευε. Και η χελώνα ντρεπόταν επειδή την έλεγε «αργό ζώο».
Την άλλη μέρα, ο λαγός είπε: «Δες με, πόσο γρήγορος είμαι! Τρέχω σα σφαίρα – όχι σαν εσένα που είσαι αναγκασμένη να κουβαλάς ολόκληρο σπίτι στην πλάτη σου… Εγώ, μέχρι να πεις ‘τρία’, έχω φτάσει στη φωλιά μου.». Η χελώνα βαρέθηκε και είπε στον λαγό να κάνουν μια κόντρα. Ο λαγός γέλασε τόσο δυνατά που τρόμαξε τα πουλιά που ήταν εκεί γύρω. Ο λαγός, με τούτα και με κείνα, δέχτηκε και, πριν ξεκινήσουν, της είπε: «Είσαι χαμένη!». Η χελώνα άρχισε να μετράει: «ένα, δύο, τρία!». Η χελώνα ξεκίνησε μόνη της να τρέχει επειδή ο λαγός ήταν τόσο σίγουρος για τα πόδια του που ξάπλωσε να δει τη χελώνα όσο έτρεχε. Ο λαγός, όμως, παρακοιμήθηκε και, όταν ξύπνησε, είδε τη χελώνα, που ήταν πολύ κοντά στην νίκη, και αγχώθηκε πάρα πολύ. Ξεκίνησε να τρέχει σαν άνεμος, μπας και την περάσει. Αλλά, η προσπάθειά του στάθηκε αδύνατη: δεν τα κατάφερε να περάσει τη χελώνα.
Όλα τα ζώα του δάσους κορόιδευαν τον λαγό επειδή έλεγε κάθε φορά ότι κανένας δεν μπορεί να τον περάσει. Αλλά μετά, η χελώνα λέει στον λαγό: «Είδες και μόνος σου, λαγέ, ότι σε νίκησα!». Ύστερα, βέβαια, ο λαγός δεν την κορόιδεψε άλλο ποτέ ξανά και η χελώνα δε στενοχωριόταν.

9 σχόλια:

Kakos Lykos είπε...

Άπαντες, σύμπαντες, οι πάντες κι όλοι αναμένομεν εναγωνίως το δεύτερο μέρος...

Ανώνυμος είπε...

!Αν και όχι τέλεια τα παραμύθια βγήκαν αξιοπρεπή με πολλή προσπάθεια και σκέψη!Μπράβο μας!!!

Νικολέτα Κ.

Ανώνυμος είπε...

τελεια ολα τα παραμυθια ευχαριστουμε κα Δεσποινα που τα πληκτρολογισατε και τα δημοσιευσατε στο afterschool bar!!!
Bερα Λ.

gia_des είπε...

@ Κακός Λύκος: ...και οι έσχατοι έσονται πρώτοι: το μέρος β' έχει αναρτηθεί!

@ Νικολέτα: Έχεις δίκιο: Μπράβο σας!!!!!!

@ Βέρα: Δεν κάνει τίποτα. Το δικό μου "ευχαριστώ" σας το είπα και εντός της τάξης...

Kakos Lykos είπε...

Άρα δεν είναι μόνοι πια, αλλά έκαστοι... (Νομίζω καλύψαμε τα επίθετα που είναι πάντα κατηγορηματικοί προσδιορισμοί... Κανένα δεν έμεινε μόνο κι ... έρημον)

gia_des είπε...

ΟΚ! όντως, με κάλυψες! Νομίζω, Κακέ Λύκε, ότι βρήκες πάλι ΜΕΣΗ λύση... ΑΥΤΟ το ίδιο που είπες ακριβώς ήθελα να πω κι εγώ! ;)))

Ανώνυμος είπε...

ΟΛΑ ΤΑ ΠΡΑΜΥΘΙΑ ΜΟΥ ΑΡΕΣΑΝ ΠΟΛΥ.ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΠΟΛΥ ΠΡΟΣΠΑΘΙΑ.ΜΠΡΑΒΟ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΑΣ!!!

Ανώνυμος είπε...

ΜΑΡΙΑ Α.

gia_des είπε...

Συμφωνώ, Μαράκι! Σας αξίζει ένα πολύ-πολύ μεγάλο ΜΠΡΑΒΟ!