Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Κυριακή, 29 Απριλίου 2012

Μικροί Κριτικοί. Μαθητές του Γ2 και του Γ3 του Γυμνασίου Αρχαγγέλου σχολιάζουν και ερμηνεύουν ποιήματα του Καρυωτάκη.

   Σ΄ ένα υστερότερο ποίημα του με τίτλο ..."Υστεροφημία" (κι από τα πλέον αγαπημένα μου, τόσο ώστε να το μελοποιήσω κάποτε), ο Καρυωτάκης αναφέρει πως φεύγουμε από τα βράδια του Απριλίου για τα σκοτεινά βασίλεια πέρα εκεί ακολουθώντας τις επιταγές της άμετρης Φύσης που χρειάζεται το θάνατο μας κι εκφράζει την επιθυμία και την ελπίδα δέκα στίχοι τουλάχιστον να μείνουν, έστω και σαν μήνυμα ναυαγού που φτάνει αργά... Και να που τόσα χρόνια μετά, αποκαλύπτεται μια ακόμα στη σειρά γενιά ανθρώπων που ασχολούνται με το έργο του!  Πρόκειται για τους μικρούς κριτικούς από το Γ2 και το Γ3 του Γυμνασίου Αρχαγγέλου...

"Υστεροφημία". Προσχέδιο του ποιήματος σε αυτόγραφο του ποιητή.
Έχω βάλει μαθητές να γράψουν ποιήματα, να γράψουν διηγήματα, να φτιάξουν κολάζ, να ζωγραφίσουν, να γράψουν ιστορίες τρόμου (προσεχώς δημοσίευση).... Φέτος στάθηκα ιδιαίτερα τυχερός γιατί, πέρα από τα δυο ιδιαίτερα δημιουργικά και έχοντα έφεση στη λογοτεχνία τμήματα της Α' στα οποία διδάσκω, κάποιοι μαθητές από τα δυο μου τμήματα της Γ΄ διαθέτουν ιδιαίτερα αυξημένο γλωσσικό και λογοτεχνικό αισθητήριο.

Σκέφτηκα, λοιπόν, να ωθήσω αυτούς που το διαθέτουν να το καλλιεργήσουν και μαζί να συμπαρασύρουν και τους υπόλοιπους. Έτσι, για αλλαγή, τους ανέθεσα ως εργασία να βρουν στο Διαδίκτυο ένα ποίημα του Καρυωτάκη και να το αναλύσουν/σχολιάσουν/ερμηνεύσουν. Σκόπιμα αφέθηκε χαλαρό και ασαφές το πλαίσιο της εργασίας, καθώς είναι πάγια θέση μου πως τη λογοτεχνία πρέπει να την προσεγγίζουμε (ως αναγνώστες) βιωματικά και έξω από πάσης φύσεως αγκυλώσεις "κανόνων". (Συνεπώς, ο τίτλος πρέπει να εκληφθεί κι ελαφρώς σαρκαστικά...) Ωστόσο, προς διευκόλυνση όσων το επιθυμούσαν ή αισθάνονταν ότι θα είχαν μεθοδολογικές δυσκολίες, τους "επετράπη" να χρησιμοποιήσουν, αν θέλουν κι όσο τους εξυπηρετεί, τις πληροφορίες για τον Καρυωτάκη και το έργο του που τους είχαν δοθεί ή να "μιμηθούν" τους τρόπους της "διδακτικής" προσέγγισης της λογοτεχνίας. Θέλησα επίσης, να σπάσω τα δεσμά της σχολικής τάξης, εφόσον το μοναδικό που έγινε σ΄αυτή ήταν να τους ανατεθεί η εργασία. Τα παιδιά δούλεψαν χρησιμοποιώντας το Διαδίκτυο, για οποιαδήποτε απορία επικοινωνούσαν μαζί μου (και) μέσω της διεύθυνσης ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, κάποιες δε από τις εργασίες τους μου εστάλησαν ηλεκτρονικά... 
    Οι προσεγγίσεις των παιδιών ποικίλουν. Κάποιων είναι λιγότερο "δικές" τους... Άλλες είναι απλές και επιφανειακές.. Ορισμένες είναι περισσότερο διεισδυτικές.. Μερικές δίνουν έμφαση στο περιεχόμενο και άλλες στην μορφή... Τα παιδιά του μουσικόφιλου και ανδροκρατούμενου Γ2 έδειξαν μια ιδιαίτερη προτίμηση στο ποίημα "Είμαστε κάτι...", δελεασμένοι προφανώς από την αναφορά του σε "κιθάρες".... Στο γυναικοκρατούμενο και ρομαντικότερο Γ3 στράφηκαν περισσότερο στα χαμηλόφωνα ποιήματα των δυο πρώτων συλλογών και ιδιαίτερα στο ποίημα "Αγάπη"....
    Σκοπός μου προφανώς δεν ήταν να κάνω τους μαθητές μου κριτικούς λογοτεχνίας ή φιλόλογους, αλλά να τους φέρω σε επαφή με ένα λογοτεχνικό κείμενο έξω από τα ανθολογημένα στο σχολικό βιβλίο και να συνδιαλεχθούν μόνοι τους μ΄αυτό. Κι εννοείται πως για να διαλέξουν ένα  θα έπρεπε να ψάξουν περισσότερα Σε μια προμετωπίδα ενός ποιήματος του ο Καρυωτάκης γράφει: "Έτσι τους βλέπω εγώ τους κήπους...". Έτσι κι εδώ!!! Όποιες κι αν είναι οι προσεγγίσεις τους, αυτές είναι! Και τους αξίζει να τις διαβάσετε... Και στους μαθητές μου και στις προσεγγίσεις τους...
(Ο δικές μου παρεμβάσεις ελάχιστες κι επεξηγηματικές...)
Πρέβεζα
Εύα (Γ3)

Θάνατος είναι οι κάργες που χτυπιούνται
στους μαύρους τοίχους και τα κεραμίδια,
θάνατος οι γυναίκες, που αγαπιούνται
καθώς να καθαρίζουνε κρεμμύδια.

Θάνατος οι λεροί, ασήμαντοι δρόμοι

με τα λαμπρά, μεγάλα ονόματά τους,
ο ελαιώνας, γύρω η θάλασσα, κι ακόμη
ο ήλιος, θάνατος μες στους θανάτους.

Θάνατος ο αστυνόμος που διπλώνει
για να ζυγίσει μια «ελλιπή» μερίδα,
θάνατος τα ζουμπούλια στο μπαλκόνι,
κι ο δάσκαλος με την εφημερίδα.

Βάσις, Φρουρά, Εξηκονταρχία Πρεβέζης.
Την Κυριακή θ' ακούσουμε την μπάντα.
Επήρα ένα βιβλιάριο Τραπέζης
πρώτη κατάθεσις δραχμαί τριάντα.

Περπατώντας αργά στην προκυμαία,
«Υπάρχω;» λες, κ' ύστερα «δεν υπάρχεις!»
Φτάνει το πλοίο. Υψωμένη σημαία.
Ίσως έρχεται ο Κύριος Νομάρχης.

Αν τουλάχιστον, μέσα στους ανθρώπους
αυτούς, ένας επέθαινε από αηδία...
Σιωπηλοί, θλιμμένοι, με σεμνούς τρόπους,
θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία.

1) Παρατηρώ ότι στο κείμενο υπάρχουν έξι στροφές με τέσσερις στίχους η καθεμία. Τα επίθετα χρησιμοποιούνται για να δώσουν έμφαση. Στα λόγια του ποιητή φαίνεται η απαισιοδοξία, η τραγικότητα, η μελαγχολία, η ματαιότητα, η μοναξιά, o ο σαρκασμός και η θλίψη.
2) Βλέπουμε ακόμα ότι υπάρχουν αντιθέσεις. Στους στίχους 5-6, ενώ οι δρόμοι είναι λεροί και ασήμαντοι, έχουν μεγάλα και λαμπρά ονόματα. Άλλη υπάρχει στο στίχο 18, που δείχνει ότι τη μια στιγμή υπάρχεις και την άλλη όχι. Τέλος, στους στίχους 23-24 αντίθεση είναι που, ενώ στην αρχή αναφέρει ότι όλοι οι παριστάμενοι θα είναι σοβαροί, θλιμμένοι και με σεμνούς τρόπους, μετά λέει πως θα διασκέδαζαν όλοι στην κηδεία. Τέτοια ειρωνικά στοιχεία υπάρχουν σχεδόν σ’ όλο το ποίημα
3) Α΄ ενότητα: Οι τρεις πρώτες στροφές. Πλαγιότιτλος: Ο θάνατος.
   Β’ ενότητα: οι τρεις τελευταίες στροφές. Πλαγιότιτλος: Η σημασία και η αξία της ζωής. 
4) Ο ποιητής παραθέτει σε α’ ενικό πρόσωπο προσωπικές του εμπειρίες .
5) Η γλώσσα του κειμένου είναι απλή δημοτική με λόγια στοιχεία. Υπάρχουν πεζολογικές εκφράσεις και σπάσιμο του στίχου. Μ΄ αυτά ο ποιητής κατορθώνει να μεταδώσει εσωτερικές καταστάσεις χρησιμοποιώντας αντιποιητικές λέξεις. Ενδιαφέρει κυρίως να αποδίδουν το νόημα και όχι η ομορφιά.
6) Υπάρχουν πολλά σύμβολα στο ποίημα. Π.χ. «μαύροι τοίχοι», «κεραμίδια», «κρεμμύδια». Και τα τρία δείχνουν τον σαρκασμό και την απαισιοδοξία του ποιητή. Στη δεύτερη στροφή σύμβολο είναι, πιστεύω, ο «ήλιος» και οι «δρόμοι». Πάλι δείχνει μελαγχολία, γιατί τους αναφέρει ως ασήμαντους και λερούς, ενώ έχουν ονόματα μεγάλα και λαμπρά. Στην τρίτη στροφή τα λουλούδια στο μπαλκόνι («ζουμπούλια») τα αναφέρει γιατί δεν μπορούν να ανθίσουν στη φύση, καθώς είναι περιορισμένα στο μπαλκόνι και αιχμάλωτα και τα ταυτίζει, ίσως, με τον εαυτό του. Στην πέμπτη στροφή, ίσως η προκυμαία να είναι η ζωή και, τέλος, η κηδεία είναι ολοφάνερα αναφορά στον θάνατο, την απογοήτευση, την μελαγχολία.  
7) Το ποίημα είναι γεμάτο από εικόνες. Υπάρχουν οσφρητικές, απτικές και ακουστικές. 
8) Υπάρχουν και πολλές μεταφορές. Π.χ. στον στίχο 6 τα «λαμπρά μεγάλα ονόματα», στον στίχο 2 οι «μαύροι τοίχοι» (= μελαγχολία). Ακόμα με την λέξη «θάνατος» προσδιορίζει τα ουσιαστικά που ακολουθούν. Ξέρουμε ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν θανατερές γυναίκες που καθαρίζουν κρεμμύδια, θανατεροί δρόμοι, ζουμπούλια, ελαιώνας, θάλασσα κ.τ.λ., αλλά ο ποιητής τα χρησιμοποιεί για τονίσει με την σημασία αυτών των λέξεων το αίσθημα ματαιότητας. 
9) Αυτό που μου αρέσει στο ποίημα είναι που δείχνει την κατάσταση που επικρατεί με έμμεσο και όχι άμεσο τρόπο. Ακόμα μου αρέσει που μας δείχνει τα συναισθήματα του με σύμβολα, τα οποία τα τονίζουν ακόμα περισσότερο. Θα ήθελα, όμως, ο τίτλος του ποιήματος να είναι πιο ουσιαστικός και να περιγράφει το βαθύ συναίσθημα του ποιητή . Όμως όπως είναι τώρα, εξυπηρετεί την εξέλιξη του ποιήματος και μας δίνει στοιχεία για την Πρέβεζα και την κατάσταση που υπήρχε. Τέλος, θα ήθελα περισσότερες πληροφορίες για την ψυχολογική και συναισθηματική κατάσταση του ποιητή. 
10) Το ποίημα αναφέρεται σε σκέψεις του ποιητή. Φανερώνει τα συναισθήματα του και το ποίημα αναδύει μελαγχολία, στεναχώρια, απαισιοδοξία, μοναξιά, δηλαδή πράγματα που υποδηλώνουν καταθλιπτική συμπεριφορά. Το συγκεκριμένο ποίημα είναι ένα από τα τελευταία που έγραψε ο ποιητής, αφού αργότερα αυτοκτόνησε. Αυτό το γεγονός φανερώνει πως ο ποιητής έστελνε σημάδια για το τι επρόκειτο να συμβεί στη ζωή του. Για αυτό βλέπουμε τόσο έντονα τα συναισθήματα της μελαγχολίας. Μιλά για την σημασία της ζωής, για το πως την αντιλαμβάνεται, τι έχει να αντιμετωπίσει κανείς για να επιβιώσει, πως ξεκινάς και που καταλήγεις. Με λίγα λόγια, μας μιλά για τη ζωή και όλα της τα προβλήματα…
Τι να σου πω, φθινόπωρο...
Αντωνία (Γ3)
Τι να σου πω, φθινόπωρο, που πνέεις από τα φώτα
της πολιτείας και φτάνεις ως τα νέφη τ' ουρανού;
Ύμνοι, σύμβολα, ποιητικές, όλα γνωστά από πρώτα,
φυλλορροούν στην κόμη σου τα ψυχρά άνθη του νου.

