Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Τετάρτη, 12 Φεβρουαρίου 2014

Η Τιμή και το Χρήμα Part 2: Η Ρήνη είκοσι χρόνια μετά...

   Σο τέλος της νουβέλας "Η τιμή και το Χρήμα" που έγραψε ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, η Ρήνη  αρνείται την " αγορασμένη" αγάπη του Αντρέα.
Ο οποίος, άλλωστε,  καθόλου δεν συμμερζόταν αυτά που υποστηρίζει ο στιχουργός του παρακάτω τραγουδιου, ο οποίος διατείνεται: "Την καταργώ την προίκα".

 Έτσι η Ρήνη  φεύγει αποφασισμένη να μεγαλώσει μόνη της το παιδί της, καθώς, όπως λέει "δουλεύτρα είμαι γώ,ποιον έχω ανάγκη".  Και φεύγει, όχι μόνο από το Μαντούκι και την καταλαλιά του κόσμου αλλά  κι από τις σελίδες του βιβλίου (πολύ "Lost" και"Once upon a time" βλέπω μου φαίνεται...) ερχόμενη στον πραγματικό κόσμο, στην Αθήνα του 1910. Είκοσι χρόνια μετά, κατορθώνει να ξεφύγει και ο μικρός της αδερφός, μεγάλος πια, και η Ρήνη του αφηγείται την ζωή της... Με αυτή τη σύμβαση, θελήσαμε με τα παιδιά της Α1 Λυκείου να δώσουμε στην ηρωίδα του Κωνσταντίνου Θεοτόκη το happy end  που της αξίζει...
  Και σ΄αυτήν την ανάρτηση, διανθισμένη από εικόνες γυναικών που τόλμησαν να συγκρουστούν με στερεότυπα της εποχής τους,  περιέχεται το μέλλον που της επεφύλαξαν τα παιδιά.


Μιχαέλα
Αγαπημένε μου αδερφέ! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω ξανά μετά από τόσα χρόνια! Μου έχεις λέιψει τόσο! Όλη η οικογένεια δηλάδη... Είναι απίστευτο πώς η ζωή σου μπορεί να αλλάξει από την μια στιγμή στην άλλη. Και με τόσες πολλές εκπλήξεις...
     Είναι αλήθεια, πέρασα δύσκολα φεύγοντας στην ξενιτιά... Πέρασα βράδια γεμάτα σκέψεις και αναμνήσεις, κι ανησυχίες για το μέλλον, το δικό μου και του παιδιού... Οι άνθρωποι ήταν πολλοί κακοί μαζί μου αφού κουβαλούσα στα σπλάχνα μου ένα παιδί εκτός γάμου... Όλοι με κουτσομπολεύανε, με βρίζανε και δεν με δεχόντουσαν για δουλειά. Ζούσα από τα προικιά μου, σε μια παράγκα. Οι βδομάδες κυλούσαν πολύ δύσκολα. Πολλές φορές σκέφτηκα ότι το παιδί μου δεν άξιζε  να έρθει σ' αυτό τον δυστυχο κόσμο.
   Καθώς κόντευε ο καιρός για να γεννήσω, μια μέρα πήγα στην λαική για πάρω τίποτα να φάω, ό,τι έμενε... Έχασα τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα βρισκόμουν στο νοσοκομείο με έναν άντρα στο πλευρό μου. Ήταν σαν άγγελος. Είχε γαλαζοπράσινα μάτια και καστανόξανθα μαλλιά. Το  όνομά του ήταν Κλαούντιο και ήταν γιατρός. Αφού μου συστήθηκε, με ρώτησε αν νοιώθω καλά και με διαβεβαίωσε ότι το παιδί κι εγώ είμαστε μια χαρά. Απλά, έπρεπε να μείνω στο νοσοκομείο, σε ακινησία, μέχρι να γεννήσω.
   Ο Κλαούντιο ήταν πολύ καλός μαζί μου> Μου έδειχνε αγάπη και υπερβολική φροντίδα, σαν να ήταν δικός μου άνθρωπος. Κάθε μέρα με επισκεφτόταν με ένα κουτί γλυκά κι ένα μπουκέτο λουλούδια. Μου διηγόταν ιστορίες απ' την ζωή του και πολλές φορές με έκανε να γελάω. Κάθε μέρα ένοιωθα όλο και πιο κοντά του, ένιωθα σαν να τον ξέρω χρόνια. Ώσπου κάποια μέρα του ανοίχτηκα κι εγώ και του είπα για όσα έχω περάσει. Τότε με ένα γλυκό χαμόγελο μου είπε ότι χρειάζεται ένα άτομο για τις δουλειές τους σπιτιού. Μου πρότεινε δουλειά με πολύ καλά λεφτά και στέγη για μένα και το παιδί μου. Εγώ δέχτηκα με πολύ μεγάλη χαρά.
