Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

Φανταστικές ιστορίες. Μέρος 1ο : Οι ιστορίες μυστηρίου των μαθητών του Α2


  Ο τίτλος της ανάρτησης είναι λογοπαίγνιο, αλλά δεν είναι ευφυολόγημα. Είναι αλήθεια... Οι ιστορίες που έγραψαν οι μαθητές του Α2 και του Α3 του Γυμνασίου Αρχαγγέλου με αφορμή το αφήγημα της Μαρίας Ιορδανίδου "Τα φαντάσματα" είναι ιστορίες μυστηρίου και φαντασίας. Άρα φανταστικές. Κι όλες τους -διασκευές, αστικοί θρύλοι, επινοημένες εξ ολοκλήρου από τα ίδια τα παιδιά - είναι καταπληκτικές. Άρα... φανταστικές!!!
   Σήμερα θα ξεκινήσουμε με τις ιστορίες των παιδιών του Α2 και σε επόμενη ανάρτηση θα ακολουθήσουν οι ιστορίες του των παιδιών του Α3...Οι εικόνες, όπου υπάρχουν, είναι επιλογή του συγγραφέα της ιστορίας. Εγώ πρόσθεσα μόνο μετά από κάθε διήγημα ( για να μην χαλάσω το σασπένς) κάποια τραγούδια ή βιντεάκια, με τη βοήθεια της gia-des, κι έχωσα κάπου και μια δικιά μου (αληθινή) ιστορία, έτσι για την χαρά του γραψίματος. Δικοί μου είναι επίσης όσοι τίτλοι βρίσκονται εντός αγκύλης.Οποιαδήποτε άλλη παρέμβαση μου είναι σπάνια και επεξηγηματικού χαρακτήρα...

Και για να σας βάλω στο κλίμα, ας ξεκινήσουμε μ' ένα σχετικό τραγουδάκι....

ΕΝΟΧΛΗΤΙΚΟΙ –ΜΑΚAΒΡΙΟΙ ΘΟΡΥΒΟΙ
Μαρία Μιχαέλα Κ. (Α2)
   Πέρσι το καλοκαίρι είχαμε μετακομίσει στο εξοχικό μας στα Στεγνά. Η περιοχή όπου βρίσκεται είναι λιγάκι ήσυχη, δηλαδή υπερβολικά ήσυχη, αλλά -τι να κάνουμε- τουλάχιστον είναι κοντά στη θάλασσα. Είμαι ένας γενικά ευκολοπροσάρμοστος άνθρωπος, αλλά, δεν ξέρω, λίγο το πολύ κρύο αεράκι, λίγο η ήσυχη περιοχή σου δημιουργούν κάτι παράξενα συναισθήματα, όπως ο φόβος .
   Την δέκατη ημέρα ξύπνησα κατά τις 3:00 π .μ . και άκουγα έναν παράξενο ήχο που ερχόταν, πιστεύω, από την κοντινή λιμνούλα με τις καλαμιές, αλλά λόγω της νύστας και της κούρασης που είχα δεν έδωσα μεγάλη σημασία, τουλάχιστον εκείνη την ώρα. Όταν ξύπνησα το πρωί, έφαγα ένα καλό πρωινό για να πάρω δυνάμεις, πήρα το ποδήλατο μου και η περιπέτεια είχε πλέον αρχίσει . Πήγα στη λίμνη να δω εάν θα ακούσω και πάλι εκείνον τον παράξενο ήχο, δυστυχώς δεν βρήκα κάτι που να εξηγεί αυτό το μυστήριο. Γύρισα σπίτι, έφαγα, πήγα για μπάνιο στη θάλασσα και γενικώς έκανα ότι συνηθίζει να κάνει ένα παιδί στις καλοκαιρινές διακοπές.
   Μετά από δέκα ημέρες γεμάτες διασκέδαση και, βέβαια, ξεκούραση, εγώ και ο αδελφός μου ξυπνήσαμε περίπου στις 5:00 π .μ. Ο αλλόκοτος αυτός ήχος ήταν εκεί και μου έπαιρνε τα αυτιά. Ρώτησα και τον αδερφό μου για σιγουριά αν κι αυτός ακούει κάτι και η απάντησή του ήταν θετική. Μπορεί να μην είχα κάποιο στοιχείο που θα με οδηγούσε στη λύση του μυστηρίου, όμως ήμουν σίγουρη πως δεν ήταν της φαντασίας μου και αυτό ήταν κάτι πολύ σημαντικό, δηλαδή το βασικότερο πράγμα που έπρεπε να γνωρίζω. Το πρωί διηγηθήκαμε το χτεσινό συμβάν στη μητέρα μας και δεν μας πίστεψε, δηλαδή συνέβη το αναμενόμενο.
   Η περιέργεια με «έτρωγε» έτσι -τι είχα να χάσω;- έβαλα ξυπνητήρι για να ακούσω αν πράγματι αυτό γίνεται συστηματικά και να δω πόση ώρα διαρκεί.
   Σηκώθηκα στις 3:00 π.μ., πήρα μαζί τη βιντεοκάμερα και τραβούσα βίντεο ακούγοντας τον ήχο και ηχογραφώντας τον. Όταν πλέον όλη η οικογένειά μου με πίστεψε, ήταν σαν να είχα ανακαλύψει το μυστήριο κι έτσι οι έρευνες και οι «σκοπιές» έλαβαν ένα τέλος .Όμως ακόμα και τώρα που διηγούμαι αυτήν την εμπειρία και αναπολώ αυτές τις στιγμές αναρωτιέμαι τι ήταν αυτό που δημιουργούσε εκείνον τον ενοχλητικό –μακάβριο θόρυβο, αλλά είναι καλύτερο να μην αναρωτιέμαι , αφού και πάλι με την απορία θα μείνω!!!