 

Γίγας, αυτοκρατορικό φάσμα, καθώς προβαίνεις
στο δρόμο της πικρίας και της περισυλλογής,
αστέρια με το πρόσωπο, με της χρυσής σου χλαίνης
το κράσπεδο σαρώνοντας τα φύλλα καταγής,


είσαι ο άγγελος της φθοράς, ο κύριος του θανάτου,
ο ίσκιος που, σε μεγάλα βήματα· φανταστικά,
χτυπώντας αργά κάποτε στους ώμους τα φτερά του,
γράφει προς τους ορίζοντες ερωτηματικά...


Ενοσταλγούσα, ριγηλό φθινόπωρο, τις ώρες,
τα δέντρα αυτά του δάσους, την έρημη προτομή.
Κι όπως πέφτουνε τα κλαδιά στο υγρό χώμα οι οπώρες,
ήρθα να εγκαταλειφθώ στην ιερή σου ορμή.

Το ποίημα "Τι να σου πω, φθινόπωρο..." αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της ποίησης του Κώστα Καρυωτάκη, καθώς εκφράζει το ύφος και το στοχασμό του ποιητή.
Στην πρώτη στροφή παρουσιάζεται το φθινόπωρο να αποτελεί τόσο μέρος της φύσης (κυριολεκτικά) όσο και του ανθρώπου (συμβολικά). Ύμνοι, σύμβολα, σκέψεις και ιδανικά της αιωνιότητας και της αφθαρσίας καταρρέουν.
Στην δεύτερη στροφή, μέσα από μια σειρά εικόνων, ο ποιητής περιγράφει τη φύση κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου, το οποίο και το παρομοιάζει με αυτοκράτορα ο μανδύας του οποίου είναι τα φύλλα που βρίσκονται καταγής. Τα φύλλα, με τη σειρά τους, είναι τόσα πολλά όσα τα άστρα του ουρανού .
Στην τρίτη στροφή το φθινόπωρο παρουσιάζεται ως φορέας της φθοράς και προαναγγέλλει τον θάνατο. Ανατρέπει έτσι το αίσθημα ελπίδας και την αισιοδοξίας που αποκτά κανείς κοιτώντας τον ορίζοντα.
Στην τέταρτη και τελευταία στροφή ο Καρυωτάκης εκφράζει την νοσταλγία του για την ώρα της άφιξης του φθινοπώρου. Όπως , λοιπόν, τα κλαδιά και οι καρποί πέφτουν στο έδαφος, έτσι κι αυτός προετοιμάζεται ψυχικά για την έλευση της φθοράς μετά την ακμή.
Το ποίημα είναι μια μορφή διαλόγου με το ίδιο το φθινόπωρο, το οποίο συμβολίζει τη φθορά όχι μόνο της φύσης αλλά και της ανθρώπινης ζωής. Ο Καρυωτάκης αντιλαμβάνεται ότι το φθινόπωρο αποτελεί απόδειξη ότι τα πάντα είναι παροδικά Ίσως, λοιπόν, προτρέπει τους αναγνώστες να ζήσουν με όσο το δυνατόν καλύτερο τρόπο.  
Το ποίημα έχει πλεχτή ομοιοκαταληξία και ο αριθμός των συλλαβών δεν είναι σταθερός. Έχουμε τέσσερις στροφές, από τέσσερις στίχους η καθεμία.
Η γλώσσα του ποιήματος είναι δημοτική με μερικά λόγια στοιχεία. Π.χ «φυλλορροούν», «κόμη», «κράσπεδο», «χλαίνη», «ενοσταλγούσα», «ριγηλό», «οπώρες».
Χρησιμοποιείται β’ ενικό πρόσωπο, όταν ο ποιητής απευθύνεται στο φθινόπωρο
(«φτάνεις», «πνέεις», «είσαι» κ.τ.λ.), και α’ ενικό πρόσωπο, όταν αναφέρεται στις προσωπικές του σκέψεις («ενοσταλγούσα», «εγκαταλειφθώ»). Η εναλλαγή δίνει στο ποίημα δραματικότητα, ζωντάνια και αμεσότητα.
Το ποίημα είναι πλούσιο σε εκφραστικά μέσα. Χρησιμοποιούνται προσωποποιήσεις (στίχοι 1,2,5 και 9 , στους οποίους προσωποποιείται το φθινόπωρο). Πολλές είναι και οι μεταφορές (στίχοι 4,6,7,11,16), ενώ υπάρχει και μια παρομοίωση στον δέκατο πέμπτο στίχο. Τέλος, το ποίημα είναι πλούσιο σε εικόνες. Με όλα αυτά τα εκφραστικά μέσα, το ποίημα είναι λυρικό και μελαγχολικό, ενώ διακρίνεται και για τον φιλοσοφικό στοχασμό του. 

[Ο κήπος είμαι…]
Σταματία Ψ. (Γ3)   
Ο κήπος είμαι που άλλοτε με τ' άνθη του ευωδούσε
κι εγέμιζε με χαρωπό τιτύβισμα πουλιών,
που με κρυφομιλήματα και ψίθυρο φιλιών,
τη νύχτα, στη σκιάδα του, η αγάπη επερπατούσε

Ο κήπος είμαι που έμεινε χρόνια πολλά στην ίδια
θέση, μάταια προσμέοντας κάποιαν επιστροφή,
που αντί λουλούδια τώρα πια στ' αγκάθια έχει ταφεί,
που σώπασαν τ' αηδόνια του και πνίγεται στα φίδια.

Κάθε στροφή αποτελεί μια ενότητα. Ο πλαγιότιτλος της πρώτη ενότητας είναι «Η ομορφιά του κήπου». Ο πλαγιότιτλος της δεύτερης ενότητας είναι «Η μεταστροφή της χαράς και της ομορφιάς σε ασχήμια και λύπη».
Ο ποιητής στο ποίημα αυτό γράφει σε α΄ ενικό πρόσωπο. Υπάρχουν πολλά εκφραστικά μέσα. Το βασικότερο από όλα, το οποίο και κυριαρχεί, είναι οι εικόνες.
Εικόνες έχουμε παντού στο ποίημα. Στην πρώτη στροφή του ποιήματος, ας πούμε: Στον πρώτο στίχο με τον κήπο που ευωδούσε έχουμε μια οπτική και οσφρητική εικόνα μαζί. Τα τιτιβίσματα των πουλιών στο δεύτερο στίχο αποτελούν μια ακουστική εικόνα. Στον τρίτο στίχο τα κρυφομιλήματα είναι ακουστική και οπτική, ενώ κυριαρχεί η απτική και ακουστική εικόνα των ψίθυρων των φιλιών. Στον τέταρτο στίχο δεσπόζει η μεταφορά της αγάπης που περπατάει.
Αν θέλαμε να κάνουμε μια μικρή περίληψη της πρώτης στροφής, θα λέγαμε ότι ο ποιητής παρομοιάζει τον εαυτό του με έναν κήπο (ο κήπος τις περισσότερες φορές συμβολίζει την αγάπη, την άνοιξη, την ευτυχία) που ήταν γεμάτος τελείως από τα λουλούδια και τις χαρούμενες φωνές. Απλώνονται παντού ήχοι ανθρώπων και ζώων και, καθώς νυχτώνει όλο και περισσότερο, απλώνεται η αγάπη γύρω του. 
Αντίθετα, στη δεύτερη στροφή μας λέει ο ποιητής ότι αυτός ο κήπος (κατά τη γνώμη μου συμβολίζει το χαρακτήρα του) παρότι έμεινε για πάρα πολλά χρόνια έτσι όμορφος περιμένοντας κάποια επιστροφή, το έκανε μάταια. Γιατί τώρα δεν υπάρχει τίποτα ωραίο σ’ αυτόν, καθώς τα λουλούδια και τα πουλιά που είχε (μεταφορικά εννοείται) τώρα έγιναν αγκάθια και φίδια (πάλι μεταφορικά). 
Υπάρχουν αρκετές μεταφορές και σύμβολα. Όλο το ποίημα έχει μεταφορική έννοια, καθώς κατά την άποψη μου, θέλει να αποκαλύψει τον χαρακτήρα του ποιητή. Μια από τις μεταφορές είναι στην πρώτη στροφή, εκεί που λέει πως είναι ο κήπος. Για να μας δείξει την ομορφιά της ψυχής του χρησιμοποιεί κάποια σύμβολα. Η χρήση των λουλουδιών συμβολίζει την ομορφιά. Τα πουλιά που τιτιβίζουν συμβολίζουν τη καλοσύνη και την ειρήνη. Ακόμα, μας δείχνει την αγάπη και τον έρωτα μέσα από την φράση «ψίθυροι φιλιών». 
Στη δεύτερη στροφή βλέπουμε την κούραση, καθώς περιμένει άδικα μιαν αγάπη, μιαν επιστροφή, κι η όμορφη αυτή ψυχή έχει μετατραπεί σε κάτι τελείως διαφορετικό, μια που κυριεύεται από την αποστροφή και το μίσος, το κακό και όχι πια το καλό.
Αυτό φυσικά είναι ένα από τα χαρακτηριστικά των ποιημάτων του Κώστα Καρυωτάκη, όπου πάντα κυριαρχεί η αίσθηση της μοναξιάς, της παρακμής και της μελαγχολίας. Ένα άλλο χαρακτηριστικό των ποιημάτων του, που υπάρχει και στο συγκεκριμένο ποίημα, είναι οι ακουστικές εικόνες. Χρησιμοποιεί, τέλος, απλή γλώσσα και φράσεις από την καθημερινή ομιλία, αλλά με συμβολικό τρόπο. 
Με λίγα λόγια, αναλύοντας αυτό το ποίημα είδαμε:
· Πολλές εικόνες, ιδιαίτερα ακουστικές.
· Αρκετές μεταφορές. Άλλωστε και το νόημα του ποιήματος είναι μεταφορικό.
· Την αλλαγή της διάθεσης της ψυχικής ζωής του ποιητή από χαρούμενη σε θλιμμένη.
· Την χρήση συμβόλων.
· Την εμφάνιση διάφορων τυπικών χαρακτηριστικών της ποίησης του Καρυωτάκη.
Για τη γλώσσα και το ύφος του ποιήματος αναφέρθηκα. Να συμπληρώσω ακόμα ότι τηρούνται οι κανόνες της παραδοσιακής μετρικής.
Τέλος, να αναφερθεί ότι ο τίτλος του ποιήματος μας δείχνει ότι ο ψυχικός κόσμος του ποιητή είναι γεμάτος από διάφορα συναισθήματα, κάτι που το βλέπουμε και μετά στο ποίημα. 
[Σημείωση από εμένα: Όταν βλέπουμε έναν τίτλο σε αγκύλες σημαίνει ότι δεν τέθηκε από τον συγγραφέα του κειμένου. Το συγκεκριμένο ποίημα -όπως πολλά του Καρυωτάκη- είναι άτιτλο. Σε αυτές τις περιπτώσεις, χρησιμοποιείται, ως τίτλος –εργασίας ώστε να ξεχωρίζουν τα ποιήματα, η αρχική φράση του ποιήματος μέσα σε αγκύλες. Όσον αφορά το «πως τους βλέπει» ο ποιητής τους κήπους, για να κάνω και μια αναφορά στην προμετωπίδα που χρησιμοποιεί σε άλλο ποίημα ("Άνοιξη"), δείτε και αυτό εδώ το πεζό του με τίτλο "Ο κήπος της αχαριστίας". ]
Λυκαβηττός
Στέλλα(Γ3)
Η θέα από τον Λυκαβηττό σήμερα

Κι ανέβηκα! Και ξέφυγα! Και χάμου
η Αθήνα σα να πέθανε. Τα μύρα
βουνίσια με χτυπήσανε. Τριγύρα
τα πεύκα είναι προστάτισσα φρουρά μου.