 Όταν ήρθε η ώρα να γεννήσω, ο Κλαούντιο ήταν δίπλα μου, μου κρατούσε το χέρι και μου έλεγε ότι όλα θα πάνε μια χαρά. Ήταν σαν να ήταν εκείνος ο πατέρας. Μόλις γέννησα και πήρα το μωρό στην αγκαλιά μου, ο Κλαούντιοήταν δίπλα μου με πολλά μπαλόνια και μου χαμογελούσε. Ήταν η πιο όμορφη στιγμή της ζωής μου. Ένοιωθα τόσο ολοκληωμένη!
   Μόλις έφτασε η στιγμή πια να φύγω, με το μωράκι μου στην αγκαλιά, ήρθε να με παραλάβει  ένα πανάκριβο αυτοκίνητο. Με οδήγησε στο σπίτι του Κλαούντιο, ένα τεράστιο σπίτι, με τεράστιο κήπο. Όταν μπήκα στο σπίτι, υπήρχαν δυο γυναίκες που δούλευαν εκεί. Μου κράτησαν το μωράκι και με οδήγησαν στην τραπεζαρία.
  Η τραπεζαρία ήταν ένα τεράστια. Είχε ένα μεγάλο στρωμένο τραπέζι γεμάτο φαγητό. Καθώς θαύμαζα αυτό το θέαμα, εμφανίστηκε μπροστά μου ο Κλαούντιο και άρχισε να μου ανοίγει την καρδιά του, λέγοντας μου ότι με ερωτεύτηκε από την πρώτη ματιά. Ότι έχει ταξιδέψει, έχει γνωρίζει πολύ κόσμο, άλλα ποτέ και με καμιάν δεν εντυπωσιάστηκε τόσο. Η γη εξαφανίσθηκε κάτω από τα πόδια μου, νόμισα ότι ήταν ένα όνειρο. Με δάκρυα στα μάτια του αποκρίθηκα ότι εγώ είμαι μια απλή παραδουλεύτρα κι εκείνος μεγάλος γιατρός. Τότε με πήρε στην αγκαλιά του και μου ζήτησε να γίνω γυναίκα του.
   Έτσι η ζωή μου άλλαξε. Και απο μια παραδουλεύτρα έγινα η οικοδέσποινα ενός πολυτελούς σπιτιού.  Κάναμε ακόμα δυο παιδιά. Τώρα ο Κλαούντιο είναι με το μεγάλο μας γιο στο εξωτερικό που σπουδάζει. Η μεσαία, η  κόρη, τελειώνει φέτος το Λύκειο και ο μικρός είναι σπίτι, έχει μαθήμα πιάνου.
  Να μας επισκεφτείς. Όποτε θελήσεις, εσυ κι η οικογένειά σου...
 
Βικτόρια Γούντχαλ


















   
Νικήτας
Αδερφέ μου. Περάσαν τόσα χρόνια και χαθήκαμε! Μετά από εκείνο το σκηνικό, άφησα για πάντα τον Αντρέα και ήρθα στην Αθήνα για να βρω την τύχη μου.
Τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Μεγάλη η πόλη και ο κόσμος ξένος. Βρήκα ένα δωμάτιο που μου το νοίκιαζε μια χήρα, η Αγγέλα. Καλή γυναίκα και τίμια, με λυπήθηκε και με φρόντισε. Αυτή μου βρήκε δουλειά, να πλένω ρούχα σε πλούσια σπίτια, και έτσι κατάφερα και πάτησα στα πόδια μου μέχρι που ήρθε ο καιρός να γεννήσω.
  Είχα καλή εγκυμοσύνη. Γέννησα ένα γιο λεβέντη, ίδιος  ο πατέρας μας. Το έβγαλα Άγγελο για την ομορφιά του και για να τιμήσω την την νονά του, την Αγγέλα, που μας στάθηκε πολύ.
Στη δουλειά μου τα πήγαινα πολύ καλά. Με ξεχώριζαν για την τιμιότητα και την εργατικότητά μου. Σε ένα σπίτι γνώρισα τον Γεράσιμο. Με αγάπησε χωρίς να περιμένει προίκα, δέχτηκε το γιό μου και παντρευτήκαμε. Και γώ τον αγάπησα τον Γεράσιμο γιατί ξεχώρισε την Ρήνη σαν άνθρωπο κι όχι σαν σακί από λίρες.  Πριλ λίγα χρόνια είδα ξανά τον Αντρέα. Για μια στιγμή δεν με γνώρισε. Τον είδα καταταλαιπωρημένο και τον συγχώρησα.  Ο Άγγελος γνώρισε σαν πατέρα του τον Γεράσιμο και όσο ζω δεν θα μάθει τίποτα για εκείνον.