«Το γαλαζοπράσινο φως»
Της Παναγιώτας (Α2)
  Πλησίαζαν τα Χριστούγεννα και τα παιδιά της σχολικής μπάντας αποφάσισαν να διοργανώσουν μία μικρή εκδήλωση μπροστά στο σχολείο τους, στην κεντρική πλατεία Αρχαγγέλου. Όμως για να μην χάνουν χρόνο από τα μαθήματά τους καθώς και τις εξωσχολικές τους υποχρεώσεις, αποφάσισαν να συναντιούνται βραδινές ώρες στο εξοχικό ενός από τα παιδιά στην περιοχή «Άνεμος», που βρίσκεται κοντά στο νέο νεκροταφείο Αρχαγγέλου. Η περιοχή αυτή είναι ερημική κι έτσι νόμιζαν ότι δεν θα ενοχλούσαν κανένα.
   Οι πρόβες ξεκίνησαν σιγά σιγά. Μετέφεραν όλα τα μουσικά όργανα στο σπίτι αυτό και κάθε βράδυ μάθαιναν όλο και περισσότερα τραγούδια.
   Ένα βροχερό και κρύο βράδυ συναντήθηκαν και πάλι. Στην παρέα τους προστέθηκαν και άλλα παιδιά που ήρθαν να παρακολουθήσουν την πρόβα. Οι μουσικές και τα τραγούδια ακούγονταν στο βαθύ σκοτάδι της έρημης περιοχής και ανταγωνίζονταν τις βροντές και τις αστραπές της δυνατής καταιγίδας. Ο θυελλώδης αέρας λυσσομανούσε στα παράθυρα του σπιτιού και δημιουργούσε μία ατμόσφαιρα τρόμου.
  Τα παιδιά έμοιαζαν να μην καταλαβαίνουν τι συμβαίνει έξω. Έτσι, διασκέδαζαν, μιλούσαν, γελούσαν και η ώρα περνούσε ευχάριστα. Ώσπου τα φώτα άρχισαν να τρεμοπαίζουν και ο φόβος έπαιρνε τη θέση της χαράς. Ξαφνικά τα φώτα έσβησαν εντελώς και απ’ έξω ακούστηκαν σαν βήματα ανθρώπου. Η ατμόσφαιρα πάγωσε εντελώς.
Το ηλεκτρικό ρεύμα προερχόταν από μία γεννήτρια η οποία βρισκόταν σε ένα μικρό δωμάτιο στον κήπο του σπιτιού. Τι έπρεπε να κάνουν τώρα τα παιδιά; Να περιμένουν μήπως να ξημερώσει; Ή μήπως να τηλεφωνήσουν στους γονείς τους; Δυστυχώς, όμως γι’ αυτά, λόγω της κακοκαιρίας, δεν είχαν σήμα τα κινητά τους τηλέφωνα.
   Τέσσερα παιδιά βρήκαν το θάρρος και αποφάσισαν να βγουν από το σπίτι για να κοιτάξουν τι πρόβλημα είχε η γεννήτρια και από πού προέρχονταν τα βήματα που άκουσαν. Ο ένας πήρε στα χέρια του ένα χοντρό ξύλο, ο άλλος ένα σφυρί, ο τρίτος ένα φακό για να φωτίζει και ο τέταρτος μια τσουγκράνα.
   Βγήκαν από το σπίτι και κατευθύνθηκαν στο δωματιάκι. Η γεννήτρια ήταν γεμάτη από πετρέλαιο και δεν είχε κανένα πρόβλημα. Όμως παρόλα αυτά τα φώτα δεν άναβαν. Τα παιδιά άρχισαν να περπατούν προς το σπίτι όταν στο βάθος του κήπου είδαν ένα γαλαζοπράσινο φως. Το ένα το έβλεπε εδώ, το άλλο εκεί και όλα μαζί άρχισαν να σκέφτονται: «Μήπως είναι κάποιο φάντασμα του νεκροταφείου που ενοχλήθηκε από τις μουσικές, τις φωνές και τα γέλια;»
   Έτρεξαν και μπήκαν αμέσως στο σπίτι. Έντρομοι διηγήθηκαν στα άλλα παιδιά αυτό που είχαν ζήσει. Η γεννήτρια δεν είχε πρόβλημα αλλά δεν λειτουργούσε και ένα γαλαζοπράσινο φως πηγαινοερχόταν στον κήπο.
   Με την απελπισία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους και τον τρόμο να πλημμυρίζει την καρδιά τους, δεν μπορούσαν να βρουν τρόπο για να γλιτώσουν από αυτόν τον εφιάλτη…..
Έξω κρύο, βροχή, χαλασμός αλλά τα σώματά τους τα έλουζε κρύος ιδρώτας. Αφού πέρασε αρκετή ώρα ένα δυνατό φως έπεσε στο τζάμι του παράθυρου και μία κόρνα αυτοκινήτου ακούστηκε απ’ έξω.
   Τα παιδιά ανακουφίστηκαν και συγχρόνως λυτρώθηκαν από το φόβο. Σε λίγο ήρθε δεύτερο, τρίτο αυτοκίνητο…. Ήταν οι γονείς τους που ανησύχησαν από τη φοβερή κακοκαιρία και ήρθαν να τα πάρουν.
   Το ερώτημα όμως παραμένει αναπάντητο: «Γιατί δεν λειτουργούσε η γεννήτρια και τι ήταν εκείνο το γαλαζοπράσινο φως στον κήπο;»
  Το επόμενο βράδυ η γεννήτρια λειτουργούσε κανονικά και το φως στον κήπο δεν το ξαναείδε κανείς…..

Υ.Γ. Η ιστορία είναι πέρα για πέρα αληθινή. Ένας από τους πρωταγωνιστές ήταν ο αδερφός μου.
Παναγιώτα Κ. .Τάξη Α΄2
 
ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥ ΝΑΜΠΕΡ ΚΡΑΚΕΡ
Μιχάλης Μ. (Α2)
   Πέρσι το καλοκαίρι, αφού τέλειωσε η σχολική χρονιά, ο κολλητός μου φίλος ο Τσαντόρ ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα στο σπίτι μου και κατασκοπεύαμε έναν πολύ κακό γέρο, που τον έλεγαν Νάμπερ Κράκερ. Καταρχάς, το σπίτι του ήταν πολύ διαφορετικό από τα άλλα , είχε πολλά ξερά δένδρα, που δεν είχαν ούτε ένα πράσινο φύλλα πάνω, και ο υπόλοιπος κήπος είχε γρασίδι.
   Έτσι λοιπόν, ερχόταν ο Τσαντόρ και παίρναμε ένα τηλεσκόπιο και ασύρματους και βλέπαμε από το παράθυρο. Κάποτε όμως, εκεί που τον παρακολουθούσαμε, μας είδε από το παράθυρο και αναστατωθήκαμε και σταματήσαμε για εκείνη την εβδομάδα.
   Τις επόμενες μέρες οι γονείς μου έφυγαν και φώναξαν μια νταντά για να με προσέχει. Μια μέρα παίζαμε μπάσκετ και η μπάλα μας πετάχτηκε στο σπίτι του Νάμπερ Κράκερ και φοβηθήκαμε να πάμε να την πιάσουμε. Επειδή όμως ο Τσαντόρ λυπήθηκε για την μπάλα του, πήγα να την πάρω και , καθώς πήγαινα, με είδε ο γέρος Νάμπερ Κράκερ, έτρεξε και με έπιασε από το αυτί. Μου ‘εβαλε λοιπόν τις φωνές κι έτσι που φώναζε, του κόπηκε η αναπνοή και λιποθύμησε, Εγώ όμως νόμιζα ότι πέθανε. Νόμιζα ότι ήμουν ένας δολοφόνος.
   Μετά από μερικές μέρες, ήρθε ένα κοριτσάκι στην γειτονιά μου που πουλούσε γλυκά. Αργότερα, ενώ πήγαινε προς το σπίτι του Ναμπερ Κράκερ, εμείς τρέξαμε να την απομακρύνουμε από το τρομακτικό σπίτι, το οποίο, αν πατούσες έστω το γρασίδι του κήπου, ανοιγόκλεινε τα παράθυρα και τις πόρτες μόνο του και πήγαινε να σε φάει.
   Τότε επέστρεψε πίσω στο σπίτι του ο Νάμπερ Κράκερ, ήταν με ένα σπασμένο χέρι, και, όταν μας είδε στον κήπο του, μας μάλωσε και τρέξαμε και φύγαμε αμέσως.
   Δεν ήθελε να πατάμε το γρασίδι του κήπου του για έναν τραγικό λόγο. Η γυναίκα του ήταν μια πάρα πολύ χοντρή γυναίκα και η δουλειά της ήταν να ψυχαγωγεί τους ανθρώπους. Όμως μια περίοδο δεν έκανε κανένα να γελάσει, κι ήταν πολύ στεναχωρημένη και ο γέρος Ναμπερ Κράκερ πήγε και την ρώτησε αν θέλει να την πάρει μαζί του. Και τελικά την πήρε. Όταν έκτιζαν το σπίτι, την ενοχλούσαν κάτι παιδιά με πέτρες, εκείνη έβαλε τις φωνές κι εκεί που πήγαινε να φωνάξει τον άντρα της, γλίστρησε και έπεσε στον τεράστιο λάκκο με τον ασβέστη και πέθανε.
   Γι’ αυτό δεν ήθελε να πατάμε το γρασίδι του, γιατί ήταν σαν να πατάμε τη γυναίκα του. Αλλά τότε αποφάσισε, για να μην την βασανίζει άλλο, και πήρε ένα εκρηκτικό και μου το έδωσε να το ρίξω στο σπίτι. Στην αρχή φοβήθηκα ,αλλά το έκανα μετά από λίγο. Άναψα το εκρηκτικό και το έριξα στο σπίτι. Το σπίτι καταστράφηκε και ό,τι παιχνίδια είχαν πέσει στον κήπο και τα έπαιρνε, τώρα τα επέστρεψε στους ιδιοκτήτες τους.
   Πάντως, από τότε που μας αφηγήθηκε την ιστορία για την γυναίκα του έγινε καλύτερος άνθρωπος και ευγενικός με τον κόσμο. Εμείς νιώσαμε ότι ήμασταν ήρωες.



ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΥΣΤΗΡΙΟΥ
ΙΩΑΝΝΑ Κ.
ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΥ.
ΤΜΗΜΑ Α2
ΚΕΙΜΕΝΑ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ.
  Μια μέρα, Σάββατο ήταν, είχαν βγει οι γονείς μου κ είχα μείνει μόνη με τις αδερφές μου στο σπίτι. Εκεί ,λοιπόν, που καθόμασταν και βλέπαμε την ταινία που είχαμε πάρει τρώγοντας πατατάκια, ξαφνικά μου έστειλε μήνυμα κάποιος με άγνωστο αριθμό και μου είπε να βγω έξω για να του δώσω κάτι. Εγώ νόμιζα πως ήταν η μητέρα μου που μου έστειλε το μήνυμα. Βγήκα, αλλά δεν είδα κανέναν έξω και ξαναμπήκα μέσα. Τότε πήρα τηλέφωνο την μητέρα μου και την ρώτησα γιατί μου έστειλε αυτό το μήνυμα αφού δεν ερχόταν και αυτή μου είπε ότι ποτέ δεν μου έστειλε μήνυμα και ότι δεν χρειαζόταν τίποτα. Στην αρχή παραξενεύτηκα, αλλά μετά σκέφτηκα ότι θα έγινε κάποιο λάθος.
   Μετά όμως μου ξανάστειλαν μήνυμα και με ρώτησαν γιατί έφυγα. Τότε φοβήθηκα και δεν απάντησα. Αφού όμως έβλεπε, αυτός που μου έστειλε το μήνυμα ότι δεν απαντούσα, με πήρε τηλέφωνο, αλλά δεν το σήκωνα. Με έπαιρνε συνέχεια μέχρι που μου έσπασε τα νεύρα και το σήκωσα. Όταν το σήκωσα, άκουσα μια φωνή να μου ψιθυρίζει κάτι. Δεν καταλάβαινα τι μου έλεγε κι όταν πήγα να το κλείσω, άκουσα μια κραυγή και πέταξα το κινητό στο πάτωμα από τον φόβο μου. Τότε οι αδερφές μου με κορόιδευαν και δεν με πίστευαν. Όταν ξαναπήρε έβαλα μια από τις δυο μου αδερφές να το σηκώσει. Όταν το σήκωσε άκουσε και αυτή την ίδια φωνή να της ψιθυρίζει και να της λέει "Βοήθεια…!!!" και να της τσιρίζει. Η αδερφή μου φοβήθηκε πάρα πολύ και έκλεισε το κινητό για να μην μας ξαναπάρει.
   Την επόμενη μέρα ήμουν πολύ τρομοκρατημένη και νόμιζα ότι με παρακολουθούσαν. Όταν το είπα στους γονείς μου γελούσαν και δεν με πίστευαν. Το επόμενο βράδυ από αυτό το τρομακτικό συμβάν, πήγαμε βόλτα με τις αδερφές μου και τις/τους φίλες/φίλους μας σε μία καφετέρια. Όταν εγώ πήγα να διηγηθώ τι πέρασα το προηγούμενο βράδυ, ένας φίλος μου είχε αρχίσει να γελάει χωρίς λόγο. Τότε εγώ τον ρώτησα γιατί γελάει και μου είπε ότι εκείνος μου έκανε τη φάρσα και με ρωτούσε αν φοβήθηκα. Εκείνη την ώρα εγώ έμεινα άφωνη, θύμωσα πάρα πολύ και δεν του μιλούσα για δυο εβδομάδες. Τώρα είμαστε και πάλι φίλοι, αλλά αυτό που έκανε δεν θα του το συγχωρήσω ποτέ…!!!

[Το φως]
Νίκος Ηλίας Μ. (Α2)
    Ήταν βράδυ κι ο αέρας φυσούσε δυνατά. Ήμουν μόνος στο σπίτι, οι γονείς μου είχαν πάει μια επίσκεψη σε κάποιους φίλους μας. Εγώ δεν πήγα μαζί τους, κάθισα στον υπολογιστή κι έκανα την εργασία που μας είχε αναθέσει ο κ. Βενιζελέας. Να γράψουμε μια ιστορία μυστηρίου.
   Καθώς έκανα την εργασία μου, κάτι φοβερό μου συνέβη! Ένας παράξενος ήχος ακούστηκε, κάνοντας "τζιζ, τζιζ"… Και ξαφνικά τα φώτα έσβησαν. Ένα φως εμφανίστηκε έξω από το παράθυρο, το οποίο τρεμόσβηνε, προκαλώντας μου πολύ φόβο και τρόμο.
     Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά και τα πόδια μου έτρεμαν.
   Έτρεξα τότε γρήγορα στο κρεβάτι μου και καλύφθηκα με τα σκεπάσματα, παρακαλώντας να γυρίσουν οι γονείς μου σύντομα στο σπίτι. Η φαντασία μου οργίαζε και έφτασα στο σημείο να πιστεύω πως έξω από το παράθυρό μου ήταν κάτι το υπερφυσικό, δηλαδή ένα φάντασμα.
   Καθώς το τσιτσίρισμα συνεχιζόταν και το φως από το παράθυρό μου δυνάμωνε άκουσα ένα ουρλιαχτό:
«-βοήθεια. βοήθεια». Κάτι που με τρομοκράτησε ακόμα περισσότερο. Η φωνή συνέχισε: «- Φωτιά, φωτιά γείτονες !!! Πήραν φωτιά τα καλώδια της Δ.Ε.Η.» (ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΠΩΣ ΕΙΧΑΝ ΥΠΟΣΤΕΙ ΚΑΠΟΙΑ ΦΘΟΡΑ ΚΑΙ ΕΒΓΑΖΑΝ ΣΠΙΘΕΣ, ΜΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΥΓΡΑΣΙΑ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΦΩΤΙΑ ! )
   Πετάχτηκα από το κρεβάτι μου και βγήκα έξω να δω τι συμβαίνει . Είχε μαζευτεί όλη η γειτονιά παρακολουθώντας την πυροσβεστική να σβήνει την φωτιά. 
  Τελικά τα κατάφεραν, μετά από πολύ κόπο. Σε λίγο ήρθαν και οι γονείς μου, όταν έμαθαν τι είχε συμβεί. Τους διηγήθηκα το φόβο που πέρασα λόγω του υποτιθέμενου φαντάσματος και ξεκαρδιστήκαμε στα γέλια. ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΟΣ ΕΙΧΕ ΛΥΘΕΙ !!!!
Νίκος-Ηλίας Μαν.

Ο ΕΚΔΙΚΗΤΗΣ
Σπυριδούλα Κ. (Α2)
  Κάποτε, ήταν κάποιος άνθρωπος ο οποίος ζούσε μοναχικά. Οι χωριανοί του τον έλεγαν τρελό και βάλθηκαν να τον διώξουν απ’ το χωριό. Τώρα, μόνος πήρε τα βουνά.
   Έπειτα από δυσκολίες, αρκετό καιρό μετά, επέστρεψε στο αγαπημένο του χωριό, αλλά και πάλι βρέθηκε απέναντι στο μίσος και στην κοροϊδία των συγχωριανών του.
   Οι μέρες περνούσαν με τον ίδιο τρόπο, ως που μια μέρα δεν άντεξε άλλο και ξεκίνησε να σκοτώνει τους κατοίκους έναν-έναν, χωρίς να γίνει αντιληπτός από κανέναν. Το αίμα που χύθηκε ήταν τόσο πολύ που όλα βάφτηκαν κατακόκκινα.
   Οι κάτοικοι του διπλανού χωριού, όταν αντίκρισαν το φοβερό αυτό φονικό, έμειναν άναυδοι και με παγωμένο βλέμμα κοιτούσαν δεξιά και αριστερά…
   Την επόμενη μέρα τον έσυραν στον δικαστή του χωριού. Εκείνος όμως, με ήρεμη φωνή τους είπε πως έχουν κι αυτοί κάποια ευθύνη για όλα αυτά.


ΣΠΥΡΙΔΟΥΛΑ Κ.

Το Ερημικό σπιτάκι
Γιώργος Λ. (Α2)
   Ήταν μια όμορφη καλοκαιρινή βραδιά με πανσέληνο, όταν εγώ και οι φίλοι μου καθόμασταν στην κεντρική πλατεία του χωριού και λέγαμε διάφορες ιστορίες. Κάποια στιγμή, ενώ γελούσαμε και περνούσαμε ευχάριστα, ο μεγαλύτερος της παρέας, ο Γιάννης, άρχισε να μας διηγείται μία ιστορία που είχε ακούσει από τον παππού του.
   « Ξέρετε, παιδιά, στο ερημικό σπιτάκι που βρίσκεται κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, όποτε έχει πανσέληνο, ακούγονται διάφορες φωνές και βουητά. Αυτοί οι θόρυβοι προέρχονται από μία παρέα παιδιών που πολλά χρόνια πριν χάθηκαν, ενώ έπαιζαν και διασκέδαζαν. Κανένας δεν έχει τολμήσει μέχρι τώρα να περάσει από έξω όταν έχει πανσέληνο, επειδή δεν έχει αποκλειστεί η πιθανότητα να εξαφανιστεί κι ο ίδιος.»
   Όταν ο Γιάννης τελείωσε την διήγηση της ιστορίας του, η παρέα άρχιζε σιγά-σιγά να διαλύεται. Τότε, εγώ και ο ξάδερφός μου ο Βασίλης που είναι πολύ περίεργος και καχύποπτος, αποφασίσαμε να ξεδιαλύνουμε το μεγάλο αυτό μυστήριο. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε το μονοπάτι που οδηγούσε στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου μέσα στο σκοτάδι, όταν μια στιγμή στη μέση της διαδρομής πετάχτηκε μία γάτα η οποία μας προκάλεσε ακόμα περισσότερο φόβο από εκείνον που ήδη είχαμε.
   Όσο κοντεύαμε στο σπίτι, άρχισαν να ακούγονται φωνές και ουρλιαχτά. Αν και ο φόβος άρχισε προφανώς να αυξάνεται με ταχύτατους ρυθμούς και να μας κυριεύει, τελικά καταφέραμε να φτάσουμε έξω από την καγκελόπορτα. Τα ουρλιαχτά και τα βουητά δεν έλεγαν να σταματήσουν. Ξαφνικά η πόρτα ανοίγει και από μέσα ξεπροβάλλει ένα πράγμα ντυμένο στα άσπρα. «Φάντασμα!», φωνάξαμε και προσπαθήσαμε να τρέξουμε. Μάταια όμως, διότι, δεν μπορούσαμε να κουνήσουμε τα πόδια μας. Είχαν καρφωθεί στο έδαφος και το αίμα μας είχε παγώσει. Το φάντασμα όλο και πλησίαζε κι εμείς εκεί, στο ίδιο σημείο χωρίς καμία αντίδραση.
   Όταν, στο τέλος, αποκαλύφθηκε, συνειδητοποιήσαμε ότι ήταν ο Γιάννης. Αυτό το γεγονός μας προκάλεσε μεγάλη ανακούφιση, αλλά κι ευθυμία. Τέλος, όταν πια μας είχε φύγει αυτός ο πανικός, μας εξήγησε ότι έκανε μια απλή και αστεία φάρσα θέλοντας να δείξει ότι η περιέργεια τις περισσότερες φορές δεν είναι κάτι καλό.
Γιώργος Λ.
Τμήμα: Α2 Α Γυμνασίου

[Το skateboard]
Γιώργος Μ. (Α2)
  Μία μέρα σερφάραμε, εγώ κι ο φίλος μου, στο Διαδίκτυο και αποφασίσαμε να αγοράσουμε ένα υπέροχο skateboard.
  Μετά από λίγο, η σανίδα ήρθε στην πόλη και παραδόθηκε στο σπίτι μου και δεν βλέπαμε την ώρα να πάμε στην πλατεία να τη δείξουμε στους φίλους μας. Όταν φτάσαμε, όλοι οι φίλοι μας ήθελαν να το δοκιμάσουν, αλλά αποφασίσαμε να τη δοκιμάσει πρώτος ο φίλος μου. Αμέσως καταλάβαμε ότι αυτή η σανίδα πήγαινε όπου ήθελε αυτή. Πήγαμε σε έναν άνθρωπο για να το δει και μας είπε ότι με αυτό το skateboard έχουν τραυματιστεί ακόμα και μεγάλοι αστέρες κι αποφασίσαμε να το πετάξουμε. Όμως, την επόμενη μέρα η σανίδα ξαναεμφανίστηκε στο δωμάτιο μου και τότε καταλάβαμε ότι ήταν ζωντανή.
  Την επόμενη, αφού ειδοποίησα τον κολλητό μου, αποφασίσαμε να το αφήσουμε να πάει όπου θέλει αυτή. Η σανίδα μας οδήγησε στο νεκροταφείο της πόλης και ξαφνικά εμφανίστηκε ο νεκροθάφτης και μας είπε ότι αυτό το skateboard το είχε φτιάξει αυτός, αλλά ο πατέρας του το είχε πουλήσει στο διαδίκτυο, το έψαξε για χρόνια, αλλά δεν κατάφερε να το βρει.
  Τότε, εγώ κι ο φίλος μου καταλάβαμε ότι η σανίδα ήθελε απλά να γυρίσει στον φίλο της.
ΣΤΟΝ Κ. Βεν. ΓΙΩΡΓΟΣ Μ.

[Το φιλί]
Τσαμπίκα Βαλάντα Λ. (Α2)
   Η Σίσση είναι ένα 14χρονο κορίτσι που ζει στο χωριό Σιακά, κοντά στο Ηράκλειο της Κρήτης. Καθημερινά πηγαίνει στο σχολείο, στο φροντιστήριο της, κάνει βόλτες με τις φίλες της, επισκέπτεται τη γιαγιά και το παππού της και, γενικότερα, έχει μια ανέμελη και ευχάριστη ζωή, έως ότου συμβαίνει κάτι ανεξήγητο που ταράζει την ηρεμία της……..
   Δίπλα από το σπίτι της γιαγιάς και του παππού έμενε ο κύριος Κωνσταντίνος, ο οποίος ήταν πολύ φίλος με τη γιαγιά της και κάνανε πολλή παρέα τα τελευταία χρόνια. Ο κύριος Κωστάκης, όπως της ζήτησε να τον φωνάζει, της είχε τρομερή αδυναμία. Δυστυχώς, όμως, ήταν πολύ άρρωστος. Είχε 200 διαφορετικές αρρώστιες και οι δικοί του φοβόνταν και περίμεναν πως θα φύγει από τη ζωή σύντομα, αλλά δεν τους έκανε το χατίρι… Οι συγγενείς του έπρεπε να τον φροντίζουν συνέχεια και να τον πηγαίνουν σε γιατρούς και σε νοσοκομεία. Αυτός κάθε απόγευμα πήγαινε στη γιαγιά της Σίσσης, αν ήταν καλά και μπορούσε να περπατήσει, για να πιούνε καφέ και για κουβεντούλα.
   Μια μέρα η Σίσση ήταν στη γιαγιά της και την βοηθούσε να μαζέψει τα χαλιά, επειδή ερχόταν το καλοκαίρι. Η γιαγιά της ζήτησε να κατέβει στο υπόγειο του σπιτιού και να πάρει νάιλον σακούλες για να βάλουνε μέσα τα χαλιά. Εκείνη κατέβηκε τις σκάλες και τότε βλέπει από ένα μικρό παραθυράκι τον κύριο Κωνσταντίνο να ετοιμάζεται να ανοίξει την αυλόπορτα και να μπει για να έρθει να βρει την γιαγιά της. Ξεκίνησε να του φωνάζει να έρθει κοντά της, για να τον χαιρετίσει και να τον φιλήσει, όπως και έγινε. Η Σίσση μετά συνέχισε τη δουλειά της.
   Πήγε στο υπόγειο και βρήκε τις σακούλες. Ανεβαίνει σε χρόνο dt και φωνάζει στη γιαγιά της να δώσει στον κύριο Κωστάκη να δοκιμάσει από τα κουλουράκια που της έφερε. Δεν πρόλαβε όμως να ολοκληρώσει τη φράση της, επειδή, καθώς έτρεχε στα σκαλιά, ακούει την φωνή της κόρης του κύριου Κωνσταντίνου να φωνάζει “πατέρα! πατέρα!” και να κλαίει. Η γιαγιά της βγήκε έντρομη στην πόρτα να δει τι τρέχει. Βγαίνει κι αυτή στην αυλή της και βλέπει την γιαγιά της και τον υπόλοιπο κόσμο που είχε βγει από τα σπίτια του και την κόρη του Κυρ Κωνσταντίνου να ουρλιάζει: “Πέθανε ο πατέρας μου!”
   Η Σίσση νόμιζε ότι θα τον είχε χάσει και υπέθεσε ότι ο γέρος έπεσε κάπου και πέθανε -είχε βλέπεις και καρδιά- και της λέει: «- Όχι θεία ... Εδώ είναι ο πατέρας σου, στη γιαγιά μου».
   Η γιαγιά της ταράχτηκε πολύ και περίμενε να ακούσει τι θα πει η κόρη του Κυρ Κωνσταντίνου… Τότε η θεία τους είπε ότι ο πατέρας της έβλεπε τηλεόραση και ξαφνικά έπεσε κάτω πεθαμένος. Μετά από λίγο ήρθε το ασθενοφόρο και τον πήρε. Είχε πεθάνει.
   Αλλά αφού αυτός είχε πεθάνει, τότε πως τον είδε η μικρή Σίσση να μπαίνει στην αυλή της γιαγιάς και τον φίλησε;;;;;;;;;;;;;;;;;;


[The game]
Τσαμπίκα Λ. (Α2)
  Πριν αρκετά χρόνια, εγώ κι όλη μου η οικογένεια, μαζί με τη θεία μου και την κόρη της, την ξάδερφή μου δηλαδή, ήμασταν στο σπίτι μου. Εγώ και η ξάδερφή μου παίζαμε στο κομπιούτερ Pacman κι οι άλλοι όλοι μιλούσαν. Κάποια στιγμή αποφάσισαν να πάνε στο διπλανό σπίτι, στο σπίτι της θείας μου. Εμάς δεν μας το είπαν να πάμε κι εμείς μαζί, γιατί το ξέρανε ότι θέλαμε να κάτσουμε εκεί και να παίζουμε, και μας άφησαν.
  Όταν καταλάβαμε, εγώ και η ξάδερφή μου, ότι είμαστε μόνες στο σπίτι, πήραμε μια εικονίτσα της Παναγίας που ανήκε στην αδερφή μου και ξεκινήσαμε να κλαίμε... Επειδή ήμασταν μικρές, φοβόμασταν να πάμε από κει που ήταν και οι άλλοι...
  Ο ξάδερφός μου κι η αδερφή μου θέλησαν να μας τρομάξουν για να δουν πώς θα αντιδράσουμε. Εκεί λοιπόν που κλαίγαμε με την εικόνα της Παναγιάς, που ήταν της αδερφής μου, χτυπάει το κουδούνι της πόρτας κι εμείς έτσι τρομοκρατημένες που ήμασταν ρωτάμε δυνατά "Ποιος είναι;" μήπως και απαντήσει κανένας, αλλά δεν απάντησε. Κι εμείς, επειδή δεν απάντησε κανένας, πάμε να ανοίξουμε την πόρτα. Μόλις πάμε να την ανοίξουμε, ανοίγει ξαφνικά το παράθυρο της κουζίνας και πετάγεται ο ξάδερφος μου ο Νικόλας και μας τρομάζει. Εμείς φοβηθήκαμε πιο πολύ και πήγαμε να βγούμε από την πόρτα, για να φύγουμε απο κει. Έξω από την πόρτα ήταν η αδερφή μου και μας τρόμαξε κι αυτή. Μετά, αφού καταλάβαμε ότι ήταν αυτοί, τους αγκαλιάσαμε και κλαίγαμε κι, αφού κλαίγαμε, μας ζήτησαν συγγνώμη και πήγαμε όλοι μαζί στο διπλανό σπίτι.
  Από τότε καταλάβαμε ότι δεν πρέπει να παίζουμε τόσο πολύ στον υπολογιστή.



"Πνεύμα στο ξενοδοχείο"
της Μαρίας Κ. (Α2)
 Είχα πάει για διακοπές πριν δυο χρόνια ένα τριήμερο στη Θεσσαλονίκη με τον φίλο μου κι όλα κυλούσαν πολύ ήρεμα. Ηρεμία και απόλυτη χαλάρωση. 
   Έτσι ακριβώς ήταν το πρώτο βράδυ, όχι όμως και το δεύτερο! Ενώ κοιμόμουν, νιώθω ένα σκούντημα και, όπως είναι λογικό, θεώρησα ότι με σκούντησε ο φίλος μου. Δυστυχώς για μένα δεν ήταν αυτός! Άνοιξα τα μάτια μου και βλέπω πάνω από το κεφάλι μου έναν άνδρα μεγάλο σε ηλικία, γύρω στα εξήντα με εβδομήντα, και με κοιτούσε πολύ επίμονα. Όχι απλώς με κοιτούσε, αλλά με κοιτούσε και μ’ ένα πολύ ειρωνικό χαμόγελο. Ξύπνησα τον φίλο και το είδε κι εκείνος κι ανάψαμε το φως. 
    Έφυγε, αφού μου είπε κάτι, δεν κατάλαβα σε τι γλώσσα ακριβώς, αλλά εμείς είχαμε τρομάξει πάρα πολύ, με αποτέλεσμα στη μέση της νύχτας να σηκωθούμε και να φύγουμε...


[Φόβος]
Κομνηνός Κ. (Α2)
   Ένα βράδυ του Σαββάτου εγώ και η παρέα μου περνούσαμε από το νεκροταφείο του χωριού κι είδαμε κάτι φώτα να αναβοσβήνουν. Μπήκαμε μέσα τότε να δούμε τι είναι εκείνα τα φώτα. Αλλά μόλις περάσαμε την πόρτα του νεκροταφείου, ακούσαμε μερικούς θορύβους και ξαναβγήκαμε έξω. Με το που βγήκαμε, όλα τα φώτα έσβησαν, η πόρτα έκλεισε και κάποιος ερχόταν προς το μέρος μας. Εμείς τρέξαμε προς την εκκλησία του χωριού και με έξυπνο τρόπο τον περικυκλώσαμε. Όταν έφτασε στο φως, είδαμε πως ήταν ο... φύλακας. Τελικά, καταλάβαμε ότι ΔΕΝ ΠΡΕΠΕΙ να πηγαίνουμε μόνοι σε σκοτεινά μέρη, γιατί μπορεί να υπάρχουν κίνδυνοι που θα 'χουν ως αποτέλεσμα να πάθουμε κακό.


Η κατάρα του voodoo
Κατερίνα Κ.(Α2)
  Ο άνθρωπος είναι ένα πλάσμα που είναι από την φύση του πολύ περίεργο. Η περιέργεια του, όμως, μπορεί να τον οδηγήσει να κάνει πράγματα που ποτέ δεν φανταζόταν πως θα ήταν ικανός. Έτσι κι ο Ανδρέας, ένας νεαρός Έλληνας, έχοντας την ανάγκη να λύσει τις απορίες του για το μέλλον, αποφάσισε να επισκεφτεί έναν μάγο - voodoo.
  Ήταν σκοτεινή η νύχτα που ο μάγος και ο Ανδρέας συναντήθηκαν. Σε ένα σκοτεινό μέρος, έξω από ένα παράξενο κτήριο με 5 κεντρικές πύλες. Το κτίριο βρισκόταν μακριά από πόλεις και ήταν κτισμένο σε τέτοια θέση ώστε, με την ανατολή και την δύση του Ήλιου, να φωτίζονται και να λάμπουν οι 3 από αυτές από το φως του Ήλιου. Απ’ όλες τις πύλες του κτηρίου, μόνο αυτές οι 3 που φωτίζονταν μπορούσαν να ανοίξουν κι αυτό μόνο στην πρώτη πανσέληνο του χρόνου. Αν κάποιος άνοιγε και τις 5 την στιγμή που άνοιγαν οι 3, πράγματα θαυμαστά θα συνέβαιναν.
  Τόσο μυστήριο ήταν το μέρος που ο Αντρέας αδημονούσε να βρεθεί εκεί. Kι όμως, δεν ήταν το μέρος τόσο μυστήριο, τρομακτικό και αξιοπερίεργο, όσο τα λόγια που του είπε ο μάγος:
   «Κύματα σαράντα θα περάσεις, μα γραφτό σου είναι τις 5 πύλες να διαβείς∙ καθόλου μη διστάσεις, σαν ακούσεις φωνές που εσένα ζητούν, αφού εσύ με τον θάνατο τώρα έχεις δεσμευτεί .»
  Τα λόγια αυτά τον αναστάτωσαν παρά πολύ κι όντως την ίδια νύχτα, που την πέρασε ξάγρυπνος και σκεφτόμενος τα λόγια του μάγου, άκουσε φωνές να τον καλούν… Ο μάγος, αναμφίβολα, δεν είχε πει στην τύχη τον περίεργο χρησμό αυτόν, τα λεγόμενά του κάτι σήμαιναν… Το διαπίστωσε κι ο ίδιος ο Ανδρέας, όταν ονειρεύτηκε την μητέρα του, που είχε πεθάνει πριν καιρό, να τον συμβουλεύει για το πώς θα ανοίξει τις πύλες, και τα λόγια της, στριφογύριζαν συνεχεία μέσα στο μυαλό του :
  « Στις 5 ηπείρους να ταξιδέψεις και 5 χρυσά αστέρια να βρεις∙ τότε με την αιωνιότητα θα έχεις ενωθεί.»
  Ο Ανδρέας τότε λύγισε… Αποφάσισε να ακολουθήσει το πεπρωμένο του, να ανοίξει τις πύλες, μα για να γίνει αυτό έπρεπε να λύσει τον γρίφο που του έδωσε η μητέρα του.
  Μετά από πολλή μελέτη, ανακάλυψε πως οι 5 ήπειροι του γρίφου αντιστοιχούσαν σε 5 χωριά τα όποια αντίκριζε από μακριά κάθε μια από τις πύλες . Τα ερεύνησε και βρήκε σ’ ένα παλιό ερειπωμένο σπίτι, μέσα σ’ ένα μικρό κουτάκι σε σχήμα αστεριού 5 χρυσά δαχτυλίδια!
  Η μεγάλη μέρα έφτασε κι ο γρίφος να, είχε λυθεί! Ο Ανδρέας κατάφερε να ανοίξει τις πύλες και να ακολουθήσει το πεπρωμένο του… Μετά από αυτό, όμως, κάνεις ποτέ δεν τον ξαναείδε …
  Έτσι, λύνεται κι ο τελευταίος στίχος του χρησμού που του έδωσε ο μάγος, αφού με τον θάνατο, πλέον, έχει δεσμευτεί!

Το σταυροδρόμι
Ηλίας (Α2, Α3, Β2, Β3, Γ2, Γ3)
  Όταν ήμουνα μικρός, ο πατέρας μου με αποκαλούσε "Ηρακλή" καμαρώνοντας, γεμάτος περηφάνια που ήμουν παιδί άφοβο και τολμηρό για την ηλικία μου. Εγώ χαιρόμουνα, βέβαια, αλλά αισθανόμουνα ότι τον κοροϊδεύω... Διότι η αλήθεια ήταν- και ντρεπόμουνα και να το πω και που δεν το 'λεγα - πως δεν ήμουνα τελείως ατρόμητος. Φοβόμουνα δυο πράγματα. Το σκοτάδι και τα νεκροταφεία με τους πεθαμένους. Και μπορεί με εκλογικεύσεις ή εξαναγκάζοντας τον εαυτό μου να αντιμετωπίσει τους φόβους του δίνοντας μου ο ίδιος θάρρος ή προσπαθώντας να με φέρω στο φιλότιμο με απειλές και νουθετήσεις, να τον υπερνικούσα τον έναν από τους δύο φόβους κάθε φορά, αλλά στον συνδυασμό δεν μπορούσα να κάνω τίποτα, σήκωνα τα χέρια ψηλά. Στην κυριολεξία! Κι μετά έπιανα το κεφάλι μου, και μ' έπιανε κρύος ιδρώτας και σύγκρυο, κι έμενα ασάλευτος με μάτια κλειστά. Τίποτα δεν μπορούσε να με κάνει να το ξεπεράσω...
  Το χωριό μου αποτελείται από μια σειρά από μικρά χωριουδάκια. Εγώ έμενα σ' ένα από αυτά, το μικρότερο, κι επειδή ήμουν το μόνο παιδί εκεί, έφευγα για να παίξω στο διπλανό χωριουδάκι που ήταν μεγαλύτερο κι είχε κι άλλα παιδιά...
  Το σπίτι μου ήταν στην άκρη του χωριού μου και για να φτάσω εκεί επιστρέφοντας, έφτανα σ' ένα σταυροδρόμι κι είχα δυο δρόμους. Ο ένας ήταν να συνεχίσω τον δρόμο τον αμαξιτό κάνοντας, όμως, έναν μεγάλο κύκλο γύρω απ' όλο το χωριό και να φτάσω στο σπίτι μου. Ο άλλος ήταν το μονοπάτι του νεκροταφείου που έκοβε εγκάρσια το χωριό και με έβγαζε αμέσως στο σπίτι μου. Την ημέρα ο δρόμος αυτός ήταν χαρά θεού, με τον ήλιο να λάμπει, τα πουλάκια να κελαηδούν, τον αέρα να θροΐζει περνώντας μέσα από τα πυκνά δέντρα και το ρυάκι του χωριού να κελαρύζει παραδίπλα. Αλλά την νύχτα, τα κυπαρίσσια μοιάζαν με απειλητικά δάκτυλα άγνωστων και γιγαντιαίων πλασμάτων, το φως του φεγγαριού ή των κολόνων της Δ.Ε.Η. καθώς μπερδεύεται μέσα στα δέντρα και χάνει το δρόμο του τα κάνει να μοιάζουν με απειλητικές σκιές νεκρών που έτοιμα είναι να σε αρπάξουν, ο αέρας συρρίζει περνώντας μέσα από τα κάγκελα του νεκροταφείου κι οι κοασμοί των βατραχιών μεγενθυμένοι από τον φόβο μου ακούγονταν σαν Λάμιες και ξωτικά. Όταν περνούσα από κει με τους γονείς μου, κρατούσα πάντα το μπατζάκι του πατέρα μου ή τη φούστα της μάνας μου κι όταν καμιά φορά ακουγόταν το πένθιμο και μονότονο κρώξιμο καμιάς κουκουβάγιας, προάγγελο θανάτου τις θεωρούσαμε, τα 'σφιγγα μέσα στο χέρι και ζάρωνα πίσω τους όλος αγωνία. Φρόντιζα λοιπόν, όταν ήμουν μονάχος μου, να παίρνω τον δρόμο του νεκροταφείου μόνο την μέρα. Αλλιώς, παρίστανα τον αθλητή τάχα και έκανα τρέχοντας όοοοοοοοοοοοοοοοοοοολο τον μεγάλο δρόμο, πράγμα βολικό κιόλας, γιατί και στο σκοτάδι είπαμε δεν αισθανόμουν άνετα και τέλειωνε μια ώρα αρχύτερα η δοκιμασία...
  Μια μέρα είχα πάει στο διπλανό χωριό να παίξω κι είχα στον νου μου να γυρίσω στο σπίτι να δω την αγαπημένη μου εκπομπή, "Τα στρουμφάκια", τα παιδικά τα βάζανε πιο αργά τότε. Ξεχάστηκα, όμως, στο παιχνίδι κάτω από τον λαμπρό ήλιο και το θυμήθηκα όταν άρχιζε πια να σουρουπώνει. Έφυγα τρεχάτος, γεμάτος αγωνία, γιατί καταλάβαινα πως δεν θα έφθανα στο χωριό πριν νυχτώσει και θα αναγκαζόμουνα για να μη περάσω από το δρόμο του νεκροταφείου να κάνω όοοοοοοοοοοολο το μεγάλο και μακρινό δρόμο κι όταν θα έφθανα στο σπίτι τα "Στρουμφάκια" θα είχαν τελειώσει. Κι ο φόβος μου αυτός- που ο ίδιος βάραινε το βήμα μου- επαληθεύτηκε κι είχα μονάχα την ελπίδα πως - δεν μπορεί!- κάποιον θα συναντήσω να με περάσει...
  Ξεψυχισμένος και ξέπνοος έφτασα στο σταυροδρόμι κι - ω του θαύματος!!!!- είδα μέσα στο μισοσκόταδο έναν τύπο απροσδιόριστης ηλικίας, ντυμένο στα μαύρα. Ήταν ακουμπισμένος στην αυλόπορτα του νεκροταφείου και κοιτούσε τα χέρια του σαν να' στριβε τσιγάρο. Δεν φοβήθηκα! Είμαστε μικρό χωριό. "Επισκέπτης σε κάνα γείτονα θα 'ναι", λέω, "κι ήρθε ν' ανάψει κάνα κερί".
  Χαρούμενος που δεν θα έκανα όοοοοοοοοοοοοοοοολο το μεγάλο δρόμο, πήρα αποφασιστικά τον δρόμο του νεκροταφείου.
-"Καλησπέρα, μπάρμπα", του λέω θαρρετά!
-"Καλησπέρα, παιδάκι μου."
  Ήμουν τόσο γεμάτος ευγνωμοσύνη που δεν θα χρειαζόταν να κάνω όοοοοοοοοοοοοοολο το μεγάλο δρόμο, που αισθάνθηκα την ανάγκη να του ανοίξω την καρδιά μου και να του πω ευχαριστώ!
-" Να ' σαι καλά που είσαι εδώ. Φχαριστώ!! Ξέρεις, μπάρμπα, τα σκιάζομαι τα νεκροταφεία και τους πεθαμένους κι άμα δεν ήσουνα θα πήγαινα από τον άλλο τον δρόμο", λέω.
-"Μην ανησυχείς, παιδάκι μου. Κι εγώ φοβόμουνα όταν ήμουνα ζωντανός, αλλά τώρα είδα ότι δεν υπάρχει λόγος..."


[Η διασκευασμένη αυτή ιστορία είναι αφιερωμένη στη μνήμη του πατέρα μου ο οποίος συνήθιζε να την αφηγείται υπό μορφή αστείας ιστορίας]

4 σχόλια:

ΑνθούλαΠαπΑ3 είπε...

Τέλειες ιστορίες! Συγχαρητήρια παιδιά! Πολύ ωραία ιστορία κ.Βενιζελέα!

Kakos Lykos είπε...

Σ΄ευχαριστούμε και σ' ευχαριστώ, Ανθούλα... Την Τετάρτη έρχονται και τα δικά σας καταπληκτικά αφηγήματα...

Παναγιώτα Κ. Α2 είπε...

Πραγματικά όλες οι ιστορίες είναι καταπληκτικές!!! Όμως πρέπει να ομολογήσουμε, κ. Βενιζελέα, ότι η δική σας ιστορία είναι φοβερή....

Kakos Lykos είπε...

Χαίρομαι που σου άρεσε, Παναγιώτα. Αλλά ας εστιάσουμε σε σας... και στις επερχόμενες ιστορίες του Α3... Αυτές είναι οι πραγματικά φοβερες!