Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Τετάρτη, 6 Φεβρουαρίου 2013

Δ. Σολωμού:"Ο Πειρασμός" (Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, Γ΄ Σχεδίασμα. Απόσπασμα 6)


  Ξεκινώντας ως απληροφόρητος αναγνώστης να διαβάσεις ένα ποίημα με τίτλο «Ο Πειρασμός»,  οι λογικές σου αναμονές είναι ότι θα διαβάσεις για κάποιο  θεολογικό θέμα που σχετίζεται με τον  Αδάμ ή τον Άγιο Αντώνιο ή για κάποια ωραία και ερωτική γυναίκα που σκορπά στο διάβα της πόθο, θαυμασμό, κι ανομολόγητες επιθυμίες, σαν την Ελένη- καληώρα- στην «Τειχοσκοπία». Και τελικά διαβάζεις ένα ποίημα με θέμα τη φύση… Τι πήγε λάθος?
  Τίποτα, όλα καλά. Απλά ο Σολωμός στο 6ο απόσπασμα του "Γ’ Σχεδιάσματος" των «Ελεύθερων Πολιορκημένων» επεκτείνει  τον Βιτσέτζο Κορνάρο αλλά και τον εαυτό του ,του "Β' Σχεδιάσματος" (παρακάτω λίνκιο)  .
  Αφού ακούσουμε τον "Πειρασμό" σε απαγγελία της Ειρήνης Πάπα και μελοποίηση του Γιαννη Μαρκόπουλου με την φωνή του Νίκου Ξυλούρη, 



πρέπει  στο σημείο αυτό, αγαπητέ μου αναγνώστη, να σε προειδοποιήσω ότι αυτό που πρόκειται να διαβάσεις δεν είναι αυτό που είχα στο μυαλό μου, δηλαδή ένας πρόχειρος,  σχολικού τύπου, χρηστικός, σχολιασμός του ποίηματος Δεν ξέρω πως, αλλά μέσα μου ο αναγνώστης - αν όχι εξοβέλισε- παραμέρισε τον φιλόλογο και τον ενεργοποιούσε μόνο όταν τον χρειαζότανε . Μπορεί, λοιπόν, να βρεθείς αντιμέτωπος με ερμηνευτικές ακροβασίες, αλλά - τι να σου πω;- έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους, για να παραφράσω τον Καρυωτάκη. Άμα ήμουνα άλλος άνθρωπος ίσως να έγραφα άλλο κείμενο. Αλλά δεν είμαι...
   Με το αντίστοιχο ως προς το περιεχόμενο απόσπασμα από το "Β΄Σχεδίασμα" το ιστολόγιο έχει ασχοληθεί εδώ, μοιραία όμως εξαιτίας της συνάφειας  μεταξύ των αποσπασμάτων πρέπει να επαναληφθούν  και σ' αυτήν την ανάρτηση  κάποια πράγματα εν είδει σύγκρισης.