Η ζωή ήταν καλή μαζί μου τελικά.
Αδερφέ μου, χαίρομαι που μετά από τόσα χρόνια ενδιαφέρθηκες για το που βρίσκομαι και πως είναι η ζωή μου. Επιτέλους, μετά από τόσα χρόνια θα μπορέσω να ανοίξω την καρδιά μου σε σένα και να σου πω τι έχω περάσει και τι μου έχει συμβεί αυτά τα είκοσι χρόνια.
Μετά από αυτά που  συνέβησαν σε μένα και τον Ανδρέα, αποφάσισα να εγκαταλείψω το χωριό και να πάω να στην Αθήνα, αφού πίστευα ότι αυτή η πράξη θα βοηθούσε εμένα και το παιδί μου. Φτάνοντας στην Αθήνα, τα πρώτα δυο χρόνια ήταν δύσκολα, γιατί δεν γνώριζα κανέναν, δεν είχα σπίτι, αλλά ούτε και κάποια δουλειά. Δεν το έβαλα κάτω γιατί από μικρή ήμουν δουλευταρού και ήθελα να είμα αυτόνομη. Στάθηκα τυχερή γιατί βρέθηκε μια οικογένεια που δέχτηκε να με φιλοξενήσει στο σπίτι της, με αντίτιτμο να κάνω τις δουλειές του σπιτιού. Σε αυτό το σπίτι έμεινα δυο χρόνια, ώσπου βρήκα μια δουλειά σε εργοστάσιο,  αφού εκείνη την περίοδο άκμαζε η βιομηχανία. Αφού μάζεψα κάποια λεφτά στην άκρη, αποφάσισα να νοικιάσω ένα σπίτι κοντά στο εργοστάσιο αλλά και κοντά σε ένα σχολείο αφού το παιδί μου σύντομα θα πήγαινε σχολείο.
Ο γιός μου, ο Άγγελος, ήταν ένα πολύ καλό και ήσυχο παιδί, στο σχολείο ήταν άριστος μαθητής, για αυτό άλλωστε και  ότι έχει  γίνει λαμπρός και παρά  πολύ επιτυχημένος γιατρός. Ζει με την γυναίκα του, την Αφροδίτη,  και τα δυο τους παιδιά, τον Αχιλλέα και την Ειρήνη.
    Όσον αφορά εμένα, δυστυχώς η ιστορία μου με τον Αντρέα με έκανε πολύ επιφυλακτικό με τους άντρες. Ήμουν σίγουρη ότι δεν θα ερωτευτώ ποτέ ξανά. Αλλά στη ζωή μου ήρθε ο Μήτσος, το αφεντικό μου, με τον οποίο τώρα πια έχουμε παντρευτεί και ζούμε μόνοι μας στην Αθήνα, αφού ο Άγγελος και η οικογένειά του έχουν εγκατασταθεί στην Θεσσαλονίκη λόγω της δουλειά του.
Ζαν Ντ' Αρκ























     
Άννα
Καλέ μου κι αγαπημένε μου αδερφέ. Πόσα χρόνια πέρασαν από την τελευταία φορά που σε είδα! Την θυμάμαι ακόμα εκείνη τη μέρα που έφυγα, 20 χρόνια πριν ήτανε. Πόσο χαίρομαι που με βρήκες! Εύχομαι να σου πηγαίνουν καλά στη ζωή σου, όπως και σε κείνες των αδερφών μας αλλά και των γονιών μας. Πώς περνάτε όλα αυτά τα χρόνια, τι δυσκολίες βρήκατε μπροστά σας και τι χαρές;
  Εμένα η ζωή μου γεμάτη δυσκολίες είναι ακόμα και τώρα. Βέβαια, έχω περάσει και από πολλές χαρές, άλλοτε μεγαλες κι άλλοτε μικρές. Πολλά κακά μου έτυχαν, αλλά εγώ δεν το έβαλα ποτέ κάτω και συνέχισα. Εδώ στην Αθήνα η ζωή είναι δύσκολη για τους φτωχούς.  Ευτυχώς υπάρχει δουλειά, αλλά τα χρήματα δεν είναι ποτέ αρκετά.