Και δρόμο θε να δώσω στη χαρά μου!
Τ' αγέρι πνέει σα ν' άνοιξεν η θύρα
του Παραδείσου. Πίσω σα να επήρα
για λίγο της ψυχής της παρθενιά μου.

Ήλιος! Χρυσή στο βάθος η λουρίδα
της θάλασσας αστράφτει του Φαλήρου
και το νησί μου χάνεται πιο πίσω.

Μ' εξάγνισε το ανέβασμα, πατρίδα,
και θα 'ρθω με τη βάρκα μου του ονείρου
με τα κουπιά του πόθου θα κινήσω...
 


Πλαγιότιτλοι:
1η στροφή: Φυγή προς τη φύση.
2η στροφή: Η ξεγνοιασιά και η χαρά.
3η στροφή: Το φως προς τη θάλασσα
4η στροφή: Ο εξαγνισμός και ο πόθος για το όνειρο
Το ποίημα είναι γραμμένο σε α΄ ενικό. Δεν έχει ηρωικό, αλλά εξομολογητικό χαρακτήρα. Δείχνει ο ποιητής ότι προσπαθεί να ξεφύγει από τα σκοτάδια του εαυτού του μέσω της φαντασίας και όχι μέσω πραγματικότητας. Το ποίημα έχει πολλές ακουστικές εικόνες (π.χ. «άνοιξε η πόρτα του Παράδεισου». Θέμα του είναι η διαφυγή από την πεζή πραγματικότητα. Το ποίημα έχει ομοιοκαταληξία σταυρωτή στις δυο πρώτες στροφές και ποικίλη στις δυο επόμενες. Κάθε στίχος της μιας ομοιοκαταληκτεί με τον αντίστοιχο της άλλης.
Συναισθήματα και θέματα :
· Ομορφιά: «Ήλιος … Φαλήρου».
· Θέληση: «και δρόμο… χαρά μου».
· Αγνότητα: «Πίσω να επήρα… την παρθενιά μου», αισθάνεται δηλαδή σαν μικρό παιδί.
· Εξαγνισμός: «Μ΄ εξάγνισε… κινήσω».
· Ρομαντισμός: «Ήλιος … Φαλήρου».
· Χαρά: «Και δρόμο… χαρά μου!»
· Ελπίδα: Δεν μπορεί να φύγει από το σκοτάδι του εαυτού του >> απευθύνεται στο εαυτό του >>επιστροφή στην πατρίδα= αντίθεση με την νεκρή Αθήνα.
Το ποίημα περιέχει:
· Την πορεία της μέρας
· Αναπαράσταση της φύσης και του φωτός
· Εξομολόγηση του ποιητή
Η ατμόσφαιρα του ποιήματος είναι ήρεμη. Κυριαρχεί η γαλήνη. Με έμμεσο τρόπο φανερώνεται, από την αναπαράσταση του τοπίου αλλά και από την αίσθηση της αφής από το αεράκι («Τα μύρα… χτυπήσανε», «τα’ αγέρι… Παράδεισου»).
Η φαντασία εκδηλώνεται, όταν αναφέρεται στο «όνειρο του», στον «πόθο» του. Πιστεύει ότι είναι χαμένο τ’ όνειρο του, γιατί επιστρέφει πάλι στην «σκοτεινή Αθήνα» και δεν προσπαθεί να την αλλάξει σε «φωτεινή Αθήνα.
Ερμηνευτικά στοιχεία
· «Κι ανέβηκα! … φρουρά μου»: Διαφυγή, προστασία, αγνότητα φύσης (έντονη στην οσφρητική εικόνα για τα «μύρα»)
· «Και δρόμο… Παραδείσου»: αγνότητα, αδυναμία του σκοταδιού του να τον επηρεάσει
· «Ήλιος… πίσω»: Θαυμασμός, μοναδικότητα τοπίου. Το νησί του το θεωρεί ασήμαντο μπροστά στην τόση ομορφιά. Ο ποιητής είναι θλιμμένος. Θέλει να νιώσει καλύτερα μέσω της ομορφιάς της φύσης. Νιώθει ότι η ζωή του είναι κενή σε σχέση με την φανταστική του ονείρου του.
· «Μ’ εξάγνισε… κινήσω»: Λύτρωση, διατήρηση ονείρου (αναφέρεται στον ίδιο).
Συμβολισμοί:
· «Τριγύρα… φρουρά μου»: Προστασία
· «Τ’ αγέρι… παρθενιά μου»: Αγνότητα
· «Με εξάγνισε… κινήσω»: Θέληση για προσπάθεια.
Μεταφορές και άλλα σχήματα λόγου:
· «Τα μύρα… με χτυπήσανε»: ένταση και δύναμη της μυρουδιάς
· «τα πεύκα ... φρουρά μου»: Προστασία, ασφάλεια
· «Τ’ αγέρι… του Παράδεισου»: Μαγεία που τον συγκλόνισε. Το αγέρι επίσης δηλώνει το αθώο και αγνό άγγιγμα της φύσης το οποίο τον προσκαλεί στην αγνότητα.
· «χρυσή … Φαλήρου»: Η λάμψη και η ομορφιά της θάλασσας.
· «τα κουπιά του πόθου»: η προσπάθεια και η επιθυμία.
Ανδρείκελα
Σάββας (Γ2)

Σα να μην ήρθαμε ποτέ σ' αυτήν εδώ τη γη,
σα να μένουμε ακόμη στην ανυπαρξία.
Σκοτάδι γύρω δίχως μια μαρμαρυγή.
Άνθρωποι στων άλλων μόνο τη φαντασία.

Από χαρτί πλασμένα κι από δισταγμό,
ανδρείκελα, στης Μοίρας τα τυφλά δυο χέρια,
χορεύουμε, δεχόμαστε τον εμπαιγμό,
άτονα κοιτώντας, παθητικά, τ' αστέρια.

Μακρινή χώρα είναι για μας κάθε χαρά,
η ελπίδα κι η νεότης έννοια αφηρημένη.
Άλλος δεν ξέρει ότι βρισκόμαστε, παρά
όποιος πατάει επάνω μας καθώς διαβαίνει.

Πέρασαν τόσα χρόνια, πέρασε ο καιρός.
Ω! κι αν δεν ήταν η βαθιά λύπη στο σώμα,
ω! κι αν δεν ήταν στην ψυχή ο πραγματικός
πόνος μας, για να λέει ότι υπάρχουμε ακόμα...


Πρώτη στροφή: Υπάρχει αντίθεση στον 1ο στίχο, αφού δεν μπορεί στην πραγματικότητα να είμαστε στην ανυπαρξία. Άρα είναι κάτι οξύμωρο. 1ος και 2ος στίχοι: Ίσως ο ποιητής προσπαθεί να μας δείξει ότι δεν ξέρουμε τίποτα για τον κόσμο που ζούμε.3ος στίχος: Μια εικόνα που δείχνει την μελαγχολία του ποιήματος. 4ος στίχος: Φανερώνεται η άποψη του ποιητή ότι οι άλλοι για μας κι εμείς για αυτούς είμαστε αποτέλεσμα των επιρροών και των κρίσεων του καθενός
Δεύτερη στροφή: Περιγράφεται από τι κατασκευάζονται οι άνθρωποι –ανδρείκελα, την αδυναμία τους να ελέγξουν τη μοίρα τους και πως αντιμετωπίζονται από τους άλλους.
Ο πρώτος στίχος της τρίτης στροφής δείχνει πως από το σημείο που βρίσκονται αυτοί οι άνθρωποι-ανδρείκελα δεν υπάρχει δυνατότητα επιστροφής στη χαρά, αφού τώρα είναι βυθισμένοι στην μελαγχολία και στο περιθώριο. Στους επόμενους δυο στίχους φανερώνεται το μηδαμινό της αξίας που αισθάνονται πως έχουν, καθώς κανείς δεν τους δίνει σημασία, ούτε οι όμοιοι τους, μόνο οι περαστικοί που τους πατάνε. 
Η κορύφωση του ποιήματος βρίσκεται στην τέταρτη στροφή, όπου ο Καρυωτάκης λέει ουσιαστικά πως η ύπαρξη των ανθρώπων αυτών είναι ανούσια και ασήμαντη και πως το να υπάρχουν και μόνο προκαλεί μόνο πόνο και βαθιά λύπη στην καρδιά…
Φθορά 
Μανώλης Ο. (Γ2)  
Ηράκλειτος:
"Ο χρόνος είναι παιδί που παίζει με πεσσούς
 και το παιδί είναι βασιλιάς".





Στην άμμο τα έργα στήνονται μεγάλα των ανθρώπων,
και σαν παιδάκι τα γκρεμίζει ο Χρόνος με το πόδι.

Το ποίημα επισημαίνει το μάταιο της ανθρώπινης ζωής. Ο χρόνος περνάει και αδιάφορα διαλύει τα έργα των ανθρώπων με την ανεμελιά ενός παιδιού που παίζει. Δεν υπάρχει ομοιοκαταληξία και δεσπόζει η εικόνα του παιδιού που καταστρέφει στην άμμο τα έργα των ανθρώπων.






 




Μπαλάντα στους άδοξους ποιητές των αιώνων
Μιχαέλα Μ. (Γ2)
"...να η Λάμαρη ποιήτρια ξεχασμένη."
Από θεούς κι ανθρώπους μισημένοι, 
σαν άρχοντες που εξέπεσαν πικροί,
μαραίνονται οι Βερλαίν· τους απομένει
πλούτος η ρίμα πλούσια και αργυρή.
Οι Ουγκό με «Τιμωρίες» την τρομερή
των Ολυμπίων εκδίκηση μεθούνε.
Μα εγώ θα γράψω μια λυπητερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι.

Αν έζησαν οι Πόε δυστυχισμένοι,
και αν οι Μπωντλαίρ εζήσανε νεκροί,
η Αθανασία τούς είναι χαρισμένη.
Κανένας όμως δεν ανιστορεί
και το έρεβος εσκέπασε βαρύ
τους στιχουργούς που ανάξια στιχουργούνε.
Μα εγώ σαν προσφορά κάνω ιερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που' ναι.

Του κόσμου η καταφρόνια τούς βαραίνει
κι αυτοί περνούνε αλύγιστοι κι ωχροί,
στην τραγική απάτη τους δομένοι
πως κάπου πέρα η Δόξα καρτερεί,
παρθένα βαθυστόχαστα ιλαρή.
Μα ξέροντας πως όλοι τούς ξεχνούνε,
νοσταλγικά εγώ κλαίω τη θλιβερή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι
Και κάποτε οι μελλούμενοι καιροί:
«Ποιος άδοξος ποιητής» θέλω να πούνε
«την έγραψε μιαν έτσι πενιχρή
μπαλάντα στους ποιητές άδοξοι που 'ναι;»

Ο ποιητής
Ο Κώστας Καρυωτάκης θεωρείται ως ο πιο αντιπροσωπευτικός ποιητής της γενιάς του Μεσοπολέμου (1920-1940). Η ποίηση του επηρεάστηκε από τους Γάλλους ρομαντικούς συμβολιστές ποιητές. Διακρίνεται από μια αίσθηση δυσκολίας προσαρμογής στην πραγματικότητα, θλίψη για την έλλειψη ιδανικών, απογοήτευση, διάθεση για φυγή, πικρία, απαισιόδοξη στάση απέναντι στη ζωή. Τέλος, η ποίησή του αποτελεί σταθμό στην ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας και επηρέασε και σύγχρονους μ’ αυτόν ποιητές και μεταγενέστερους.
Το ποίημα
Όπως δηλώνεται ρητά και στον τίτλο του, το ποίημα αυτό του Καρυωτάκη είναι μπαλάντα, με στοιχεία δραματικά, λυρικά και επικά. Αποτελείται από τέσσερις στροφές και στο τέλος κάθε στροφής επαναλαμβάνεται ο ίδιος στίχος ως «γύρισμα» (refrain ) .
Θέμα και περιεχόμενο.
Το θέμα, πρωτότυπο αναμφίβολα, του ποιήματος είναι η τραγική αυταπάτη των «ατάλαντων» ποιητών, που φαντάζονται ότι στο μέλλον θα αποκτήσουν αναγνώριση και δόξα. Το περιεχόμενο είναι στοχαστικό.
Ενότητες και υποενότητες
1η στροφή (8 στίχοι): α) Οι ταλαντούχοι ποιητές που δοξάστηκαν ύστερα (1-6)
β) Η προσωπική στάση του ποιητή για τους άδοξους ποιητές (7-8)
2η στροφή (8 στίχοι): α) Οι ταλαντούχοι ποιητές που δοξάστηκαν ύστερα (1-3)
β) Αναφορά στους άδοξους ποιητές (4-6)
γ) Η προσωπική στάση του ποιητή για τους άδοξους ποιητές (7-8)
3η στροφή (8 στίχοι: α) Αναφορά στους άδοξους ποιητές (1-5)
β) Η προσωπική στάση του ποιητή για τους άδοξους ποιητές (6-8)
4η στροφή (4 στίχοι): Ο ποιητής ως άδοξος ποιητής και οι άδοξοι ποιητές (1-4)
Προσωπική στάση του ποιητή
Ο Καρυωτάκης θέλει να δηλώσει την θετική στάση του απέναντι στους άδοξους ποιητές. Επίσης διακόπτεται η μονοτονία. Στον προτελευταίο στίχο των τριών πρώτων στροφών και στον δεύτερο στίχο της τελευταίας δίνεται ο προσωπικός τόνος με ρήματα σε α΄ ενικό πρόσωπο («θα γράψω», «κάνω», «κλαίω», «θέλω») ενώ, για έμφαση, χρησιμοποιείται στα τρία πρώτα από τα παραπάνω ρήματα και η προσωπική αντωνυμία «εγώ». 
Ο προσωπικός τόνος που εμφανίζεται στα παραπάνω σημεία χρησιμοποιείται για να δηλώσει ο ποιητής την θετική του στάση απέναντι στους άδοξους ποιητές, να τους θυμίσει με τον τρόπο του και στο τέλος να ταυτιστεί μ’ αυτούς. Με το α' ενικό πρόσωπο επιτυγχάνεται η ποικιλία στον λόγο και σπάει η μονοτονία του γ ΄ προσώπου. Παράλληλα, επιτυγχάνεται και η αμεσότητα στην επικοινωνία του ποιητή με τον αναγνώστη του. 
Η προσωπική περίπτωσή του Καρυωτάκη
Ο ποιητής αισθάνεται την ανάγκη να γράψει για τους άδοξους ποιητές γιατί τους συσχετίζει με τον εαυτό του. Ο ίδιος είναι ακόμα νέος, έχει εκδώσει κιόλας την πρώτη του ποιητική συλλογή, όμως δεν βρήκε ανταπόκριση και δεν απόκτησε την δόξα που περίμενε. Είναι κι αυτός ακόμα άδοξος, για αυτό συναισθηματικά βρίσκεται κοντά σ’ εκείνους τους ποιητές όλων των εποχών οι οποίοι έμειναν στην αφάνεια και νιώθει την ανάγκη να εκφράσει την συμπαράσταση του σ’ αυτούς. Στο ποίημα αυτό, από τα πρώιμα του Καρυωτάκη, φαίνεται η επιθυμία του για υστεροφημία. 
Πρόθεση του ποιητή
Πρόθεση του ποιητή είναι να εκφράσει την συμπαράσταση και τη συμπάθειά του στους ποιητές όλων των εποχών που δεν απέκτησαν δόξα.
Σχήματα λόγου
παρομοιώσεις: «Σαν άρχοντες», «σαν προσφορά».
Μεταφορές: « άρχοντες που εξέπεσαν πικροί», «μαραίνονται οι Βερλαίν», «η ρίμα πλούσια κι αργυρή», «μεθούνε την εκδίκηση» κ.α..
Προσωποποιήσεις: «η Αθανασία τους είναι χαρισμένη», «η Δόξα καρτερεί» (και στις δυο περιπτώσεις εντείνεται η προσωποποίηση και με τη χρήση κεφαλαίου γράμματος), «οι μελλούμενοι καιροί […] να πούνε».
Συνεκδοχές: «ρίμα», «η εκδίκηση των Ολυμπίων» κ.α..
Αντιθέσεις : Στίχοι 3, 7, 9-11, 11-14, 12-16, 27-21. Οι αντιθέσεις είναι ο βασικός τρόπος έκφρασης που χρησιμοποιείται.
Επαναλήψεις: Επαναλαμβάνεται ο τελευταίος στίχος κάθε στροφής, ο οποίος δίνει και το τίτλο στο ποίημα.
Παρηχήσεις: του «σ» (στ. 1-2), του «ρ» (στ. 2-5, 10, 12-15, 17-21), του «λ» (στ. 23-24), του «ν» (στ. 26-27).
Στιχουργικές παρατηρήσεις
Το ποίημα αποτελείται από τρεις 8στιχες και μια 4στιχη στροφή. Επαναλαμβάνεται ο τελευταίος στίχος. Η ομοιοκαταληξία είναι πλεχτή. Οι στίχοι είναι ιαμβικοί 11σύλλαβοι και 10σύλλαβοι. 
[Σημείωση δική μου: Πέρα από το γεγονός ότι την ίδια ακριβώς στιγμή που αναγγέλλει ότι θα γράψει μια μπαλάντα για τους άδοξους ποιητές των αιώνων, την γράφει κιόλας, ο ποιητής πραγματικά έγραψε ένα τέτοιο ποίημα. Λέγεται "Τάφοι". Στο ποίημα αναφέρεται μεταξύ άλλων στην ξεχασμένη ποιήτρια Ελένη Λάμαρη, συμπαρασύροντάς την στην αθανασία... Είναι η γυναίκα παραπάνω στη φωτογραφία. Ό,τι αναφέρεται στο Διαδίκτυο για αυτήν, σχετίζεται με το ποίημα του Καρυωτάκη. Ίσως κάποτε της κάνω μιαν ανάρτηση...] 
«Κι αν έσβησε σαν ίσκιος...»
Μαρίνα Χ. (Γ3)
"Μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή..." Μ. Πολυδούρη
Κι αν έσβησε σαν ίσκιος τ' όνειρό μου,
κι αν έχασα για πάντα τη χαρά,
κι αν σέρνομαι στ' ακάθαρτα του δρόμου,
πουλάκι με σπασμένα τα φτερά·

κι αν έχει, πριν ανοίξει, το λουλούδι
στον κήπο της καρδιά μου μαραθεί,
το λεύτερο που εσκέφτηκα τραγούδι
κι αν ξέρω πως ποτέ δε θα ειπωθεί·

κι αν έθαψα την ίδια τη ζωή μου
βαθιά μέσα στον πόνο που πονώ --
καθάρια πώς ταράζεται η ψυχή μου
σα βλέπω το μεγάλο ουρανό,

η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη,
και ογραίνοντας την άμμο το πρωί,
μου λέει για κάποιο γνώριμο ακρογιάλι,
μου λέει για κάποια που 'ζησα ζωή!

1. Ο ποιητής μιλάει στο α' πρόσωπο και αναφέρεται στο παρελθόν.
2. Νοσταλγικό, δραματικό ποίημα. (Μιλάει για μια ζωή γεμάτη πόνο. Για πολλά όνειρα και κλίμα γεμάτο χαρά τα οποία, ενώ υπήρχαν στο παρελθόν, χάθηκαν.)
3. Υπάρχει πλεχτή ομοιοκαταληξία. (Ο 1ος με τον 3,ο ο 2ος με τον 4ο στίχο σε κάθε στροφή του ποιήματος.)
4. Υπάρχουν επίθετα που τονίζουν την τραγική θέση του ποιητή (ακάθαρτος δρόμος, σπασμένα φτερά, μεγάλος ουρανός, μεγάλη θάλασσα, γνώριμο ακρογιάλι), αφού όλα αναδεικνύουν απαισιοδοξία για το μέλλον και νοσταλγία για την ζωή που είχε παλιά.
5. Υπάρχουν πολλές εικόνες: Οπτικές (Μεταφορικά)
«Σέρνομαι στα ακάθαρτα του δρόμου».
«Πουλάκι με σπασμένα τα φτερά». Εννοεί ότι νιώθει αδύναμος να συνεχίσει την ζωή του χωρίς χαρά (όπως στο παρελθόν), έχει χάσει πια τα όνειρα του και νιώθει σαν ένα πουλί χωρίς φτερά, δηλ. άχρηστος.
«το λουλούδι στον κήπο της καρδιάς μου έχει μαραθεί»: Εδώ μας δίνει την εντύπωση πως έχει χάσει μια παλιά αγάπη του και βιώνει μια ερωτική απογοήτευση, αφού παλιότερα ένιωθε ότι ήταν ανθισμένη η καρδιά του, ενώ τώρα λέει πως υπάρχει ένας κήπος με λουλούδια που έχουν πια μαραθεί.
«Η θάλασσα σαν έρχεται μεγάλη και ογραίνοντας την άμμο το πρωί»: Με αυτή την εικόνα μας δίνει την εντύπωση πως οι στιγμές χαράς που πέρασε ήταν το καλοκαίρι, αφού θυμάται την ζωή που έζησε κάποτε, βλέποντας την θάλασσα.
Κυριακή
Χριστίνα (Γ3)
Ὁ ἥλιος ψηλότερα θ᾿ ἀνέβει
σήμερα πού ῾ναι Κυριακή.
Φυσάει τὸ ἀγέρι καὶ σαλεύει
μιὰ θημωνιὰ στὸ λόφο ἐκεῖ.

Τὰ γιορτινὰ θὰ βάλουν, κι ὅλοι
θά ῾χουν ἀνάλαφρη καρδιά:
κοίτα στὸ δρόμο τὰ παιδιά,
κοίταξε τ᾿ ἄνθη στὸ περβόλι.

Τώρα καμπάνες ποὺ χτυπᾶνε
εἶναι ὁ θεὸς ἀληθινός.
Πέρα τὰ σύννεφα σκορπᾶνε
καὶ μεγαλώνει ὁ οὐρανός.

Ἄσε τὸν κόσμο στὴ χαρά του
κι ἔλα, ψυχή μου, νὰ σοῦ πῶ,
σὰν τραγουδάκι χαρωπό,
 ἕνα τραγούδι τοῦ θανάτου.

Κάθε στροφή θεωρείται ως μια ενότητα.
Πρώτη στροφή: Οι δυο πρώτοι στίχοι φανερώνουν ότι είναι μια ηλιόλουστη μέρα κι είναι Κυριακή. Στους επόμενους δυο στίχους βλέπουμε ότι φυσάει.
Δεύτερη στροφή: Στους δυο πρώτους στίχους ο ποιητής μιλάει για όμορφες στιγμές και για τα συναισθήματα μας κατά τη διάρκεια τους. Στους δυο επόμενους στίχους αναφέρεται ξανά σε ευχάριστες στιγμές, καθώς μιλάει για τα παιδάκια που παίζουν, κάτι που συμβολίζει επίσης τη νεότητα και την αθωότητα. Αναφέρεται και στα άνθη κι έτσι καταλαβαίνουμε ότι είναι άνοιξη-καλοκαίρι.
Τρίτη στροφή: Αναφέρεται μια καμπάνα που χτυπά, μια Εκκλησία και ο Θεός, τον οποίον τον αναφέρει κιόλας. Στους επόμενους στίχους γίνεται λόγος για τον ουρανό. Τα σύννεφα φεύγουν και μένει πίσω τους ο καθαρός ουρανός.
Τέταρτη στροφή: Στους δυο πρώτους στίχους αναφέρεται στην ομορφιά και στη χαρά που έχει κόσμος. Στους δυο επόμενους έχουμε μια ανατροπή, καθώς μιλάει για τον θάνατο τον οποίο ταυτίζει, μέσω μιας φαινομενικής αντίθεσης, με τη χαρά.
Το ποίημα χαρακτηρίζεται από τις πολλές εικόνες όλων των ειδών που έχει. Κινητικές, οσφρητικές, οπτικές και ακουστικές.
Ο ποιητής δεν αισθάνεται την χαρά που νιώθουν οι άλλοι, παρά τη θλίψη μέσα του. Άλλωστε δεν συμμετέχει σ’ αυτό που γίνεται. Αντιθέτως…
Ο στίχος του ποιήματος είναι συγκροτημένος με ομοιοκαταληξία ζευγαρωτή. Το μέτρο είναι ιαμβικό και κάθε στίχος έχει ίσο αριθμό συλλαβών.
Η γλώσσα είναι εκφραστική και προσεγμένη.
Το ύφος είναι απλό, ζωντανό και αισιόδοξο, κάτι που στο τέλος αναιρείται και γίνεται απαισιόδοξο.

Τελευταίο ταξίδι
Αθηνά (Γ3)   
Το "τελευταίο καράβι". Το όπλο της αυτοκτονίας
Καλό ταξίδι, αλαργινό καράβι μου, στου απείρου
και στης νυχτός την αγκαλιά, με τα χρυσά σου φώτα!
Να 'μουν στην πλώρη σου ήθελα, για να κοιτάζω γύρου
σε λιτανεία να περνούν τα ονείρατα τα πρώτα.

Η τρικυμία στο πέλαγος και στη ζωή να παύει,
μακριά μαζί σου φεύγοντας πέτρα να ρίχνω πίσω,
να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου, καράβι,
δίχως να ξέρω πού με πας και δίχως να γυρίσω!
 
Το ποίημα ανήκει στα ελεγεία της συλλογής «Ελεγεία και Σάτιρες». Πρόκειται για ένα λυρικό ποίημα με θέμα τη φυγή από ένα περιβάλλον που υπήρξε εχθρικό για τον ποιητή και από μια πραγματικότητα σκληρή για την ποιητική του φύση. Εξάλλου, ο βαθύς πόθος για τη ζωή και η αναζήτηση ενός ιδανικού κόσμου κατέχουν την ψυχή του ποιητή, όμως είναι βέβαιος ότι τα όνειρα του δεν πρόκειται να πραγματοποιηθούν.
Βασικά χαρακτηριστικά του συμβολισμού που εμφανίζονται:
· Η μουσικότητα του στίχου (Στον ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο δεν υπάρχει καμία χασμωδία, ενώ και η ομοιοκαταληξία είναι πλούσια κι εύηχη).
· Η προσεχτική επιλογή του λεξιλογίου. Οι λέξεις είναι εύστοχες και επιλεγμένες προσεκτικά, χωρίς ωστόσο επιτήδευση: αλαργινό, της νυχτός (ο συγκεκριμένος τύπος δίνει ιδιαιτερότητα και μεγαλοπρέπεια), ονείρατα (ποιητική λέξη) λικνίζεις…
· Η εξωτερίκευση συναισθηματικών καταστάσεων μέσω συμβόλων (Ο ποιητής εξωτερικεύει την ανάγκη του για φυγή).
Συνοπτικά το περιεχόμενο
Στίχοι 1-2: Το αλαργινό καράβι.
Στίχοι 3-4: Η λιτανεία των ονείρων. Στον 4ο στίχο δίνεται μια εικόνα μεταφορική, ονειρική, εξωπραγματική.
Στίχος 5: Η αναζήτηση της γαλήνης. Εδώ υπάρχει μια διπλή εικόνα, μεταφορική και κυριολεκτική, της τρικυμίας: Ο ποιητής ψάχνει τη γαλήνη όχι της φύσης, της ψυχής του η οποία είναι ταραγμένη από ένα πέλαγο γεμάτο από πικρίες απογοητεύσεις, διαψεύσεις.
Στίχοι 6-8: Ταξίδι στο άγνωστο χωρίς επιστροφή. Τρία είναι τα στοιχεία που ξεχωρίζουν στους στίχους αυτούς:
α) Η θλίψη, από τη φράση «να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου». Ο ποιητής δεν ελπίζει ότι θα λυτρωθεί από τη θλίψη του γιατί τη θεωρεί συνυφασμένη με τη φύση του.
β) ο προορισμός, που είναι αδιάφορος για τον ποιητή («δίχως να ξέρω που με πας»).
γ) Ο αμετάκλητος χαρακτήρας της φυγής («πέτρα να ρίχνω πίσω», «και δίχως να γυρίζω!»), ο οποίος ενισχύεται με την έμφαση που προσδίδει η χρήση του θαυμαστικού. 
Η σκέψη ότι το ταξίδι χωρίς επιστροφή είναι ο θάνατος, ο όποιος οδηγεί στο άγνωστο και προσφέρει γαλήνη και λύτρωση μας προκαλεί σε μια ανάλογη ερμηνεία των τελευταίων στίχων: Τελευταίο ταξίδι για τον ποιητή είναι ο θάνατος και οι τελευταίοι στίχοι προσημαίνουν την αυτοκτονία του 
Πάντως, το ποίημα μπορεί να ενταχθεί στο γενικά απαισιόδοξο κλίμα της ποίησης του Καρυωτάκη και η απαισιοδοξία δεν οδηγεί αναγκαστικά σε θάνατο, γιατί εδώ εκφράζεται απλώς το ψυχικό αδιέξοδο και η επιθυμία της φυγής. Εξάλλου, ο ποιητής στέκεται με ελπίδα στην πλώρη του καραβιού και επιθυμεί να παύει η τρικυμία στη ζωή, επομένως και η η γαλήνη να έρθει στη ζωή και όχι στο θάνατο.
Συναισθήματα
Ο ποιητής έχει διάθεση για φυγή από ένα περιβάλλον εχθρικό, από μια πραγματικότητα απογοητευτική, σκληρή και πνιγηρή και για την οριστική και χωρίς επιστροφή μετάβαση του σε μιαν άλλη, με στόχο την αναζήτηση της ψυχικής γαλήνης. Η συναισθηματική κατάσταση του ποιητή; Θλίψη, απογοήτευση και απαισιοδοξία.
Τα εκφραστικά μέσα που υπάρχουν στο κείμενο είναι τα εξής :
· Προσωποποίηση: Του καραβιού (στο οποίο μιλάει), της νύχτας (μιλά για την αγκαλιά της, ανθρώπινο χαρακτηριστικό)
· Μεταφορά: χρυσά φώτα, ονείρατα σε λιτανεία, η τρικυμιά στη ζωή
· Συνεκδοχή: να μου λικνίζεις την αιώνια θλίψη μου (να λικνίζεις εμένα, τον αιώνια θλιμμένο).
· Υπερβατό: Αλαργινό καράβι μου… με τα χρυσά σου φώτα
· Παρήχηση του -ρ- στους στίχους 3-4 και 6. (Αυτή η παρατήρηση είναι κάπως εξεζητημένη, επειδή για να υπάρχει παρήχηση, πρέπει να είναι πολλοί και πυκνοί φθόγγοι που την σχηματίζουν).
Ο τίτλος του ποιήματος μας παραπέμπει σε ένα πραγματικό ταξίδι ή ακόμα, και σε μια μεταφορική έκφραση της έννοιας του θανάτου. Και οι δυο προσεγγίσεις μπορούν να αναιρεθούν με την ανάγνωση του ποιήματος: «Τελευταίο ταξίδι» είναι ένα καθοριστικό ταξίδι που κλείνει έναν κύκλο (Φυγή από μια πραγματικότητα και οριστική μετάβαση σε μιαν άλλη που δεν επιδέχεται άλλο ταξίδι για επιστροφή).
Σάββατο βράδυ
Μιχάλης (Γ3)

 Σάββατο βράδυ: ἀνοίγουνε στὸ δρόμο σὰ λουλούδια  
οἱ ἁπλὲς καρδιές, παθητικὰ ν᾿ ἀνέβουνε τραγούδια
ποὺ γιὰ τὴ χαρὰ ἢ τὸν ἁπαλὸ τοῦ ἔρωτα ψάλλουν πόνο,
ἐνῷ γιὰ μένα ἡ ἑβδομάδα ἐτελείωσε καὶ μόνο.

Το ποίημα αποτελείται από μια στροφή και έχει ομοιοκαταληξία ζευγαρωτή. Στο ποίημα κυριαρχεί η αίσθηση της μοναξιάς και της μελαγχολίας που βασίζεται σε μια αντίθεση. Στους τρεις πρώτους στίχους εκφράζεται το τι κάνουν οι άλλοι άνθρωποι το Σαββατόβραδο και στον τελευταίο ο ποιητής αναφέρει τι σημαίνει για κείνον. Το ποίημα είναι από μόνο του μια αντίθεση μεταξύ της ζωής του και όλων όσων συμβαίνουν γύρω του. Από τις λέξεις και τις μεταφορές που χρησιμοποιεί, τον τρόπο που περιγράφει και τις εικόνες που παρουσιάζει φαίνεται πως είναι απογοητευμένος. Κυριαρχεί η εικόνα των ανθρώπων που διασκεδάζουν ή ετοιμάζονται, η οποία ενισχύεται από την μεταφορά των απλών καρδιών που ανοίγουν σα λουλούδια και των τραγουδιών που ανεβαίνουν. Να σημειωθεί ότι η αντίθεση μεταξύ της χαράς και του πόνου στον τρίτο στίχο είναι φαινομενική, καθώς για τον ποιητή τίποτα από τα δυο δεν υφίσταται.

 Τα γράμματα
Λέανδρος (Γ3) 
Τὰ γράμματά σου τά ῾χω, Ἀγάπη πρώτη,
σὲ ἀτίμητο κουτί, μὲς στὴν καρδιά μου.
Τὰ γράμματά σου πνέουνε τὴ νιότη
κι ἀνθίζουνε τὴν ὄψιμη χαρά μου.

Τὰ γράμματά σου, πόσα μοῦ μιλοῦνε
μὲ τὶς στραβὲς γραμμὲς καὶ τὰ λαθάκια!
Τρέμουν, γελᾶνε, κλαῖνε, ἀνιστοροῦνε
παιχνίδισμα τὴ ζούλια καὶ τὴν κάκια...

Τὸ μύρο στοὺς φακέλους ποὺ εἶχες ραντίσει,
τοῦ Καιροῦ δὲν τὸ σβήσανε τὰ χνότα.
Παρόμοια ἂς ἦταν νὰ μὴν εἶχε σβήσει
ἡ ἀπονιά σου τὰ ὀνείρατα τὰ πρῶτα!

Τὰ γράμματά σου πᾶνε, Ἀγάπη μόνη,
βάρκες λευκές, τὴ σκέψη μου ἐκεῖ κάτου.
Τὰ γράμματά σου τάφοι· δὲν τελειώνει
ἀπάνω τους ἡ λέξη τοῦ Θανάτου.

Το ποίημα αυτό απευθύνεται σε μια γυναίκα η οποία ορίζεται μέσω των γραμμάτων της, τα οποία έχει πάντα στην καρδιά του ο ποιητής και του δίνουν χαρά. Η γυναίκα αυτή του διόρθωνε τα λάθη και του έφερνε στην επιφάνεια όλα του τα όμορφα συναισθήματα. Ακόμη και με το πέρασμα του χρόνου, το άρωμα της έμενε αναλλοίωτο στην σκέψη του και τίποτα δεν θα τους χώριζε, ούτε καν ο θάνατος. 
                                                                  
                                                  ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΠΑΡΕΚΒΑΣΗ 
Μαρία Κ. από το Γ2 είπε να σπάσει την μονοτονία των συνεχόμενων σχολίων σε ποιήματα του Καρυωτάκη και να μας πει δυο-τρία πραγματάκια σ’ ένα ποίημα του Καβάφη. Την… «Μονοτονία»]... 
 Την μια μονότονην ημέραν άλλη
μονότονη, απαράλλακτη ακολουθεί. Θα γίνουν
τα ίδια πράγματα, θα ξαναγίνουν πάλι —
η όμοιες στιγμές μας βρίσκουνε και μας αφίνουν.

Μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα.
Aυτά που έρχονται κανείς εύκολα τα εικάζει·
είναι τα χθεσινά τα βαρετά εκείνα.
Και καταντά το αύριο πια σαν αύριο να μη μοιάζει.
· Το ποίημα χωρίζεται σε δυο χρονικές ενότητες. Στην πρώτη στροφή κυριαρχεί η καθημερινή επανάληψη των πραγμάτων και στην δεύτερη η μηνιαία τους μονοτονία.
· Ο τόνος του ποιήματος είναι απαισιόδοξος.
· Αναφέρεται στη μοίρα και την τύχη μερικών ανθρώπων.
· Το ποίημα έχει ομοιοκαταληξία, για να μεταδώσει πιο έντονα την αίσθηση της επανάληψης.
· Το μήνυμα του είναι διαχρονικό.
· Γίνεται λεκτική αναφορά στην επανάληψη διαφόρων πραγμάτων.]

ΤΕΛΟΣ ΠΑΡΕΚΒΑΣΗΣ 

Μικρή ασυμφωνία εις Α μείζον
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει,
μικρόν εμέ κι εσάς μεγάλο
ίδια τον ένα και τον άλλο;
Τους τρόπους, το παράστημά σας,
το θελκτικό μειδίαμά σας,
το monocle που σας βοηθάει
να βλέπετε μόνο στο πλάι
και μόνο αυτούς να χαιρετάτε
όσοι μοιάζουν αριστοκράται,
την περιποιημένη φάτσα,
την υπεροπτική γκριμάτσα
από τη μια μεριά να βάλει
της ζυγαριάς, κι από την άλλη
πλάστιγγα να βροντήσω κάτου,
μισητό σκήνωμα, θανάτου
άθυρμα, συντριμμένο βάζον,
εγώ, κύμβαλον αλαλάζον.
Α! κύριε, κύριε Μαλακάση,
ποιος τελευταίος θα γελάσει;
Α) Ιζαμπέλα (Γ3)
Σε όλο το ποίημα διακρίνουμε ειρωνεία στα λόγια του Καρυωτάκη, και ειδικά στους πρώτους στίχους. Ο ποιητής εκφράζει την απορία του ποιος θα βρεθεί να «δικάσει» έναν μικρό και ασήμαντο ποιητή, όπως ο ίδιος, μ’ ένα μεγάλο και καταξιωμένο ποιητή, όπως ο Μαλακάσης. Η ερώτηση του φαίνεται να είναι ρητορική, γιατί η απάντηση είναι ήδη δεδομένη. Είναι λίγο δύσκολο να συγκριθούν δυο ποιητές, όταν η αξία του ενός είναι παραγνωρισμένη, ενώ το ποιητικό ανάστημα του άλλου θεωρείται ανώτερο. Φαίνεται να υπάρχει έντονη σατιρική διάθεση στο σημείο που βρίσκεται το ρήμα «δικάσει» και με την αντίθεση «μικρού» - «μεγάλου». 
Παρακάτω υπάρχει η οπτική εικόνα μιας ζυγαριάς, όπου στην μια μεριά είναι ο Μαλακάσης και στην άλλη ο ποιητής. Για τον Μαλακάση σχολιάζει το χαμόγελο του, το ανάστημα του, τους τρόπους, το μονόκλ του που τον βοηθάει να βλέπει μόνο στο πλάι και να χαιρετάει μόνο όσους του μοιάζουν αριστοκράτες. Χρησιμοποιεί καθημερινές φράσεις, όπως «φάτσα», «γκριμάτσα», «όσοι μοιάζουν». Η φράση «όσοι μοιάζουν αριστοκράται» φαίνεται να προδίδει πως υπάρχει στον Μαλακάση μια προσήλωση στο «φαίνεσθαι» κι όχι στο «είναι» των ανθρώπων. Ακόμα η ειρωνεία συνεχίζεται, αφού χρησιμοποιεί την καθαρεύουσα «αριστοκράται» που προβάλλει την υπεροψία και την ανωτερότητα της κοινωνικής τάξης του Μαλακάση. 
Στην άλλη μεριά, ακολουθεί μια καυστική περιγραφή από τον Καρυωτάκη για τον ίδιο του τον εαυτό. Σατιρίζει ο ίδιος τον εαυτό του με διάφορες καυστικές φράσεις: «Μισητό σκήνωμα» (αυτοπεριφρόνηση), «θανάτου άθυρμα» (ανυπεράσπιστος απέναντι στο θάνατο), συντριμμένο βάζο (ψυχική κατάσταση συντριμμένη σα γυαλί). Παρομοιάζει, τέλος, τον εαυτό του με «κύμβαλο αλαλάζον». 
Δεν στέκεται καθόλου στα ποιητικά προσόντα, μα σε εσωτερικά χαρακτηριστικά. Οπότε, γίνεται μια σύγκριση ανάμεσα σε δυο χαρακτήρες. Ο πρώτος επιφανειακός, χωρίς εσωτερικό προβληματισμό. Ο δεύτερος βαθιά σκεπτόμενος και προβληματισμένος. 
Ολοκληρώνει το ποίημα με την ίδια απορία και χρησιμοποιεί αυτή τη φορά την λαϊκή έκφραση «Ποιος τελευταίος θα γελάσει». Νομίζω πως το νόημα είναι πως ο χρόνος θα δείξει την αξία της δικής του ποίησης. Οι στίχοι αυτοί βγήκαν αληθινοί, διότι η ποίηση του ήταν σταθμός για την νεοελληνική λογοτεχνία.   
Β) Κώστας (Γ3)
Ο ποιητής απευθύνεται στον κύριο Μαλακάση με τόνο ειρωνικό και σαρκαστικό. Ο κύριος Μαλακάσης φαίνεται κυρίαρχος και ανώτερος και λόγω της κοινωνικής του θέσης. Και το έργο του φαίνεται ανώτερο, ενώ του ποιητή απορρίπτεται. Παρ’ όλα αυτά, ο ποιητής φαίνεται αισιόδοξος και πιστεύει ότι ο χρόνος θα αποδείξει την αξία του. Και φαίνεται ότι τελικά είχε δίκιο καθώς πλέον ο Καρυωτάκης είναι πολύ γνωστός και αναγνωρισμένος, σε αντίθεση με τον Μαλακάση.
Ο τίτλος του ποιήματος
Από τον τίτλο του ποιήματος διακρίνεται η ειρωνική διάθεση του ποιητή. Ανάμεσα σ' αυτόν και στον Μαλακάση δεν επικρατεί μικρή, αλλά μεγάλη ασυμφωνία, Η φράση «εις Α Μείζον» πιθανόν να δηλώνει την τονικότητα στην οποία είναι γραμμένο το ποίημα. [Σημείωση δική μου: Στην πραγματικότητα και πέρα από το γεγονός ότι στο τίτλο ο Καρυωτάκης «παίζει» με μουσικούς όρους, είναι αναφορά στο είδος της ομοιοκαταληξίας. Κατά το πρότυπο ορισμένων γάλλων ποιητών όλοι οι στίχοι ομοιοκαταληκτούν στην παραλήγουσα, σε ά .]
Προχωρώντας παρακάτω, στην αρχή του ποιήματος διακρίνεται πάλι ο ειρωνικός τόνος του ποιητή («Α, κύριε , κύριε Μαλακάση!»), ενώ στη συνέχει το ρητορικό ερώτημα «ποιος θα βρεθεί να μας δικάσει;» κάνει αισθητή τη διαφορά μεταξύ των δύο ποιητών, λόγω της αναφοράς της δίκης.
Ο Κύριος Μαλακάσης.
Ο Καρυωτάκης περιγράφει μόνο τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του Μαλακάση (όχι τα ποιητικά), εκείνα που τον καθιστούν «αριστοκράτη» και αυτά σατιρίζει. Είναι ακριβώς το αντίθετο από την εικόνα του Καρυωτάκη, ενός ανθρώπου- σύμφωνα με το ποίημα- ασήμαντου, άχρηστου, που προκαλεί αποτροπιασμό.
Το ποίημα τελειώνει με μιαν ερώτηση. Η ερώτηση αυτή φανερώνει την αισιοδοξία του ποιητή για την αναγνώριση του έργου του στο μέλλον έναντι του Μαλακάση με το πέρασμα του χρόνου.
Ο τόνος του ποιήματος είναι σατιρικό.
Η γλώσσα του είναι δημοτική με λόγια στοιχεία.
Το ύφος είναι σαρκαστικό και ειρωνικό.
Δεν υπάρχουν στροφές. Οι στίχοι είναι ιαμβικοί εννεασύλλαβοι με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία.


[Είμαστε κάτι…]
Είμαστε κάτι ξεχαρβαλωμένες 
κιθάρες. Ο άνεμος όταν περνάει,
στίχους, ήχους παράξενους ξυπνάει
στις χορδές που κρέμονται σαν καδένες.

Είμαστε κάτι απίστευτες αντένες.
Υψώνονται σαν δάχτυλα στα χάη,
στην κορυφή τους τ' άπειρο αντηχάει,
μα γρήγορα θα πέσουνε σπασμένες.

Είμαστε κάτι διάχυτες αισθήσεις,
χωρίς ελπίδα να συγκεντρωθούμε.
Στα νεύρα μας μπερδεύεται όλη η φύσις.

Στο σώμα, στην ενθύμηση πονούμε.
Μας διώχνουνε τα πράγματα, κι η ποίησις
είναι το καταφύγιο που φθονούμε.

Α) Αντώνης Λαμ. (Γ2)  

Θέμα: Η αδυναμία των ποιητών να εκφράσουν την εποχή τους και να επικοινωνήσουν με τους άλλους. Ο ποιητής εκπροσωπεί τη γενιά του.
Τεχνική: Ανήκει στο είδος του σονέτου και απαρτίζεται από τέσσερις στροφές. Σονέτο είναι ένα ποιητικό είδος που ακολουθεί μια σταθερή στιχουργική μορφή. Ονομάζεται και δεκατετράστιχο.
Στιχουργία: Ιαμβικός 11σύλλαβος. Σταυρωτή ομοιοκαταληξία στις δυο πρώτες στροφές, πλεχτή στις δυο τελευταίες. Ωστόσο, ενώ εξωτερικά φαίνεται ότι ακολουθεί την παραδοσιακή μορφή, στην ουσία διακρίνουμε κάποια «χαλάρωση», ειδικά στην 1η στροφή: α) Διασκελισμοί (στίχοι 1-2, 13-14), β) χασμωδίες (περνάει, ξυπνάει, αντηχάει), γ) διασάλευση ιαμβικού μέτρου (στίχοι 2,3,4) . 
Εκφραστικά μέσα: Το μήνυμα διάλυσης και φθοράς φανερώνεται μέσα από ποικίλα εκφραστικά μέσα. Εικόνες, μεταφορές, προσωποποιήσεις, παρομοιώσεις, αντιθέσεις.
Γλώσσα: Δημοτική με κάποιους λόγιους τύπους. Χρησιμοποιούνται αρκετές λέξεις του προφορικού λόγου, που δίνουν στο έργο πεζολογικό χαρακτήρα. Η χρήση του α’ πληθυντικού φανερώνει ότι ο ποιητής μιλάει για ολόκληρη τη γενιά του.
Β) Βασίλης Π. (Γ2)
Θέμα του ποιήματος είναι ο πόνος και το αδιέξοδο που νιώθει ο ποιητής, τον οποίο απωθεί η πραγματικότητα και δεν μπορεί να την εκφράσει με την ποίηση του. Ο πόνος αυτός, η απαισιόδοξη διάθεση του ποιήματος και κάποια διάθεση αυτοσαρκασμού εναρμονίζονται με το τίτλο της συλλογής «Ελεγεία και σάτιρες», στην οποία ανήκει. Μέσω του ποιήματος, ο ποιητής προσπαθεί να εκφράσει τα δικά του συναισθήματα, που τον ταλαιπωρούν στην καθημερινότητα του αλλά και το σύνολο της γενιάς του. 
Γ) Ιάκωβος( Γ2)
Το ποίημα αποτελείται από τέσσερις στροφές. Σε καθεμία από αυτές προβάλλεται μια εικόνα που συμβολίζει την ψυχική κατάσταση του ποιητή.
Στην πρώτη στροφή παρουσιάζεται η εικόνα από κάτι κιθάρες που τους δίνεται ο αντιποιητικός χαρακτηρισμός «ξεχαρβαλωμένες», διαλυμένες δηλαδή. Φανερώνει την ψυχική κατάσταση διάλυσης, φθοράς και χαλάρωσης που υπάρχει. 
Η δεύτερη εικόνα είναι ταυτόχρονα οπτική, κινητική και ακουστική. Παρουσιάζονται κάποιες απίστευτες αντένες (κεραίες, δέκτες) που υψώνονται στο χάος του ουρανού, αλλά τελικά είναι αναποτελεσματικές. Συμβολίζουν την ψυχική κατάσταση των ποιητών οι οποίοι λειτουργούν ως δέκτες μηνυμάτων και δέχονται μέσα τους τον πόνο και την φθορά.
Στην τρίτη στροφή δίνεται μια αφηρημένη εικόνα των ίδιων των αισθήσεων, οι οποίες είναι όμως σκόρπιες και αποσυντονισμένες.
Η εικόνα παρουσιάζει το ψυχικό μπέρδεμα των ποιητών που κι αυτοί τα έχουν χαμένα: μια ασαφής και ακαθόριστη ψυχική κατάσταση διάλυσης που, στους τελευταίους κυρίως στίχους της τέταρτης στροφής εκφράζει το τραγικό αδιέξοδο της ποιητικής γενιά τους Καρυωτάκη. 
Δ) Μανόλης Σ. (Γ3)
Το ποίημα εκφράζει την απόρριψη που βιώνει ο ποιητής, καθώς αισθάνεται ότι η πραγματικότητα τον απωθεί και δεν μπορεί να την περιγράψει στην ποίηση του.
Το ποίημα μπορούμε να το χωρίσουμε σε δυο ενότητες. Στις τρεις πρώτες στροφές έχουμε μια σειρά εικόνων και τις αντίστοιχες εσωτερικές καταστάσεις. Στην τέταρτη στροφή εκφράζεται το αδιέξοδο.
Το λεξιλόγιο είναι απλό και οι λέξεις χρησιμοποιούνται ως σύμβολα: ξεχαρβαλωμένες κιθάρες, απίστευτες αντένες, διάχυτες αισθήσεις, παράφωνοι στίχοι
Συναισθήματα: Το ποίημα φανερώνει μια διάθεση μελαγχολίας και απογοήτευσης, απαισιοδοξίας και απόγνωσης. Επίσης στις τρεις πρώτες στροφές παρατηρείται (αυτο)σαρκασμός.
Ε) Αντώνης Παπαν. ( Γ2)  

Στους τέσσερις πρώτους στίχους ο ποιητής μιλάει για ξεχαρβαλωμένες κιθάρες που βγάζουν παράξενους ήχους, όταν ο άνεμος τυχαία περνάει ανάμεσα τους. Με αυτό τον τρόπο, θέλει να δείξει πως τελικά (δεν) επικοινωνούν οι ποιητές με τους άλλους ανθρώπους.
Στη δεύτερη στροφή αναφέρεται σε τεράστιες κεραίες και στον τρόπο που λειτουργούν και δεν κατορθώνουν τελικά να γίνουν δέκτες μηνυμάτων. 
Στην τρίτη στροφή δείχνεται η εικόνα των διαλυμένων αισθήσεων και έτσι αποδεικνύεται ότι τίποτα τελικά, ούτε την ίδια την ποίηση δεν έχουν ως καταφύγιο οι ποιητές, όπως αναφέρει στην τέταρτη στροφή. 
ΣΤ) Αντώνης Λουκ. (Γ2)
Στο ποίημα «Είμαστε κάτι …» παρουσιάζεται ο πόνος και το αδιέξοδο το οποίο νιώθει ο ποιητής, ο οποίος δεν μπορεί να εκφράσει με την ποίηση αυτά που τον σημαδεύουν.
Εκπροσωπεί τους ποιητές της γενιάς του, οι οποίοι είναι απογοητευμένοι από τους πολέμους και τα προβλήματα. Οι σκέψεις τους παρουσιάζονται μέσα από εικόνες. Κιθάρες ξεχαρβαλωμένες, κεραίες σπασμένες, αισθήματα μπερδεμένα. Ο ποιητής νιώθει πόνο αναλογιζόμενος το παρόν και το παρελθόν και δεν βρίσκει παρηγοριά και ανακούφιση ούτε στην ποίηση. Σ’ όλο το ποίημα υπάρχει διάθεση μελαγχολίας, απογοήτευσης και απαισιοδοξίας. Να σημειωθεί ότι μέσα απ’ τις εικόνες ο ποιητής αυτοσαρκάζεται. .

Αγάπη
                                                                   Κι ήμουν στο σκοτάδι.    Κι ήμουν το σκοτάδι.
                                                                                                   Και με είδε μια αχτίδα
Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της
κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.
Πώς μ' έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,
πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!

Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι
δεν έιμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,
κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,
εγώ που μ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος.

Α) Σταματία Σ. (Γ3)
Ο Κώστας Καρυωτάκης (30 Οκτωβρίου 1896 – 21 Ιουλίου 1928) ήταν Έλληνας ποιητής και πεζογράφος. Γεννήθηκε στην Τρίπολη στις 30 Οκτωβρίου 1896 και αυτοκτόνησε στην Πρέβεζα το απόγευμα της 21ης Ιουλίου 1928. Θεωρείται ως ο κυριότερος εκφραστής της σύγχρονης λυρικής ποίησης και τα έργα του έχουν μεταφραστεί σε περισσότερες από τριάντα γλώσσες. Πρώτη ποιητική συλλογή του Καρυωτάκη ήταν «Ο Πόνος του Ανθρώπου και των Πραμάτων». Εκδόθηκε το Φεβρουάριο του 1919 με έξοδα του ίδιου του ποιητή. Η συλλογή υποδιαιρείται σε δύο μέρη: 1. Ο Πόνος του Ανθρώπου (6 ποιήματα) 2. Ο Πόνος των Πραμάτων (4 ποιήματα). 
Ένα από τα ποιήματα που βρίσκεται στον «Πόνο του Ανθρώπου» έχει το τίτλο «Αγάπη». Η ομοιοκαταληξία του είναι πλεχτή.
Σχολιασμός του ποιήματος
· «Δροσούλα το ιλαρό το πρόσωπό της»: Ο ποιητής αναφέρεται στην αγάπη περιγράφοντας την.
· «κι εγώ ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι.»: Παρομοιάζει τον εαυτό του με ένα ξερό αγκάθι.
· «Πώς μ' έσεισε το ξύπνημα μιας νιότης,»: Αναρωτιέται για το ξύπνημα της νιότης που του προκάλεσε η αγάπη.
· «πώς εγελάσαν τα πικρά μου χείλη!»: Χαρακτηρίζει τα χείλια του πιο πριν πικρά, ότι δεν είχαν γνωρίσει τη χαρά.
· «Σάμπως τα μάτια της να μου είπαν ότι δεν έιμαι πλέον ο ναυαγός κι ο μόνος,» Εννοεί τα μάτια της αγάπης. Κι έτσι δεν είναι μόνος και ναυαγός στο ταξίδι της ζωής. 
· «κι ελύγισα σαν από τρυφερότη,»: λύγισε σαν τρυφερό λουλούδι.
· «εγώ που μ' είχε πέτρα κάνει ο πόνος.»: ο προηγούμενος πόνος του τον είχε κάνει σκληρό σαν πέτρα.
·
Β) Μαρία Τ. (Γ3)
Το παραπάνω ποίημα είναι δημιούργημα του γνωστού ποιητή Κώστα Καρυωτάκη, το οποίο μεταγενέστερα μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη και τραγουδήθηκε σε πρώτη εκτέλεση από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου.
Λίγα λόγια για τον ποιητή και τον τρόπο γραφής του μπορείτε να διαβάσετε στην σχετική ανάρτηση του afterschoolbar.
Στο συγκεκριμένο ποίημα όμως, ο ποιητής σπάει την “μονοτονία” της γραφής του και δίνει μια άλλη αίσθηση, το συναίσθημα της καινούριας αρχής έναντι στη μοναξιά και τη μελαγχολία του παρελθόντος. Στο κείμενο αυτό περιγράφεται ο ξαφνικός έρωτας του ποιητικού υποκειμένου για μια γυναίκα, η οποία με την αύρα της δίνει άλλον αέρα στην ρουτίνα του.
Το ποίημα σε … ΤΙΤΛΟΥΣ!
1η στροφή: Η ξαφνική αλλαγή στη ζωή του ποιητή εξαιτίας μιας γυναίκας.
2η στροφή: Η ενθάρρυνση που νιώθει ο ποιητής από τον έρωτα του για τη γυναίκα.
Το ποίημα … ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ…
Το ποιητικό υποκείμενο περιγράφει τον έρωτα του για μια μυστηριώδη γυναίκα η οποία με την ομορφιά και τα νιάτα της μετατρέπει την βαρετή του ρουτίνα σε μια ζωή που έχει ενδιαφέρον, γεμάτη χαρά και χαμόγελο. Έπειτα, η άγνωστη γυναίκα που ‘χει πάρει τα μυαλά του απαισιόδοξου ήρωα μας, με μια της ματιά δίνει νόημα και βάση στον έρωτά του, αφού τον κάνει να ξεφεύγει από τη μοναξιά του. 
Χρησιμότητα προμετωπίδας
Το ποίημα έχει την εξής προμετωπίδα : «Κι ήμουν στο σκοτάδι, κι ήμουν το σκοτάδι και με είδε μια αχτίδα». Η χρήση της από τον ποιητή κρίνεται επιτυχής, αφού μέσα σε μια φράση καταφέρνει να μας προϊδεάσει και να περιγράψει το περιεχόμενο του ποιήματος. Παρουσιάζει τη ζωή του πριν τη γνωριμία του με την γυναίκα σαν το σκοτάδι. Χωρίς διαφυγή και χωρίς τέλος. Όλα αυτά, όμως, αποτελούν γι’ αυτόν μακρινό παρελθόν- από τότε που γνώρισε την γυναίκα και η ζωή του ξαφνικά αποχτά νόημα. Λες και μια πολύ λεπτή δέσμη φωτός περνά μέσα από μια σχισμή, μια χαραμάδα και φωτίζει σιγά-σιγά το ένα σκοτεινό δωμάτιο. 
Σχόλια
· «Εγώ που με είχε κάνει πέτρα ο πόνος»: Στο τελευταίο στίχο του ποιήματος, η ποιητική φωνή σατιρίζει τον εαυτό της για την μονοτονία του παρελθόντος του. Μάλιστα τον παρομοιάζει με μια σκληρή πέτρα η οποία, όσο κι αν δέχεται χτυπήματα, δεν πονάει. Μήπως αυτή η αντοχή του θα αποτελέσει στο μέλλον ασπίδα προστασίας από μια ερωτική απογοήτευση;
· «Δροσούλα το ιλαρό πρόσωπό της και γω ήμουν το κατάξερο ασφοδίλι»: Μέσα από αυτήν την αντίθεση ο ποιητής παρομοιάζει τον έρωτα και τον διαχωρίζει από αυτόν που από την μοναξιά μένει ξερός. 
· «πως εγελάσαν τα πικρά μου χείλη»: Παρουσιάζεται η διαφορά (που διαπιστώνεται και από το ίδιο το ποιητικό υποκείμενο) μετά την γνωριμία του με την γυναίκα και μάλιστα απορεί και με τον ίδιο με τον εαυτό του και την πρόοδο που έχει σημειώσει. 
· «Δεν είμαι πλέον ναυαγός και μόνος»: Και πάλι ο ποιητής παρομοιάζει τον εαυτό του με έναν μοναχικό ναυαγό που βρίσκεται σ’ ένα άγνωστο μέρος.
Αισθήματα και συναισθήματα
«Ο ποιητής»: Στο ποίημα του, ο Κώστας Καρυωτάκης βρίσκεται αντιμέτωπος με το ανούσιο παρελθόν του και την ξαφνική αλλαγή μέσα του. Αρχικά, περιγράφει το δροσερό πρόσωπο της γυναίκας που του έκλεψε την καρδιά και του άλλαξε τη ζωή ενώ, μέσα από την αντίθεσή της με τον ίδιο («κατάξερο ασφοδίλι»), δίνει έμφαση στη διαφορά ανάμεσα στο τότε και στο τώρα. Δείχνει, όμως, να αναρωτιέται πώς ο εαυτός του μπόρεσε να ξεφύγει και να ξεγλιστρήσει από την άδοξη ζωή του, καθώς και να μπει σε μιαν άλλη, διαφορετική για αυτόν, διάσταση, και όλα αυτά ζωγραφίζοντας στο παγωμένο και πικρό του πρόσωπο ένα ζεστό και γλυκό χαμόγελο («πως εγελάσαν τα πικρά μου χείλη»). Στο παρελθόν, λοιπόν, βρισκόταν σε απόγνωση, μέχρι που η άγνωστη (μπορεί και φανταστική) γυναίκα του δίνει χαρά και θάρρος και δεν αισθάνεται πια μόνος. 
«Η γυναίκα»: Σ’ όλη τη διάρκεια της ανάλυσης μιλούσαμε για τον ποιητή. Πως αισθάνεται ο ποιητής, ΓΙΑΤΙ αισθάνεται ο ποιητής, που, πότε… Ας ασχοληθούμε λίγο με την γυναίκα που έδωσε νόημα στη ζωή του. Σε μια πρώτη ανάγνωση, μπορούμε να δούμε πως είναι μια όμορφη νεαρή, δροσερή, γλυκιά και ερωτική. Αν αναλύσουμε όμως σε βάθος το ποίημα, θα καταλάβουμε ίσως ότι η γυναίκα αυτή είναι ένα δημιούργημα της φαντασίας του με σκοπό να απαλύνει τον πόνο του. 
Γ) Μαρίνα Σ. (Γ3)
«Αγάπη»: Στο ποίημα αυτό του Κώστα Καρυωτάκη διαφαίνεται η δύναμη του έρωτα και της αγάπης, που μπορούν να αλλάξουν τον άνθρωπο, να τον αφυπνίσουν ερωτικά και να τον κάνουν να πιστέψει στον εαυτό του, δίνοντάς του έτσι το έναυσμα να νιώθει συγκινήσεις, όσο εγκρατής, πειθαρχημένος και συντηρητικός κι αν είναι. Η αγάπη συμβολίζεται από την «αχτίδα» και η ασχήμια του εσωτερικού του κόσμου από το «σκοτάδι». Επίσης, την παρομοιάζει με «δροσούλα» που προσμένει ο ξερός «ασφόνδυλος» και, κατ’ επέκτασιν, ο ίδιος ο ποιητής, που ευφραίνεται, σταματάει να είναι απαισιόδοξος και απελπισμένος και γίνεται, αντίθετα, δυνατός και ευδιάθετος. Η αγάπη του δίνει το κουράγιο που χρειάζεται, για να ξεπεράσει τα προβλήματα του και τελικά, κατορθώνει να τον απαλλάξει από αυτά και να τον μεταβάλει σε έναν αισιόδοξο άνθρωπο. 
Δ) Σταυρούλα Τ. ( Γ3)
· Ο ποιητής χρησιμοποιεί α’ ενικό πρόσωπο, άρα αναφέρεται σε ατομικές εμπειρίες. Ο τόνος του ποιήματος είναι λυρικός και εξομολογητικός.  
· Η ομοιοκαταληξία του ποιήματος είναι πλεχτή.
· Η γλώσσα είναι λιτή, δημοτική.
· «Δροσούλα το ιλαρό πρόσωπό της»: Συναισθησία
· «Πώς μ’ έσεισε… χείλη!»: Σε ρόλο ρητορικών ερωτημάτων. 
· «πικρά μου χείλη»: Μεταφορά.
· «Σάμπως τα μάτια της μου είπαν»: Μεταφορά
· «Σαν από τρυφερότη»: Παρομοίωση
· «μ’ είχε κάνει πέτρα ο πόνος» : Μεταφορά.
· «δροσούλα», «κατάξερο ασφοδίλι»: Αντίθεση.
Ήδη μας προετοιμάζει από την προμετωπίδα του ποιήματος. Το σκοτάδι είναι σύμβολο που δηλώνει την άγνοια , την απόγνωση , την νύχτα το θάνατο. Ο ποιητής, αναφέροντας το γεγονός ότι ήταν το σκοτάδι, θέλει να πει ότι προφανώς είχε πάψει να ελπίζει στη ζωή και τίποτα πια δεν είχε καμιά σημασία. Το ουσιαστικό «αχτίδα» είναι το αντώνυμο του «σκότους». Ο ποιητής χρησιμοποίησε αυτήν τη λέξη για να τονίσει τη σημασία του προσώπου, που λειτούργησε σαν από μηχανής θεός και τον έσωσε απ’ το σκοτάδι, τον ίδιο του τον εαυτό. Η ηλιαχτίδα είναι σύμβολο της ζωντάνιας, της ομορφιάς, της θερμότητας, της λάμψης.
Η «αχτίδα» έπαιξε σημαντικό ρόλο στη ζωή του ποιητικού υποκειμένου, διότι πριν, σύμφωνα με τον ίδιο, έβρισκε τα πάντα ασήμαντα, τίποτα δεν του κινούσε το ενδιαφέρον και βρισκόταν σε βαθιά κατάθλιψη. Όταν όμως εμφανίστηκε «Εκείνη», η νύχτα έγινε φως, η νεκρή φύση αναζωογονήθηκε, τα κλειστά χείλη γέλασαν.  
Ε) Μανώλης Ο. (Γ2)
Το ποίημα μιλάει για έναν άντρα ο οποίος, όταν είναι μόνος του, δεν είναι τίποτα κι, αντίθετα, με την παρουσία της γυναίκας του παίρνει δύναμη κι αλλάζει. Υπάρχουν πολλές εικόνες, πλούσια ομοιοκαταληξία και γενικά το ποίημα φαίνεται επηρεασμένο από την τεχνοτροπία του ρομαντισμού.



  Υ.Γ.: Κάτι τέτοιες εργασίες είναι από κείνες που σου δίνουν κουράγιο να μην τα παρατήσεις παρά την κοινωνική και οικονομική απαξίωση της παιδείας που επιχειρείται τελευταία... ΄Νιώθω όμως και μια μικρή θλίψη, καθώς πολύ θα ήθελα να ήταν εδώ κι οι προσεγγίσεις της Δήμητρας, των Τσαμπίκων (αρσενικών και θηλυκών), των Νικολέττων, της Ιωάννας, της  Χαράς, των Χριστίνων, των Ελένων, των Γιάννηδων, του Αλέξανδρου, της Μιχαέλας, και των υπόλοιπων Αφαντενών αστεροκαμαριών μου...





6 σχόλια:

maria til είπε...

αχάάάά ! ! ! Να'μαστε πάλι!!! ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙΤΕ ΝΑ ΠΕΙΤΕΕΕ! ! κάνουμε μια χαρά γιαα..κριτικοί! ! ! ΚΑΙ ΣΤΟΟ ΛΥΚΕΙΟ..afterschoolbar ΚΑΙΙ,,ΞΕΡΟ ΨΩΜΙ ! ! ! (ΚΡΙΣΗ ΠΑΙΔΙΑ ΚΡΙΣΗ! ! !) πολλά φιλάκια , Μαρία Τ..(Γ4 ΚΑΙ ΜΕΤΑΓΕΝΕΣΤΕΡΑ Γ3)

Kakos Lykos είπε...

Ναι τώρα μου καμαρώνετε σα γύφτικο σκερπάνι, αλλά πέρσι γκρίνια, γκρίνια, γκρίνια... :P
(Το αντίδοτο στην κρίση είναι η κρίση...)

maria til είπε...

ναι.ναι ναι...πρέπει να χάσεις κάτι για να το εκτιμήσεις πραγματικά..( όσο για την κρίση...κρίση πάνω στην κρίση και όπου μας βγάλει! ! !)

Ανώνυμος είπε...

Δηλαδή πόσα χαιρετίσματα μέσω άλλων καθηγητών πρέπει να σας στείλουμε για να γυρίσετε πίσω?????? Ένας χρόνος μας έμεινε ....!!!! Το μοναδικό λύκειο του Αρχαγγέλου σας περιμένει.... :) !!!

Μαρίνα από Β4

Kakos Lykos είπε...

Γειά σου, Μαρίνα μου. Τα λαμβάνω τα καλά σας λόγια και ανταποδίδω και σας ευχαριστώ πολύ... Δεν ήταν στο χέρι μου να γυρίσω πίσω φέτος (κι ας μην νιώθω ότι έφυγα) και δεν μπορώ νας σας υποσχεθώ ότι θα είμαι εκεί του χρόνου... Το μόνο που μπορών να υποσχεθώ είναι ότι κάποια στιγμή θα περάσω να σας χαιρετήσω κι ότι πάντα θας σας θεωρώ μαθητές μου και, όπου να' ναι που θα μεγαλώσετε, φίλους μου. Και σας και το χωριό σας...

Ανώνυμος είπε...

Eμείς θα περιμένουμε...κύριε μας !!! Πολλά φιλιά απ'όλους!:) Nα έρθετε σύντομα...έτσι??? :P :)

Mαρίνα