   Αρχικά και σε επίπεδο μορφής, παρατηρούμε την διαφορά στον στίχο. Και στα δυο είναι ιαμβικός δεκαπεντασύλλαβος. Στο "Β΄ Σχεδίασμα" όμως ο στίχος ομοιοκαταληκτεί ζευγαρωτά (κρητικός), ενώ στο "Γ΄Σχεδίασμα"  ομοιοκαταληξία δεν υπάρχει.  Να εξετάσω εδώ τη διαφορά γενικά στα δυο "Σχεδιάσματα"  δεν είναι στις προθέσεις μου, ούτε με νοιάζει στην παρούσα φάση. Δεν ξέρω, επίσης,  αν είναι φιλολογικά δόκιμο  αυτό που θα πω, αλλά η αίσθηση μου ως αναγνώστη αυτό μου λέει. Πιστεύω λοιπόν, ότι ο Σολωμός έκανε τη σωστότερη κάθε φορά επιλογή, όσον αφορά τουλάχιστον αυτά τα δυο αποσπάσματα. Το 2ο απόσπασμα του Β' Σχεδιάσματος το θεωρώ από τα ωραιότερα ποιήματα που έχουν γραφεί ποτέ. Πέρα από την νοηματική πληρότητα που διαθέτει, είναι πραγματικά ένα κομψοτέχνημα από αισθητικής απόψεως. Κάθε λέξη είναι μελετημένη και τοποθετημένη έτσι όπως και εκεί που πρέπει, υπηρετώντας και στηρίζοντας το νόημα.  Στα πετρόχτιστα σπίτια χρησιμοποιούν ακρογωνιαίους λίθους, αγκωνάρια τα λένε.  Ούτως ή άλλως, τα αγκωνάρια θα κρατούσαν το τοίχο του σπιτιού, πελεκημένα όμως είναι ομορφότερα. Μια τέτοια λειτουργία επιτελεί και η ομοιοκαταληξία εδώ. Εντείνει την αισθητική απόλαυση. Ο "Πειρασμός", διαθέτωντας την ίδια πυκνότητα νοημάτων, είναι ταυτόχρονα, πέρα από ποίημα, κι ένα ηθικοστοχαστικό δοκίμιο. Και σ' αυτή την περίπτωση οι ομοιοκαταληξίες θα ήταν ένα περιττό κι αχρείαστο, χυδαία φιλάρεσκο φτιασίδι. Οπότε η επιλογή του "καθαρού" δεκαπεντασύλλαβου μου φαίνεται η πλέον δόκιμη επιλογή.
   Ως προς το περιεχόμενο τώρα.  Και στα δυο αποσπάσματα η φύση είναι η πρωταγωνίστρια, ενώ απουσιάζουν, λιγότερο περισσότερο, οι άνθρωποι- και γενικά και οι πολιορκημένοι συγκεκριμένα- και οποιαδήποτε αναφορά στο συγκεκριμένο ιστορικό χώρο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να υμνείται  μεν το συγκεκριμένο -οι "απ' το χρέος μη κινούντες" άνθρωποι εκείνοι τότε-  και παράλληλα η υπακοή αυτή στο χρέος  να αποκτά και  ευρύτερο, διαχρονικό χαρακτήρα. Εφαρμόζεται δηλαδή μια παρόμοια μέθοδος μ' εκείνη του Καβάφη στις "Θερμοπύλες".
   Στο "Β΄Σχεδίασμα" η μοναδική αναφορά στο ευρύτερο θέμα των «Ελεύθερων Πολιορκημένων", στην πολιορκία δηλαδή, αποτελεί το δεύτερο ημιστίχιο του δεύτερου στίχου, με την αποστροφή σε β΄ πρόσωπο ("τόσα άρματα σε κλειούνε") και την σύγκριση/αντίθεση/υπερβολή του αριθμού των ανθών με τον αριθμό των αρμάτων . Αυτή είναι και η μοναδική σχετικά άμεση αναφορά  και στους ανθρώπους και στον  πόλεμο. Η οργιαστική ανοιξιάτική φύση χρίζεται πρωταγωνίστρια και περιγραφόμενη σε όλη της  την έκταση, με κινηματογραφικό τρόπο μέσω αλλεπάλληλων ζουμ (τεχνική της φθίνουσας κλιμάκωσης), φαίνεται να  στέλνει από παντού και σε όλα  ένα  ορμητικό μήνυμα ζωής: «Οποίος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει!». Κι αυτή είναι η δεύτερη αναφορά, ολοσδιώλου υπαινικτική, στον πόλεμο. Κι αίφνης η φύση εμφανίζεται σαν πειρασμός. Διότι του πολιορκημένου «τρέμει η ψυχή και ξαστοχά γλυκά τον εαυτό της». Αγωνιά κι ο αναγνώστης. Θα ξεχάσουν οι πολιορκημένοι  το χρέος τους  («Χρέος» ήταν διόλου τυχαία ο πρώτος τίτλος του ποιήματος) και θα παραδοθούν δελεασμένοι από τη  ομορφιά της φύσης και την δίψα για ζωή που αποπνέει; Ή θα μιμηθούν τον, προγενέστερο ιστορικά και μεταγενέστερο στιχουργικά, δημώδη «Διάκο» που αντιμετώπισε παρόμοιο δίλημμα και δεν υπέκυψε, περιοριζόμενος μόνο να παρατηρήσει πικρά: «Για δες καιρό που διάλεξε ο Χάρος να πάρει , τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γη χορτάρι»;  Εμείς, βέβαια, γνωρίζουμε ότι οι πολιορκημένοι  και είπαν "το μεγάλο Όχι", και πέρα επήγαν "στην τιμή και την πεποίθησί" τους. Η διαβρωτική όμως ομορφιά της φύσης παραμένει, διαχρονικό σύμβολό των ηθικών διλημμάτων που δοκιμάζουν την πνευματική ελευθερία του ανθρώπου. Και να σημειωθεί ότι σε ένα ακόμα απόσπασμα των "Πολιορκημένων"  η φύση τους τυραννάει. Η ήδη χειμαζόμενη από την  πείνα πόλη βλέπει τις αντοχές της να δοκιμάζονται περαιτέρω  και από τις μυρωδιές φαγητών οι οποίες προέρχονται από το στρατόπεδον των πολιορκητών, εν είδει ψυχολογικού πολέμου ίσως,  και «σπάνε» την πολιορκία. Και μια από τις πεινασμένες και ταλαιπωρημένες γυναίκες σχολιάζει πικρά : «Μέχρι και το αεράκι εναντίον μας είναι".
    Στον "Πειρασμό", για να φτάσουμε και στο "Γ' Σχεδίασμα",  οι αναφορές στον άνθρωπο απουσιάζουν εντελώς  (για τον Αλαφροΐσκιωτο θα πούμε παρακάτω), κι ως προς το χώρο  μια ανεπαίσθητη μνεία μόνο γίνεται, χωρίς καμιά αναφορά στο ιστορικό γεγονός.  Ο ποιητής χρησιμοποιεί μόνο τον τίτλο για να  προοικονομήσει, να σχολιάσει και να υπαινιχθεί την επίδραση της φύσης.   Η η φύση ως πειρασμός συνδέεται από τον αναγνώστη με το θέμα του ποιήματος   μόνο  με εξωκειμενικά -σε σχέση με το συγκεκριμένο απόσπασμα- στοιχεία. Επειδή έχει διαβάσει τα εισαγωγικά σχόλια του ποιητή.  Επειδή ίσως έχει διαβάσει το αντίστοιχο απόσπασμα του Β΄Σχεδιάσματος. Επειδή, τέλος-τέλος,  γνωρίζει ότι διαβάζει ένα απόσπασμα από ένα ευρύτερο ποίημα με θέμα την πολιορκία του Μεσολογγίου.
  Και στον "Πειρασμό" μας υποδέχεται η εικόνα  του Απρίλη (Άνοιξη) και του Έρωτα (Ζωή) προσωποποιημένων. Εδώ όμως παρουσιάζονται μόνο  να χορεύουν κι όχι να γελούν,  καθώς ίσως ο ποιητής θεώρησε ότι ο χορός αποτελεί ικανή τεκμηρίωση της σύζευξης του χρόνου (Άνοιξη) και της περιρρέουσας  ατμόσφαιρας (ερωτική). Ίσως, για να κάνω και μια τολμηρή ερμηνευτική υπόθεση, γιατί θέλει να παρουσιάσει την  ξέπνοη επιθυμία του σύμπαντος όλου να βυθιστεί στο κάλεσμα ζωής  που διατρανώνεται από κάθε σημείο της φύσης, η ομορφιά της οποίας είναι στην κορύφωση της και περιγράφεται κι εδώ  με κινηματογραφικό τρόπο. Με μια διαφορά. Εδώ ο ...ποιητικός [sic] φακός  κινείται όπως η μέλισσα από άνθος σε άνθος. Μεταφέρεται διαρκώς από εικόνα σε εικόνα σε μια σειρά από αμοντάριστα  πλάνα, υπνωτισμένος, θαρρείς, από την ομορφιά και γεμάτος αγωνία να προλάβει να την καταγράψει όλη. Περιγράφει κάτι εδώ, ξεχνιέται λίγο παραπάνω παραπέρα, αποκαλύπτει κάτι άλλο εκεί...Το αποτέλεσμα είναι το ίδιο πάντως.  Να περιγραφεί υμνούμενη η  φύση κι όλη της η ομορφιά σε όλη τους την έκταση και τη μεγαλοπρέπεια και τελικά, να επαληθευτεί ο δεύτερος στίχος, ότι η φύση είναι στην καλή (η λέξη και ως αισθητικός και ως ηθικός όρος) και στην γλυκιά (με ότι αυτό θα δούμε ότι συνεπάγεται) ώρα της.  Το εκφραστικό μέσο που χρησιμοποιείται κι εδώ είναι, πέρα από τις προσωποποιήσεις προφανώς, μια ομοβροντία εικόνων που κινητοποιούν όλες τις αισθήσεις, είτε κυριολεκτικά είτε μέσω συναισθητικών μηχανισμών.  Κι υπάρχουν δυο στοιχεία που επανέρχονται συνεχώς. Το ένα είναι αίσθηση της ορμής που υποδηλώνει την δύναμη της ζωής και εκφράζεται κυρίως με τα ορμητικά νερά που χύνονται στην άβυσσο και τρέχουν από δω κι από κει. Το άλλο είναι μια υπνωτιστική αίσθηση που αποπνέεται διαρκώς  από την - ευρισκόμενη, είπαμε παραπάνω, στην ηδονική "γλυκιά της ώρα"-  φύση, η οποία φανερώνει την μαγευτική/μαγική/εξωπραγματική  της διάσταση. Ο "ανήκουστός και λιγοθυμισμένος κηλαϊδισμός", η "μοσχοβολισμένη άβυσσος", η "σκιά" η "γεμάτη μόσχους". Κι όλα αυτά αβίαστα οδηγούν στο συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει και εκφράζει λιτά, μα γλαφυρά,  και χωρίς άλλες περιττές εξηγήσεις ο ποιητής στο τέλος της ενότητας. Η ζωή αναβρύζει από παντού. Και στη στεριά, και στον ουρανό και στη θάλασσα...Αποδεικνύεται δηλαδή η  ομορφιά της φύσης που δύναται να δελεάσει και να διαβρώσει ακόμα και την πιο ηθικά ακέραιη ψυχή. Συμπέρασμα ναι, πλην είμαστε μόνο  στο μέσο του ποιήματος... 
 Ο Σολωμός είναι διατεθειμένος να πάει ακόμα παραπέρα και, με ένα «αλλά», αλλάζει τελείως την ατμόσφαιρα, μολονότι η μνεία της υπνωτιστικά μαγευτικής ομορφιάς της φύσης έχει ήδη προοικονομήσει τι πρόκειται να τελεστεί αμέσως παρακάτω. Στο σημείο αυτό εν είδει παρέκβασης ακόμα μια εικασία. Ο Σολωμός φαίνεται είχε καταλάβει ότι  "Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι "ήταν το  «magnus opus»  του (για αυτό άλλωστε  και για  δώδεκα χρόνια το έγραφε, για αυτό  και τρία διαφορετικά σχεδιάσματα επιχείρησε, και καθόλου δε μας νοιάζει που έμεινε τελικά αποσπασματικό γιατί, στο κάτω-κάτω, και η Αφροδίτη της Μήλου, βαμμένη στα αρχικά της χρώματα και αρτιμελής, ποιος μας λέει ότι θα μας προκαλούσε την ίδια γοητεία και δεν θα μας φαινόταν κιτς… ). Προϊόντος του χρόνου όμως,  ο ίδιος  εξελισσόταν και ως ποιητής, και ως άνθρωπος, και ως διανοητής. Καταπιάνοντας το "Γ΄Σχεδίασμα", υποθέτω, θέλησε  να μείνει πιστός στο θέμα του ποιήματος, αλλά επιχείρησε  και  να το μπολιάσει με ότι του είχε προσθέσει ως προσωπικότητας η ωρίμανση, εξέλιξη, όπως θέλετε πείτε την. Αποσκοπώντας πιθανώς στην εναργέστερη απόδοση της πάγιας πρόθεσης του. Του συγκερασμού δηλαδή αντιθετικών εννοιών. Του στοχασμού και της  συγκίνησης, του λυρισμού με το ρεαλισμό,της πραγματικότητα και της φαντασίας, της Φύσης και της Μεταφυσικής.
 Στη δεύτερη ενότητα, λοιπόν,  τα πάντα είναι διαφορετικά. Είναι τώρα μια φεγγαρόλουστη νύχτα, της οποίας η ατμόσφαιρά ταιριάζει  και περισσότερο  με το θαύμα που πρόκειται να συντελεστεί (και, μεταξύ μας, είναι λίγο δύσκολο να παρουσιάσεις μια φεγγαροντυμένη μέρα μεσημέρι) ώστε να το προβάλλει εντονότερα, "φωτίζοντας"  το σε όλη του τη μυστηριακή μεγαλοπρέπεια. Η φύση τώρα παρουσιάζεται στατική (αλλά όχι στάσιμη,  δηλαδή με την νεκρική ηρεμία του πρώτου αποσπάσματος του Β' Σχεδιάσματος , όπου "Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει"). Μέσα σε υποβλητική σιωπή περιμένει και προετοιμάζει  την εμφάνιση του υπερφυσικού/εξωφυσικού/μεταφυσικού γεγονότος, αυτού που θα την παραβιάσει για να την επεκτείνει. Η κάμερα τώρα εστιάζει στην λίμνη ( η μοναδική - και ανεπαίσθητη- αναφορά στον"ιστορικό" χώρο, καθώς πρόκειται για την λιμνοθάλασσα του Μεσολογγίου), τα νερά της οποίας είναι ακίνητα και ήρεμα αυτή τη φορά, κάτι που θεωρείται τόσο σημαντικό ώστε να τονιστεί μέσω της επανάληψης. Κι αυτό γιατί πρόκειται να είναι η σκηνή πάνω στην οποία θα εξελιχθεί το θείο (μιας και πρόκειται για "επιφάνεια") δράμα (η λέξη με την αρχική της σημασία). Η δάνεια από το "Β΄Σχεδίασμα" εικόνα της  μεθυσμένης από τα όνειρα στον άγριο κρίνο πεταλούδας που αντανακλάται στα νερά, κάνει κι εδώ το πέρασμα της, επιτελώντας διαφορετική λειτουργία. Είναι ο προάγγελος του θαύματος. Στο σημείο αυτό, όπως ο 'Ομηρος από την Μούσα, το ποιητικό υποκείμενο ζητεί έξωθεν βοήθεια από έναν Αλαφροΐσκιωτο. Έναν άνθρωπο δηλαδή αυξημένης ευαισθησίας, εκείνον ο οποίος, εξαιτίας του ιδιαίτερου δεσμού του με το σύμπαν,  μπορεί να αντιλαμβάνεται  εκείνη την  εξωλογική μυστηριακή γοητεία του,  αυτή που ο πολύς κόσμος αδυνατεί να καταλάβει, και θα μπορούσε και να ταυτιστεί με τον Ποιητή (όχι τον συγκεκριμένο κατ' ανάγκη, δηλαδή το Σολωμό, αλλά τον Ποιητή με την ευρεία έννοια)  κάνοντας έτσι τον "Πειρασμό" ένα αυτοαναφορικό ποίημα, ένα ποίημα για την Ποίηση. Η απάντηση του Αλαφροΐσκιωτου -που, λησμονήσαμε να πούμε, χαρακτηρίζεται "καλός", δηλαδή ηθικός, ακέραιος και πλήρης με βάση τις συνδηλώσεις που έχει η λέξη στην ποίηση του Σολωμού-  στην ερώτηση-πάσα του ποιητικού υποκειμένου  είναι δομημένη με εξαιρετικό τρόπο. Στην  αρχή με επιγραμματική κι αποστομωτική λιτότητα φανερώνει το θαύμα χωρίς να  αποκαλύψει την συγκεκριμένη υφή του: "Νύχτα γιομάτη θαύματα, νύχτα σπαρμένη  μάγια". Στην συνέχεια αποκαλύπτει πού και υπό ποιες τις συνθήκες  παρουσιάστηκε αυτό. Μέσα σε πλήρη ακινησία, ανεπαίσθητα, πάνω στα ατάραχα νερά της λίμνης αναταράχτηκε  η αντανάκλαση του φεγγαριού. Και - στον τελευταίο στίχο πια-  εμφανίζεται η φεγγαροντυμένη, τρίτη και τελευταία (και πιο  αφαιρετική. Τυχαίο;) στη σειρά στο έργο του Σολωμού μετά από αυτήν στον "Λάμπρο" (απόσπασμα XXXII στο σύνδεσμο) και εκείνη στον "Κρητικό".
"Κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του. "
   Κάπου εδώ, φίλε αναγνώστη, είσαι σε δίλημμα ποιον δρόμο να διαλέξεις. Μπορείς να δώσεις σ' εκείνο το "αλλά"  τη σημασία του "επιπλέον" και μετά να διακρίνεις στην δεύτερη ενότητα τη μεγιστοποίηση του κινδύνου για τους πολιορκημένους (και γενικά για τον άνθρωπο), καθώς η εξωπραγματική (πια) ομορφιά της φύσης,  μπορεί να αποσαθρώσει τις ηθικές τους άμυνες. Έτσι,  μπορείς να ερμηνεύσεις την φεγγαροντυμένη ως το υπέρτατο δέλεαρ,  προσωποποίηση της ίδιας της Φύσης ή της Αφροδίτης, θεάς του έρωτα και της ζωής. Αν θες πάλι, μπορείς να διατηρήσεις σ΄εκείνο το "αλλά", που λέγαμε, την αντιθετική σημασία. Κι  έτσι  μπορείς να υποστηρίξεις πως αυτό που  περιλαμβάνεται σ' αυτήν την ενότητα  είναι το ξύπνημα της συνείδησης των ανθρώπων, που εξίσταται για να επαναφέρει την ισορροπία ανάμεσα στα θέλω και τα πρέπει τους και να τους  οδηγήσει ξανά στην ηθική πληρότητα της υπακοής στο Χρέος τους. Κι  η φύση- πειρασμός διαλύεται, κι ανασυντίθεται ξανά ως χώρος πια εντός του οποίου διαδραματίζονται θαύματα. Όπως εκείνο τότε των πολιορκημένων, μα ελεύθερων!  Όπως το δικό σου το θαύμα, όταν/αν το κάνεις (γιατί, όπως λέει κι o αγαπημένος μου Σεφέρης, "τα θαύμα δεν είναι πουθενά παρά κυκλοφορεί μέσα στις φλέβες των ανθρώπων")! Και να ισχυριστείς ότι είναι η φεγγαροντυμένη προσωποποίηση της Ελλάδας ή της Ελευθερίας, της Ηθικής ή ότι άλλο θες...
Εγώ δε θα πω τίποτα... Γιατί να χαλάσω την μαγεία; 
Δε περιγράφω άλλο!