 Όταν πρωτοήρθα αναγκάστηκα να μείνω μια βδομάδα στο δρόμο μέχρι να καταφέρω να νοικιάσω ένα μικρό σπιτάκι. Χρειάστηκα πολλά λεφτά, αλλά δουλεύοντας τα κατάφερα. Σε 6 μήνες γέννησα το παιδί μου,  τον Θανάση. Τον μονάκριβο και πολυαγαπημένο μου γιο!  Τον μεγάλωσα με πολλές δυσκολίες, καθώς υπήρχαν πολλές ανάγκες. Ευτυχώς, βρέθηκε μια καλή γυναίκα που της καθάριζα το σπίτι και με βοήθησε, καθώς είχε κι αυτή παιδιά που όμως είχαν πεθάνει.
   Ο Θανάσης μου μεγάλωνε και γινόταν ακόμα πιο έξυπνος. Ήταν πάντα άριστος στο σχολείο. Όταν πήγε δεκαπέντε χρονών, βρήκε μια δουλειά για να με βοηθήσει οικονομικά και πήγαινε σχολείο ταυτόχρονα/ Στάθηκε δίπλα μου σε όλες τις δύσκολες στιγμές. Μαζί του έχω περάσει και πολλές χαρές όμως.Τελικά, τελείωσε το σχολείο και αρίστευσε. Όλοι οι καθηγητές μου 'δίναν συγχαρητήρια για το γιό μου και την εξαιρετική του επίδοση. Απ' τους πρώτους  ήταν που πέρασε στο Πανεπιστήμιο.
Τώρα βέβαια ακόμα σπουδάζει για να γίνει γιατρός. Έχει βρει και μια πάρα πολύ καλή κοπέλα, η οποία είναι συμφοιτητριά του. Μένουν μαζί τώρα και σκοπεύουν να παντρευτούνε.
  Αυτή είναι  η ζωή μου, αδερφέ. Μετά από όλ' αυτά, κατάφερα να μεγαλώσω το παιδί μου και σε λίγο θα γίνει ένας πολύ πετυχημένος γιατρός με οικογένεια.
 Αλλά τώρα, σε παρακαλώ, πές μου πώς έχετε περάσει εσείς; Είστε όλοι καλά; Ποια είναι τα νέα σας;
Αγαπημένε μου αδερφέ! Αν και μετά από τόσα χρόνια, μου φαίνεται σαν να μην πέρασε μια μέρα! Μου λείψατε τόσο πολύ, τοσο εσύ όσο και όλη η οικογένεια. Νοστάλγησα τόσο πολύ την παλιά μου ζωή και την πατρίδα μου, αν και αναλλοίωτες παραμένουν στην μνήμη μου οι δυσάρεστες αναμνήσεις  από το παρελθόν.
   Δεν θα ξεχάσω τα πρώτα χρόναι της ξενιτιάς, πόσο δύσκολα πέρασα, μόνη μου με ένα παιδί στην αγκαλιά, αβοήθητη σ' έναν ξένο τόπο. Στην αρχή όλοι με κοίταζαν με αποτροπιασμό, σαν να είχα διαπράξει κάποιο έγκλημα. Θυμάμαι πόσες φορές μου έκλεισαν την πόρτα στα μούτρα, πόσα κουτσομπολιά ειπώθηκαν για μένα,  πόσοι με κατηγόρησαν ως ξεδιάντροπη γιατί είχα ένα παιδί εκτός γάμου. Αλλά κατάφερα να σταθώ στα πόδια μου, μετά από αμέτρητες δυσκολίες και χωρίς αρκετη βοήθεια. Αλλα, όπως έλεγα πάντα, δουλευταρού ήμουν, ποιον είχα ανάγκη; Κι όμως, ποτέ δεν θα καταφέρω να διαγράψω από την μνήμη μου τις νύχτες που πέρασα στα παγκάκια, τις μέρες που γυρνούσα από πόρτα σε πόρτα σαν ζητιάνα, ως που με βρήκε αυτός ο υπέροχος άνθρωπος, αυτή η αξιοθαύμαστη γυναίκα, χωρίς την βοήθεια της οποίας δεν θα μπορούσα να φανταστώ πώς θα ήταν η ζωή μου. Μου πρόσφερε δουλειά κι ένα ξενώνα στο σπίτι της για μένα και για το παιδί μου. Δυστυχώς, δεν είχε καταφέρει να κάνει παιδιά άνω τελεία έτσι το παιδί μου το αγάπησε σαν δικό της. Με βοήθησε να το μεγαλώσω, να του παράσχω την καλύτερη μόρφωση και να το σπουδάσω. Τώρα πια που το παιδί μου είναι μακριά και σπουδάζει, η ζωή μου είναι σαν άδεια. Τόσα χρόνια όλη μου η ασχολία, όλη μου η έγνοια ήταν να γίνει σωστός άνθρωπος, να καταφέρει να σπουδάσει και να μην έχει την ίδια τύχη με μένα.
