Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011

Προς το παρόν, συγγραφείς... Για τον επαγγελματικό προσανατολισμό του μέλλοντος, έχουμε καιρό..!

Στο πλαίσιο του μαθήματος της Λογοτεχνίας στο Γ1 του Γυμνασίου Παραδεισίου, προσεγγίσαμε -κάπως ακροθιγώς, είναι η αλήθεια- το απόσπασμα του σχολικού βιβλίου από το έργο του Ανδρέα Καρκαβίτσα "Ο Ζητιάνος". Η βιαστική ενασχόλησή  μας στην τάξη υποδήλωνε ότι κάτι άλλο, σημαντικότερο είχαμε να κάνουμε. Όχι ότι θα θέλαμε να υπονοήσουμε το οτιδήποτε για τη λογοτεχνική αξία του Καρκαβίτσα (έτσι κι αλλιώς, δεν έχουμε ούτε αυτήν την πρόθεση ούτε την τόση δύναμη) αλλά έπρεπε να απαντήσουμε στην πρόκληση και να γράψουμε τα δικά μας πονήματα. 
Εξηγούμαι: η "εργασία" που ανέθεσα στους μαθητές και στις μαθήτριες για τα Χριστούγεννα ήταν να γράψουν μια δική τους ιστορία, ένα διήγημα, με μόνο περιορισμό η υπόθεση να περιστρέφεται γύρω από κάποιο επάγγελμα, το οποίο θα δηλωνόταν και στον τίτλο. Όπως, δηλαδή, ο Καρκαβίτσας έγραψε το "Ο Ζητιάνος", τα παιδιά έπρεπε (αν και χωρά μεγάλη αμφισβήτηση για τη χρήση του ρήματος "πρέπει", όταν μιλάμε για δημιουργία)  να συμπληρώσουν με τη φαντασία τους το "Ο/Η [επάγγελμα]".
Ιδού το πρώτο, λοιπόν, δείγμα από τα διηγήματά τους. Οι παρεμβάσεις μου κατά την πληκτρολόγηση των κειμένων περιορίστηκαν στο ελάχιστο - κυρίως σε περιπτώσεις στίξης, ορθογράφησης και παραγραφοποίησης. Επίσης, όπου ο τίτλος είναι σε αγκύλη, είναι δική μου προσθήκη. Συγχωρήστε μου τυχόν αστοχίες και δείξτε κατανόηση, αν ο δαίμων του τυπογραφείου κατάφερε να απλώσει τα πλοκάμια του και στις διαδικτυακές αναρτήσεις...
Καλό μας ταξίδι!

Ο ΣΚΟΥΠΙΔΙΑΡΗΣ, Όλγα Κ.
Οι μέρες για τον μπαρμπα-Θωμά, στο μικρό χωριουδάκι που ζει, είναι αρκετά κουραστικές, αφού είναι ο μόνος σκουπιδιάρης στην περιοχή. Καθημερινά, σκουπίζοντας τους δρόμους και τις μικρές πλατείες, ανέχεται άσχημες χειρονομίες ή κοροϊδίες από πολλά παιδιά για τη δουλειά του και την φρικτή εμφάνιση που διαθέτει. Ενοχλείται διαρκώς από τη συμπεριφορά τους και πληγώνεται βαθιά.
Ύστερα από όλα αυτά, αφού τελειώσει με το συμμάζεμα των σκουπιδιών, γυρίζει στο σπίτι του για να ξεκουραστεί. Ολομόναχος, κάθε φορά φτιάχνει ένα τσάι και το πίνει μπροστά στο τζάκι ζεσταίνοντας τα κοκαλάκια του. Μόνο που αυτή τη φορά, βαστούσε στα παγωμένα του χέρια ένα μενταγιόν που είχε βρει προηγουμένως στον δρόμο.
Ξαπλωμένος τώρα πια, το ανοίγει και, ξαφνικά, εμφανίζεται μπροστά του μια πανέμορφη νεράιδα. Έμεινε άναυδος όταν του μίλησε και του ζήτησε να την ακολουθήσει σε έναν παραδεισένιο και μαγικό τόπο. Λέγοντάς της «ναι», ως δια μαγείας, εξαφανίστηκαν και οι δυο τους. Η όμορφη νεραϊδούλα τον ταξίδεψε σε έναν υπέροχο κόσμο, γεμάτο λουλούδια και φωτεινά χρώματα, όπου γνώρισε μικρά παιδιά, τα οποία τόσο λατρεύει. Ακόμα, δημιούργησε νέους φίλους, που δε βλέπουν τι επαγγέλλεται κάποιος αλλά το τι άνθρωπος είναι και πόση αγάπη διαθέτει μέσα του. Ανάμεσα σε αυτούς τους φίλους, υπήρχε και μια όμορφη κοπέλα, που την ερωτεύτηκε βαθιά. Έτσι ερωτευμένος, της δίνει το μενταγιόν και, ξαφνικά, ξυπνάει, συνειδητοποιώντας πως όλα ήταν ένα όνειρο και ότι όλα τα ωραία συμβαίνουν μόνο στα παραμύθια, στις φαντασιώσεις και όχι στην πραγματικότητα



Ο ΤΣΑΓΚΑΡΗΣ, Δημήτρης Α.
Αυτή η ιστορία μας ταξιδεύει πίσω στον χρόνο, γύρω στο 1900. Εκείνη την εποχή, λοιπόν, όλα τα μικρά παιδιά, κυρίως τα αγόρια, συνήθως μάθαιναν απ’ τον πατέρα τους το επάγγελμα που εκείνος ασκούσε, για να μπορούν στο μέλλον να συντηρούν την οικογένειά τους αλλά και να έχουν μια γεύση απ’ το πώς κανείς επιβιώνει όταν μεγαλώσει. Όμως, αυτό που σκέφτονταν οι γονείς περισσότερο ήταν πώς θα μπορούσαν τα παιδιά τους από αυτήν την ηλικία να προσφέρουν στο σπίτι και να τους βοηθούν.
Ένα από αυτά τα παιδιά, ήταν και ο μικρός Γιαννάκης, ο οποίος από τα οκτώ του χρόνια είχε διδαχθεί από τον πατέρα του την τέχνη της κατασκευής και επισκευής υποδημάτων, το επάγγελμα, δηλαδή, του τσαγκάρη. Έτσι, ο Γιαννάκης κάθε μέρα βρισκόταν στο τσαγκαράδικο μαζί με τον πατέρα του και τον βοηθούσα τόσο με την επιδιόρθωση των παπουτσιών όσο και με τη διανομή τους στα σπίτια των πελατών, τα οποία μπορεί να βρίσκονταν ακόμα και χιλιόμετρα μακριά, σε άλλα χωριά ή σε άλλες πόλεις. Ωστόσο, οι πελάτες έπρεπε να παραλαμβάνουν τα παπούτσια μέσα σε διάστημα δύο μερόνυχτων, παρ’ όλες τις καιρικές συνθήκες, αλλιώς, τότε δεν πλήρωναν τον τσαγκάρη για τη δουλειά του. Για αυτόν τον λόγο, ο Γιαννάκης ήταν υποχρεωμένος να θέτει ανά πάσα στιγμή σε κίνδυνο τη σωματική του ακεραιότητα, για να πηγαίνει έγκαιρα τα υποδήματα στον κάτοχό τους.
Έτσι, λοιπόν, μια μέρα βροχερή, ο μικρός Γιαννάκης ετοιμαζόταν για μια παράδοση σε ένα μακρινό χωριό. Καθώς βρισκόταν καθοδόν πάνω στο κάρο του, ξαφνικά, σπάει ο μπροστινός τροχός, το κάρο αλλάζει πορεία και, απ’ τη μια στιγμή στην άλλη, πέφτει μέσα σε μια λίμνη, που ‘χε δημιουργηθεί απ’ την πολλή βροχή. Όπως ήταν αναμενόμενο, ο μικρός θα έπρεπε να συνεχίσει με τα πόδια για να φτάσει στον προορισμό του.
Μετά από τρεις μέρες, ο Γιαννάκης επιστρέφει στο τσαγκαράδικο ταλαιπωρημένος αλλά χωρίς, βέβαια, τα χρήματα. Η μητέρα του, με το που τον αντικρίζει, τρέχει να τον αγκαλιάσει. Ο πατέρας του, από την άλλη, αντί να δράσει με παρόμοιο τρόπο, αρχίζει να τον ξυλοκοπά και να του φωνάζει για τα λεφτά αλλά και για το κατεστραμμένο κάρο. Το παιδί, μη μπορώντας να κάνει τίποτα, κάθεται και βασανίζεται επί ώρες. Είναι αναγκασμένο να υποστεί τις συνέπειες.
Όσο κι αν αυτό ακούγεται περίεργο, το ίδιο σκηνικό θα επαναλαμβανόταν πολλές φορές ακόμα στο μέλλον, ώσπου ο Γιάννης, πια, θα έπαιρνε τη σκυτάλη απ’ τον πατέρα του και θα γινόταν εκείνος ο ιδιοκτήτης του τσαγκαράδικου και το αφεντικό της οικογενειακής επιχείρησης. Όμως, επειδή ήταν μαθημένος απ’ τα δικά του πάθη, ποτέ δεν άφησε το παιδί του να δουλέψει με κακοκαιρία κι ούτε το έδειρε ποτέ για λάθη της δουλειάς!

ΕΝΑΣ ΕΡΓΑΤΗΣ ΕΡΓΟΣΤΑΣΙΟΥ, Χρυσούλα Λ.
Η ημέρα ενός εργάτη εργοστασίου είναι πάρα πολύ δύσκολη και πολύ κουραστική. Ξυπνάει από τις τέσσερις το πρωί, όταν κάποιοι αργόσχολοι ξενύχτηδες γυρίζουν στα σπίτια τους.
Αφού σηκωθεί και ετοιμαστεί, πηγαίνει στην κουζίνα και ετοιμάζει πολύ γρήγορα το πρωινό του. Προσπαθεί να μην κάνει φασαρία γιατί δε θέλει να ξυπνήσει τα παιδιά του και τη γυναίκα του, που και αυτή είναι πολύ κουρασμένη γιατί εχθές γύρισε πολύ αργά από τη δουλειά της. Όταν τελειώσει το πρωινό του, φεύγει πολύ γρήγορα για να φτάσει στην ώρα στη στάση του λεωφορείου από όπου θα πάρει το πρώτο λεωφορείο για να φτάσει στη δουλειά του έγκαιρα.
Το εργοστάσιο δουλεύει με βάρδιες εικοσιτέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο. Η δική του βάρδια είναι έξι με δύο. Στις έξι παρά ένα, ο εργάτης έχει ήδη φτάσει στο πόστο του. Εκεί, κάθεται όρθιος για οχτώ ώρες συνεχόμενα παρατηρώντας τα μπουκάλια και όταν κάποιο δε βιδώσει καλά ή όταν κάποιο άλλο γυρίσει ανάποδα, τότε, το βάζει στην άκρη.
Λίγο πιο πέρα από αυτόν, κάθεται ένας άλλος εργάτης και δίπλα από αυτόν, άλλος ένας. Ο εργάτης θα ήθελε τόσο πολύ να μιλήσει μαζί τους αλλά δεν έχουν τίποτα να πουν. Άλλωστε, ο θόρυβος που κάνει αυτό το άψυχο αντικείμενο είναι τόσο δυνατός, που δεν ακούγεται τίποτα άλλο.
Όταν τελειώσει η βάρδια του, πηγαίνει να αλλάξει, ανταλλάσσει ορισμένες κουβέντες με τους συνεργάτες του και φεύγει πολύ βιαστικός για να πάει στη στάση του λεωφορείου για να πάρει το λεωφορείο και να πάει στο σπίτι του, όπου τον περιμένουν τα παιδιά του, που έχουν ήδη σχολάσει.
Μόλις γυρίσει στο σπίτι του, τα παιδιά του τον υποδέχονται με αγκαλιές, φιλιά και πολλά γέλια και του ετοιμάζουν το τραπέζι για να κάτσει να φάει. Αφού φάει, πηγαίνει στο μπάνιο, για να ξεκουράσει τα ταλαιπωρημένα του πόδια από την ορθοστασία με λίγο χλιαρό νερό.
Και έτσι, άλλη μια κουραστική ημέρα τελειώνει για τον εργάτη. Αυτή η ρουτίνα επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά, για όλη του τη ζωή.


[Η ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ], Κατερίνα Z.
Στην εφηβική ηλικία, κάθε παιδί αρχίζει να σκέφτεται το επάγγελμα που θέλει να ακολουθήσει. Στις περισσότερες περιπτώσεις, το παιδί καταφέρνει τον στόχο του και σπουδάζει αυτό που θέλει να ακολουθήσει στο μέλλον.
Είμαι 36 χρονών και αισθάνομαι 80. Δουλεύω εδώ και έντεκα χρόνια σε μια εταιρεία. Πέρσι, στα δέκα χρόνια δουλειάς, πήρα προαγωγή: έγινα πια Διευθύντρια Οικονομικών της εταιρείας. Μπορώ να πω ότι πέτυχα τον στόχο μου.
Έναν χρόνο τώρα, η καθημερινότητά μου είναι προγραμματισμένη. Ως Διευθύντρια, έχω περισσότερες υποχρεώσεις, περισσότερες συσκέψεις και πολλά ραντεβού. Από μικρή πίστευα ότι αυτό είναι το επάγγελμα που μου ταιριάζει και ότι μπορώ να κάθομαι όλη μέρα σε ένα γραφείο, σαν το πουλί στο κλουβί του, και να κάνω υπολογισμούς. Δεν το πιστεύω πια. Νομίζω πως πνίγομαι. Γυρίζω κάθε βράδυ σπίτι μου και πέφτω για ύπνο από τις εννιά. Το μυαλό μου ξεχειλίζει από αριθμούς και, έτσι, δεν έχω περιθώρια και δυνάμεις να κάνω κάτι παραπάνω. Τουλάχιστον, έχω έναν μήνα άδεια διακοπών τον Αύγουστο, που περιμένω πώς και πώς να περάσουν αυτοί οι έξι μήνες… Αλλά μέχρι τότε…


Ο ΜΑΓΕΙΡΑΣ, Λουκάς Κ.
Πριν από κάποια χρόνια, το 1990, στην Ελλάδα γεννήθηκε ένα ανερχόμενο αστέρι στη μαγειρική. Στα δεκαπέντε του, ο Γιάννης Χατζηγεωργίου ανακάλυψε το ταλέντο του στη μαγειρική…
Ζούσε σ’ ένα απομακρυσμένο χωριό, στον νομό Κιλκίς. Από μικρός, είχε αποφασίσει να ασχοληθεί επαγγελματικά μ’ αυτή τη δουλειά που τον ενέπνεε και του έδινε χαρά – συγχρόνως, ήταν και το κρυφό του ταλέντο. Ο πατέρας του ήταν αντίθετος μ’ αυτή του την απόφαση γιατί πίστευε ότι αυτό το επάγγελμα ήταν προορισμένο για τις γυναίκες κι όχι για τους άνδρες. Ο μικρός Γιάννης προσπαθούσε να μαγειρεύει έστω και κρυφά ή όταν ο πατέρας του ήταν στη δουλειά.
Μια μέρα, επισκέφτηκε τον παππού του, που είχε μαγαζί με μπαχαρικά και βότανα. Πήρε μπαχαρικά που δεν ταίριαζαν μεταξύ τους, τα έβαλε μαζί σε πολλά φαγητά – ώσπου, κάποια μέρα ήρθε στο σπίτι τους ένας φίλος του πατέρα του, που ήταν γευσιγνώστης και γαστρονόμος. Επισκεπτόταν εστιατόρια ώστε να αναδείξει το καλύτερο στην Ελλάδα. Τότε, έφτασε η μεγάλη ώρα: ο Γιάννης έριξε μέσα στο φαγητό της μητέρας του κρυφά δυο μυρωδικά: έβαλε δεντρολίβανο και γαρύφαλλο. Όταν δοκίμασε ο γευσιγνώστης το φαγητό, έμεινε έκπληκτος και ζήτησε να μάθει το μυστικό. Ο μικρός του είπε τι έριξε κρυφά. Τότε, σηκώθηκε η μητέρα του να τον δείρει επειδή έκανε αυτή τη ζαβολιά. Αμέσως, όμως, ο φίλος του πατέρα του είπε: «Να μην τον δείρεις γιατί ο μικρός σας γιος προχώρησε ένα βήμα παραπάνω τη γαστρονομία.». Ο μικρός Γιάννης έμεινε άναυδος…
Έπειτα από έξι χρόνια, δηλαδή σήμερα, είναι 21 χρονών. Έχει τελειώσει Σχολή Μαγείρων κι έχει ανοίξει δικό του εστιατόριο, με πρωτεργάτη τον πατέρα του αν και εκείνος ήταν που δεν επιθυμούσε να γίνει μάγειρας ο γιος του. Πλέον, ο μεγάλος Γιάννης έχει αναδειχθεί σε «Γαστρονόμο του Χρόνου» και έχει εκδώσει μία σειρά βιβλίων μαγειρικής με κύρια συστατικά αυτά τα δύο, το δεντρολίβανο και το γαρύφαλλο. Έχει βραβευθεί δύο φορές με τον Χρυσό Σκούφο!
Ο Γιάννης είναι μόνο 21 ετών αλλά έχει πετύχει τόσα πολλά και το παντοτινό του όνειρο είναι να γευτεί όλες τις γεύσεις του κόσμου, κάνοντας ταξίδια, και να προχωρήσει άλλο ένα βήμα τη γαστρονομία. Αλλά, ο μεγαλύτερος στόχος του είναι να γίνει κριτής σ’ έναν διαγωνισμό μαγειρικής.


[O ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ], Ένερικ Μ.
Ένα από τα επαγγέλματα που μ’ αρέσουν και θέλω να γράψω γι’ αυτό είναι ο τραγουδιστής.
Ήταν ένα παιδάκι που ήθελε να γίνει ράπερ τραγουδιστής. Από μικρός, τραγουδούσε παντού, στην τουαλέτα, στην κουζίνα, όταν έπεφτε να κοιμηθεί. Το ήθελε πολύ αυτό το πράγμα. Και έλεγε πως δε θα βαρεθεί ποτέ, άμα γίνει αυτό που θέλει. Σιγά-σιγά, μεγάλωνε και έκανε περισσότερα πράγματα για να γίνει αυτό που θέλει: άρχισε ντυνότανε , άρχισε το κάπνισμα, άρχισε και παρέες που δεν ήταν και οι καλύτερες.
Όταν μεγάλωσε και πήγε είκοσι χρονών, άρχισε να τραγουδά σε ένα μαγαζί. Εκεί τον είδαν κάποιοι από μια δισκογραφική εταιρεία και, επειδή τους άρεσε, κάνανε ένα συμβόλαιο. Αυτός σιγά-σιγά έγινε γνωστός, διάσημος και πλούσιος. Και μετά, άρχισε την κόκα και τα ναρκωτικά. Του μιλούσαν όλοι να τα κόψει γιατί θα πεθάνει από αυτά αλλά αυτός δε μπορούσε να ελέγξει τον εαυτό του και συνέχιζε να παίρνει ναρκωτικά.
Ώσπου, μια μέρα, τον διώξανε και από τη δισκογραφική εταιρεία: δεν έβγαζε άλλο τραγούδια και δεν άρεσε στον κόσμο. Αυτός κλείστηκε μόνος του σε ένα μέρος και πήρε πολλές δόσεις μέχρι που πέθανε.

 [O ΚΑΤΑ ΦΑΝΤΑΣΙΑΝ ΙΑΤΡΟΣ], Ηρακλής Γ.
Θα σας διηγηθώ μια ιστορία που, ευτυχώς, δεν ήταν πραγματικότητα. Καθόμουν δίπλα στο τζάκι και μου έκανε συντροφιά η όμορφη και ζεστή φωτιά. Ακούγοντας μια όμορφη μουσική, φαίνεται, αποκοιμήθηκα. Είδα, λοιπόν, ότι ήμουν γιατρός-χειρουργός σε ένα μεγάλο νοσοκομείο και φρόντιζα πολύ καλά τους ασθενείς μου.
Μια μέρα, με έβαλε σε μπελάδες η βοηθός μου γιατί έκανε πολύ σοβαρά λάθη εξαιτίας του χωρισμού της με τον αγαπημένο της. Δηλαδή, είχα δύο ασθενείς από τους οποίους, ο ένας θα εγχειριζόταν για χολή και ο άλλος στο νεφρό. Από απροσεξία της, όμως, άλλαξε τις θέσεις και… κατά λάθος, αφαίρεσα τη χολή από αυτόν που ήταν να εγχειριστεί για νεφρό και αφαίρεσα το νεφρό από αυτόν που ήταν να εγχειριστεί για χολή!
Όταν ανακάλυψα την πραγματικότητα, ήταν τόσο μεγάλη η στενοχώρια μου και η αγωνία μου, που ξύπνησα και, ευτυχώς, διαπίστωσα ότι ήταν ένα όνειρο –και όχι η πραγματικότητα- κι ένιωσα ευτυχισμένος.
 

[Ο ΑΠΡΟΣΕΧΤΟΣ ΟΔΗΓΟΣ], Φιλήμονας Α.
 Ήταν μια συνηθισμένη μέρα για τον Βασίλη, που σηκώθηκε να πάει στη δουλειά, όπως κάθε πρωί. Έκανε καφέ, ντύθηκε και έβαλε μπροστά το αμάξι για να πάει στο γραφείο. Στον δρόμο, του έπεσε ο καφές μέσα στο αμάξι και έσκυψε για να τον πιάσει αλλά δεν είδε το παιδάκι που βρισκόταν μπροστά του. Και έτσι, το χτύπησε. Το πέταξε πολλά μέτρα μακριά. Βγήκε και το πλησίασε αμήχανα. Πήγε κοντά, έπεσε από πάνω του και του είπε: "Έλα να σε πάρω στο νοσοκομείο." Τότε, το παιδί σηκώθηκε κι άνοιξε τα μάτια του: ήταν μεγάλα και κόκκινα. Άνοιξε και το στόμα του και τον δάγκωσε στον λαιμό. Επειδή, όμως, δε σημάδεψε καλά, δεν τραυματίστηκε ο Βασίλης. Είχε, όμως, λιποθυμήσει. Μόλις σηκώθηκε, είδε το αμάξι του και όλα όσα είχε πάνω του να λείπουν. Βρισκόταν σε ένα μέρος όπου δεν είχε ξαναπάει από το οποίο δεν έβρισκε διέξοδο να φύγει. 
Έπειτα από δύο ώρες, έπιασε βροχή και αναγκάστηκε να πάει στο κοντινότερο σημείο, το νεκροταφείο, να μείνει λίγο εκεί για να προφυλαχθεί από τη βροχή. Μόλις μπήκε στο οστεοφυλάκειο, βρήκε νεκροκεφαλές, κόκκαλα, αίματα και ένα όπλο γεμάτο σφαίρες. Καθώς κοιμόταν, άκουσε βήματα. Φοβήθηκε μέσα στο σκοτάδι, έπιασε το όπλο αλλά δεν μπόρεσε να δει κανέναν. Και έτσι, έριξε τρεις σφαίρες στην τύχη αλλά δεν έγινε τίποτα. Μετά, γλίστρησε και έπεσε πάνω σ' ένα μικρό αντικείμενο: ήταν ένα κινητό με το οποίο ειδοποίησε την Αστυνομία πώς να τον βρει. Οι μπάτσοι τον εντόπισαν, τον πήραν κι όταν τον πήγανε στο Τμήμα, τούς τα εξήγησε όλα. Όμως, στο Αστυνομικό Τμήμα, είδε πάλι το ίδιο παιδί. Είπε στον Διοικητή πως αυτό είναι το παιδί που του έκλεψε το αμάξι μετά το ατύχημα αλλά, φυσικά, εκείνος γέλασε.   
Μετά από λίγο καιρό, ειδοποιήθηκε πως πέθανε ένας φίλος του. Όταν πήγε στην κηδεία, συνάντησε ξανά το παιδί. Προσπάθησε να το πλησιάσει αλλά εκείνο άρχισε να τρέχει μέχρι που κρύφτηκε πίσω από έναν τάφο. Ο Βασίλης το είδε και πήγε να το πιάσει. Το παιδάκι του είπε: "Θέλω να δώσεις κάτι στους γονείς μου για να σε αφήσω ήσυχο και να μη σε σκοτώσω." Του έδωσε τότε ένα γράμμα λέγοντάς του να το παραδώσει χωρίς να το διαβάσει. Όταν ο Βασίλης βρήκε τους γονείς του παιδιού, είπε: "Ο γιος σας μού έδωσε αυτό για να σας το δώσω." Η μητέρα του σοκαρίστηκε και του απάντησε: "Ο γιος μου έχει πεθάνει εδώ και δεκατέσσερα χρόνια!" . Ο Βασίλης παρέδωσε το γράμμα και γύρισε στον τάφο να βρει τον μικρό αλλά δεν ήταν εκεί. Πήγε ξανά στο σπίτι του μικρού και ζήτησε να δει κι αυτός το γράμμα. Κάθησαν στον καναπέ κι ο Βασίλης άνοιξε τον φάκελο. Μέσα ήταν ένα κόκκινο κουμπί και ένα γράμμα που έλεγε πως για να πάψει να τον κυνηγάει, έπρεπε να βρουν τον τάφο του, να τον ξεθάψουν και να βάλουν το κουμπί μέσα. 
Βρήκαν τον τάφο, τον ξέθαψαν αλλά δε μπορούσαν να βρουν το κουμπί. Είχαν μόνο δύο λεπτά καιρό γιατί στο γράμμα έγραφε πως είχαν τέσσερις μέρες στη διάθεσή τους. Τα δύο λεπτά πέρασαν. Ξαφνικά, το χώμα σηκώνεται, βγαίνει από μέσα το παιδί, πιάνει τον Βασίλη και τη μητέρα του και τους παίρνει μέσα στο χώμα μαζί του. Έτσι, τέλειωσε άδοξα η ζωή του Βασίλη.
Μετά από τρεις περίπου μέρες, ο αδερφός του πήγε στην κηδεία του και βρήκε το χαμένο κόκκινο κουμπί. Το κράτησε κι όταν έφτασε σπίτι, βρήκε ένα γράμμα...

 
  


Η ΒΑΣΙΛΟΠΟΥΛΑ ΚΑΙ Ο ΚΗΠΟΥΡΟΣ…, Δικαία Α.
Πριν πολλά χρόνια, στην Τουρκία, και πιο συγκεκριμένα, στην Μακμπουλάν, ζούσε μια βασιλοπούλα που ονομαζόταν Τζαβιντάν. Αυτή ζούσε μες στα πλούτη ήσυχα ώσπου της χτύπησε την πόρτα ο ΕΡΩΤΑΣ.
Ενώ, λοιπόν, μια μέρα η Τζαβιντάν έκανε μια βόλτα στον κήπο της, απολαμβάνοντας την υπέροχη λιακάδα σε συνδυασμό με την πλούσια βλάστηση του κήπου, όπως συνήθιζε να κάνει καθημερινά, συνάντησε τον Νικόλα. Ο Νικόλας ήταν ο κηπουρός της Τζαβιντάν, οποίος ήταν πάρα πολύ φτωχός αλλά και πολύ όμορφος. Όταν τον είδε, λοιπόν, η βασιλοπούλα, ξέροντας πόσο πολύ φτωχός ήταν, δεν του έδωσε ιδιαίτερη σημασία – μόνο ένα ξερό ‘γεια’ του είπε και τίποτα άλλο.
Ο Νικόλας, όμως, μαγεύτηκε απ’ την ομορφιά της και έδωσε υπόσχεση στον εαυτό του πως κάποια μέρα θα την κατακτούσε τη βασιλοπούλα, όσο δύσκολο κι αν ήταν…
Έτσι, την επόμενη μέρα, η Τζαβιντάν ξανάκανε τη βόλτα της στον κήπο της και ξαναείδε τον Νικόλα αλλά ΠΑΛΙ του είπε ένα ξερό ‘γεια’. Αλλά, ο Νικόλας δεν το άφησε να περάσει έτσι… Είχε δώσει την υπόσχεσή του κι έτσι, προσπάθησε να την κάνει να μιλήσει περισσότερο – πλην, δεν της έπαιρνε ούτε μια λέξη. Αυτό επαναλαμβανόταν για τις επόμενες μέρες, ώσπου δεν άντεξε άλλο η Τζαβιντάν… Τελείωσε η υπομονή της κι έτσι, σκέφτηκε να του δώσει λίγη σημασία μήπως και την αφήσει ήσυχη.
Έτσι, λοιπόν, το επόμενο πρωί, η Τζαβιντάν έκανε πάλι τη βόλτα της στον πανέμορφό της κήπο. Όπως ήταν λογικό, ξανασυνάντησε τον φτωχό αλλά όμορφο κηπουρό. Κάθισαν για πάρα πολλή ώρα και μιλούσαν για ό,τι θέμα τους ερχόταν εκείνη τη στιγμή, μέχρι που έφτασε το θέμα και σε εκείνους. Η βασιλοπούλα έγινε κατακόκκινη απ’ την ντροπή της κι έτσι, δεν το συνέχισε το θέμα ο Νικόλας.
Χωρίς, όμως, να το καταλάβει η βασιλοπούλα, με τον καιρό, άρχισε όλο και πιο έντονα να γοητεύεται απ’ τον Νικόλα. Ώσπου, συνέβη το αναπάντεχο… Η βασιλοπούλα και ο Νικόλας, ένα βράδυ, κάτω απ’ το φως των αστεριών, έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Δεν περίμεναν, όμως, πως θα τους έβλεπε η οικιακή βοηθός του σπιτιού, η Χιλμιγέ, η οποία ήταν και πάρα πολύ ερωτευμένη με τον Νικόλα…
Με το ξημέρωμα της νέας ημέρας, η Τζαβιντάν δεν έκανε, όπως πάντα, την καθημερινή της βόλτα στον κήπο του παλατιού. Έτσι, ο Νικόλας τρομοκρατήθηκε, μήπως είχε πάθει κάτι, κι έτρεξε στο δωμάτιό της. Εκεί, τη βρήκε κοιμισμένη γλυκά στο κρεβάτι της. Τότε, ο Νικόλας αισθάνθηκε σαν να του έφυγε ένα μεγάλο βάρος απ’ τους ώμους του και έτρεξε να τη φιλήσει.
Την ίδια στιγμή, στο διπλανό δωμάτιο, η Χιλμιγέ μιλάει στον πατέρα της βασιλοπούλας για όσα είδαν τα μάτια της το προηγούμενο βράδυ. Εκείνος, γεμάτος οργή και απογοήτευση για τις πράξεις της κόρης του, έτρεξε στο δωμάτιό της, απροετοίμαστος για την εικόνα που θα αντίκριζε. Μπαίνοντας στο δωμάτιο της Τζαβιντάν, βλέπει το παράνομο ζευγάρι να φιλιέται. Η καρδιά του, όμως, δεν άντεξε κι έπεσε αναίσθητος κάτω. Τότε, η Τζαβιντάν είπε στον Νικόλα να φύγει γρήγορα την ώρα που εκείνη θα καλούσε ασθενοφόρο.
Στο τέλος, η καρδιά του πατέρα της βασιλοπούλας δεν άντεξε κι έτσι, εκείνη, γεμάτη τύψεις, είπε στον Νικόλα πως δεν ήθελε να συνεχιστεί η σχέση τους και πως, μέχρι το επόμενο πρωί, θα έπρεπε να μαζέψει τα πράγματά του και να φύγει…
Τους επόμενους μήνες, η Τζαβιντάν ζούσε με κατάθλιψη και δε μιλούσε σε κανέναν. Ώσπου μια μέρα… (τέλος πρώτου βιβλίου)

Ο ΓΙΟΣ ΤΟΥ ΚΗΠΟΥΡΟΥ ΚΑΙ Η ΚΟΡΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΑ,  Δικαία K.
Ήταν πρωί στην όμορφη Αθήνα. Ο μπαμπάς της Κατερίνας, μεγαλοεπιχειρηματίας στο επάγγελμα, για μια ακόμα φορά άφηνε τη μικρούλα κόρη του και έφευγε για την εταιρεία. Το είχε παράπονο η Κατερίνα, μια φορά να φάει πρωινό με τον πατέρα της, να συζητήσουν. Η μάνα της είχε φύγει απ’ τη ζωή. Μα αυτό το καημένο κορίτσι δεν είχε σε ποιον να μιλήσει, καθόταν στην μεγάλη έπαυλη μόνη της και στενοχωριόταν.
Όμως, ήρθε η μέρα που ερωτεύτηκε… τον γιο του κηπουρού. Ο μπαμπάς της είχε προσλάβει τον πατέρα του για να φροντίζει τον τεράστιο κήπο τους. Τους είχε δώσει και ένα μικρό σπιτάκι για να ζουν. Έτσι, η Κατερίνα μεγάλωνε παρέα με τον γιο του κηπουρού, που συντηρούσε – μαζί με τον πατέρα του- με μεγάλη επιτυχία τα όμορφα λουλούδια. Κάθε μέρα τα πότιζε, φύτευε άλλα, κούρευε το γρασίδι. Όταν έμπαινες στον χώρο, μοσχοβολούσε, ήταν υπέροχα.
Αλλά, μια μέρα, ο μπαμπάς της Κατερίνας έμαθε ότι η κόρη του έβγαινε με τον γιο του κηπουρού και τον έδιωξε και αυτόν και τον πατέρα του. Έτσι, ο κήπος της έπαυλης δεν ξαναμύρισε τόσο υπέροχα και η Κατερίνα έμεινε μόνη της, αφού ο μπαμπάς της δεν καταδεχόταν έναν φτωχό‼!
[Η ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΗ ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ], Μαρία Α.
Όταν τελειώσω το Λύκειο, έχω βάλει στόχο να ακολουθήσω το επάγγελμα της φιλολόγου.
Επέλεξα αυτό το επάγγελμα γιατί μου αρέσουν πάρα πολύ τα Αρχαία και θα ήθελα να περάσω σε σένα Πανεπιστήμιο όπου θα μπορέσω να ακολουθήσω αυτό που θέλω. Το επάγγελμα αυτό το έχω επιλέξει περισσότερο γιατί λατρεύω να διδάσκω σε άλλα παιδιά, να τα «μαλώνω» και να τα κάνω ανθρώπους.
Το να είσαι καθηγητής δεν είναι και ό,τι ευκολότερο: πρέπει πάντα να κοιμάσαι και να ξυπνάς νωρίς, να στέκεσαι συνέχεια όρθιος για να διδάσκεις και να ξενυχτάς μερικές φορές για να διορθώσεις διαγωνίσματα ή να προετοιμάσεις τεστ. Έχει, όμως, και τα καλά του: δουλεύεις μόνο πέντε μέρες την εβδομάδα, κάθε γιορτές και αργίες, κάθεσαι και δε δουλεύεις απαραίτητα οχτάωρα – υπάρχουν και τα κενά.
Αυτό το επάγγελμα το είχα επιλέξει από μικρή και μου αρέσει πάρα πολύ. Το μόνο που με εμποδίζει στο να τα καταφέρω είναι οι Πανελλήνιες εξετάσεις, τις οποίες, με λίγο πείσμα, μπορώ άνετα να τις καταφέρω!

5 σχόλια:

Kakos Lykos είπε...

Μολονότι είχα τη δυνατότητα να τα διαβάσω "επί του πιεστήρίου" (τα καλά του moderating), περίμενα να τα διαβάσω "επισήμως". Και η υπομονή μου ανταμείφθηκε.

Πολλά μπράβο και για τα γραπτά και για τα εμπνευσμένα συνοδευτικά βίντεο'ς

Ανώνυμος είπε...

Μπράβο παιδιά πολυ καλη δουλεια..:)

gia_des είπε...

Ευχαριστούμε, Κακέ Λύκε και Ανώνυμε, για τα καλά σας λόγια! :)))

Ανώνυμος είπε...

:D:D

Ανώνυμος είπε...

pss i kaliteri ta3i imastee e kuria..? ;))