 Έτσι κάπως κύλησε η ζωή μου, τα χρόνια που μεσολάβησαν.  Δεν υπήρχαν φοβερές αλλαγές. Δεν παντρεύτηκα, ούτε αποφάσισα ποτέ ξανά να ασχοληθώ με τον έρωτα. Και μάλλον τότε πήρα την σωστή απόφαση, να φύγω, να ξεχάσω και να ξαναρχίσω την ζωή μου κάπου άλλου, αν και  πάντα βαθιά μέσα μου υπήρχε η επιθυμία να επιστρέψω.
Αγαπημένε μου αδερφέ. Συγγνώμη που δεν σου έστειλα ένα γράμμα τόσα χρόνια, και το ξέρω ότι είσαι θυμωμένος μαζί μου και, σε παρακάλώ, προσπάθησε να με συγχωρήσεις. Είχα δύσκολα χρόνια.
  Πρίν φύγω, ήσουν μικρός και δεν ήξερες τι γινόταν. Αγάπησα ένα συγχωριανό μας, τον Αντρέα, κι έμεινα έγκυος. Ζητούσε συνεχώς προίκα για να με παντρευτεί και, παρόλες τις προσπάθειες της μητέρας να του δώσει μερικά λεφτά, εκείνος δεν δέχτηκε γιατί ζητούσε περισσότερα. Μια μέρα η μάνα πήγε να τον επισκεφτεί στην αγορά κι από την απελπισία της τον μαχαίρωσε στο μπράτσο, ελαφρά, και την πιάσαν οι αστυνόμοι. Λίγο πριν την πιάσουν όμως,  η μαμά του έδωσε ένα κλειδί το οποίο άνοιγε το ερμάρι με τα λεφτά με την προυπόθεση να την υπερασπιστεί στο δικαστήριο. Ο Ανδρέας από το μεγάλο ενθουσιασμό ήρθε στο σπίτι και μας το είπε, χωρίς να τον νοιάζει ότι η μάνα ήταν φυλακή. Το μόνο που τον ένοιαζε ήταν τα χίλια τάλαρα που θα έπαιρνε από το ερμάρι. Την στιγμή εκείνη ένιωσα πως τον έχανα. Χάθηκε από μέσα μου όση αγάπη μου είχε απομείνει. Τα λεφτά δεν φέρνουν ποτέ την ευτυχία.
   Ήμουν απελπισμένη και δεν ήξερα πως θα μεγαλώσω το παιδί μου. Αναζήτησα δουλειά στην Κέρκυρα για πολύ. Μα κανείς δεν δεχόταν μια γυναίκα έγκυο χωρίς άντρα. Έτσι έφυγα στην Αθήνα, δούλεψα για κάμποσο καιρό ως εργάτρια σε γυναίκες γνωστές της μαμάς, ώσπου γέννησα.
  Έκανα ένα όμορφο αγοράκι, το Στέφανο. Και να φανταστείς ότι σου μοιάζει κιόλας. Έχει γίνει ολόκληρος άντρας. Θα γίνει καθηγητής Πανεπιστημίου μια μέρα.
  Και δεν σου είπα το καλύτερο! Παντρεύτηκα πριν μερικά χρόνια με ένα πολύ καλό και ευγενικό άνθρωπο, τον Γιάννη και αποκτήσαμε άλλα δυο παιδιά, δύο πανέμορφα κοριτσάκια, την Ανθή και την Μαρία. Τώρα πήγαν στην Δευτέρα Γυμνασίου. Είναι δίδυμα, ξέρεις. Μέχρι πριν 304 χρόνια δούλευα σαν νταντά, μα τώρα αποσύρθηκα και απολαμβάνω τη ζωή μου με τα  παιδιά και το νεογέννητο εγγόνι μου.  Ο γιός μου παντρεύτηκε την πιο καλή και όμορφη γυναίκα. Το μωράκι θα το ονομάσουμε Ρήνη, σαν κι εμένα. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο χαρούμενη με κάνει αυτό!
    Μου έχουν λείψει τα πάντα από την πανέμορφη Κέρκυρα. Μού έλειψε κι εσύ πάρα πολύ!Όταν μπορέσω θα έρθω να σας δω και σου υπόσχομαι ότι θα περάσει τις πιο όμορφες μέρες της ζωή σου.  Να δώσεις χαιρετίσματα στην μαμά και στον μπαμπά και στις αδερφές μας. 



Δεν υπάρχουν σχόλια: