Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

"Ο τόπος μας" (Γιάννης Ρίτσος) / "Πώς να σωπάσω" (Κώστας Κινδύνης) Vs "Ο τόπος μας είναι κλειστός" (Γιώργος Σεφέρης) /"Ασημένια σφήκα" (Κώστας Κοντοβάς)

  'Η πώς εκκινώντας από το ίδιο σημείο και χρησιμοποιώντας τα ίδια υλικά χτίζονται δυο ολωσδιόλου διαφορετικά ποιήματα...
   Το ένα είναι "Ο Τόπος μας" του Γιάννη Ρίτσου  και το άλλο είναι το δέκατο ποίημα από την  από  την ποιητική συλλογή του Σεφέρη  "Μυθιστόρημα", το οποίο έγινε ευρύτερα γνωστό με τον συμβατικό τίτλο [Ο τόπος μας είναι κλειστός] μετά  την μελοποίηση του από τον Γιάννη Μαρκόπουλο και του έβγαλε ερωτήσεις και η τράπεζα θεμάτων, δείτε τες εδώ.
  Εμφανείς είναι οι ομοιότητες ανάμεσα στα δυο ποιήματα. Πρώτον, περιγράφεται ένα  τοπίο περισσότερο (Σεφέρης) ή λιγότερο (Ρίτσος) ορεινό, το οποίο γίνεται αντιληπτό ως τόπος, λέξη πιο συγκεκριμένη και οικεία από την λέξη πατρίδα. Έπειτα, η περιγραφή του τοπίου συμπλέκεται με την περιγραφή της ζωής των ανθρώπων που κατοικούν σ΄ αυτόν, με τέτοιο τρόπο ώστε να αποκαλύπτεται η αξεδιάλυτη και συμπληρωματική σχέση  που υπάρχει μεταξύ τους. Εν συνεχεία, και  τα δυο ποιητικά υποκείμενα χρησιμοποιούν α' πληθυντικό πρόσωπο, δείγμα ότι αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους ως εκπρόσωπο μιας ομάδας εκ μέρους της οποίας μιλούν. Τέλος, ο σεβασμός προς το τόπο και η- άμεση ή έμμεση - εξύμνησή του είναι η τελική γεύση που αφήνουν αμφότερα τα ποιήματα. Αυτό που αλλάζει είναι ότι στο ποίημα του Ρίτσο τα προαναφερθέντα είναι πρόθεση, ενώ στο ποίημα του Σεφέρη  δευτερεύων υπαινιγμός. Κι επίσης, ο δρόμος όμως που ακολουθούν για να φτάσουν εκεί είναι διαφορετικός και εν πολλοίς αντικατοπτρίζει την διαφορά στην  ιδιοσυγκρασία κάθε ποιητή αλλά και στις διαφορετικές προθέσεις της ποίησης του.
   Επειδή θεωρείται από πολλούς ότι με το  παλαιότερο, το ποίημα του Σεφέρη, συνομιλεί το νεότερο ποίημα του Ρίτσου,  ας ξεκινήσουμε με το πρώτο, ακούγοντας το για αρχή στην μελοποίηση ανέφερα πιο πάνω.

   Στην πρώτη στροφή περιγράφεται ένα ορεινό, κλειστό τοπίο. Τόσο κλειστό που περιορίζει την ορατότητα και τους ορίζοντες των ανθρώπων και φτάνει σχεδόν μέχρι τον χαμηλό (κι όχι απέραντο, όπως ο ουρανός   του Ελύτη στον τρίτο ύμνο της "Γενέσεως" από το "Άξιον Εστί") που σκεπάζει (και δεν στέφει όπως ο ουρανός στο προαναφερθέν ποίημα) το τοπίο, το σφραγίζει σαν ένα αεροστεγές μπολ κι έτσι το πνίγει. Γεγονός που δημιουργεί ένα αίσθημα "στενοχωρίας", και κυριολεκτικά (θυμόμαστε ότι η "στενοχωρία", η έλλειψη καλλιεργήσιμης γης, ήταν μια από τις αιτίες του Δεύτερου Αποικισμού κατά την αρχαιότητα) και μεταφορικά (η στενοχώρια εκφραζόμενη  ως θλίψη ή ως αγωνία είναι το κυρίαρχο συναίσθημα του ποιήματος). Το ορεινό και άγονο αυτό τοπίο χαρακτηρίζεται από έντονη λειψυδρία, καθώς απουσιάζουν τα ποτάμια, τα πηγάδια κι οι πηγές. Μοναδικός υδάτινος πόρος είναι το στάσιμο νερό της στέρνας κι είναι  τόσο πολύτιμο ώστε να γίνει το μέτρο πάνω  στο οποίο ορίζουν το θείο, καθώς το έχουν θεοποιήσει. Έχει εξελιχθεί όμως και σε σύμβολο της στασιμότητας που παρουσιάζει η ζωή τους. Αναλογιζόμενη η ποιητική φωνή όλα αυτά θαυμάζει- κι εδώ η λέξη με δυο σημασίες. Από την μια  νιώθει έκπληξη και απορεί πώς κατάφεραν να στήσουν τη ζωή τους, να κτίσουν τα σπίτια τους, να γεννήσουν και να δυναμώσουν τα παιδιά τους, σε τόσο αντίξοες συνθήκες. Αλλά ταυτόχρονα η φράση δηλώνει μια περηφάνια που, παρά τις συνθήκες αυτές, έγινε αυτό δυνατό...
  Η δεύτερη στροφή αρχίζει με επανάληψη της αρχικής φράσης. Μόνο που εδώ η  "στενοχωρία" είναι καθαρά μεταφορική,  αναφέρεται  στο συναίσθημα δηλαδή, καθώς η δυσθυμία είναι η μόνιμη και μόνη κατάσταση της ποιητικής φωνής. Γιατί αυτός ο τόπος βρίσκεται μέσα σε Συμπληγάδες, σφυροκοπείται δηλαδή διαρκώς και αδιαλείπτως. Ή βρίσκεται μετά τις Συμπληγάδες, άρα πρόκειται για ένα μέρος εσωστρεφές και απομονωμένο.  Αν δε αξιοποιήσουμε την παραπομπή του ποιητή στη φράση της Μήδειας από το ομώνυμο έργο του Ευριπίδη ("Μακάρι το σκάφος της Αργώς να μην είχε περάσει φτερωτό τις μαύρες Συμπληγάδες για τη γη των Κόλχων") αλλά και τη μεταφορική σημασία της λέξης στο καθημερινό λεξιλόγιο και επεκτείνουμε λίγο την σημασία του συμβόλου, οι Συμπληγάδες αποτελούν ένα όριο, τη στιγμή "που κόβει τον καιρό στα δυο σαν φίδι", όπως κι αλλού λέει ο ποιητής, τη δύσκολη κι επίπονη πράξη που είναι αναγκαία για να επιτευχθεί μια αποστολή. Κι άμα τελικά το πέρασμα αυτό των Συμπληγάδων αποδεικνύεται ανώφελο ή ανίσχυρο και οδηγεί σε μια χειρότερη κατάσταση, γίνεται δηλαδή κινούμενη άμμος, μια αίσθηση ματαίωσης κυριαρχεί. Την Κυριακή, παραδοσιακά ημέρα  ξεκούρασης αλλά και εκ της απραξίας αναμέτρησης του καθενός με τους σκελετούς στη ντουλάπα του,  κατεβαίνουν στο λιμάνι για να πλατύνουν οι ορίζοντές τους, να ανασάνουν, να καταπραϋνθούν.  Όμως "είναι παλιό το λιμάνι" (Μυθιστόρημα, Θ΄), είναι και λιόγερμα (άρα τελείωσε ο χρόνος), συνεπώς "πάει κι αυτή η Κυριακή
 κι ας καρτερούμε μια άλλη". Έτσι έρχονται αντιμέτωποι με τα "λόγια τα μεγάλα που 'χουν πει", τα συντρίμμια των ναυαγίων από τα ταξίδια που απέτυχαν να κάνουν σε εκείνη τη θάλασσα που  είδαμε ότι είναι "βαθιά κι ανεξερεύνητη", τους πληγώνει, και δεν είναι ούτε κι εκείνη απαλλαγμένη από την ψυχοφθόρα αυτή "γαλήνη". Άρα κι εδώ μια δύσπνοια είναι πάλι αυτό που συναντούν. 
   "Θα ανέβω και  θα τραγουδήσω στο πιο ψηλότερο βουνό" λέει ο Λουκάς Νταράλας. Αυτό κάνει κι Ρίτσος. Όχι όμως για να αποφύγει τον κόσμο, όπως ο ρεμπέτης.  Η άνοδος στην κορφή  του λόφου της ποιητικής φωνής και των φίλων του έχει διπλή σημασία. Αφενός υποδηλώνει την ύπαρξη ανοικτών οριζόντων και τη δυνατότητα πλήρους εποπτείας του χώρου κι αφετέρου συμβολικά το ξεπέρασμα μιας σειράς  - σε καμιά περίπτωση σισύφειων-  δυσκολιών,  πράγμα που σχετίζεται με την αγωνιστική  διάθεση και την ηρωική αισιοδοξία που εντέχνως "δραπετεύει" από το ποίημα.

(Μια παρέκβαση. Δεν χρησιμοποίησα το παραπάνω βίντεο επειδή είναι το μοναδικό που υπάρχει. Το χρησιμοποιώ γιατί τα λόγια του Ρίτσου στα σπαστά ελληνικά του Ινδού συμπολίτη μας που το απαγγέλει προσφέρουν μια χαραμάδα αισιοδοξίας, πολύτιμης στους γκρίζους καιρούς που ζούμε...)
  Στην πρώτη ενότητα του ποιήματος περιγράφεται ο τόπος- τον οποίο η ποιητική φωνή και η ομάδα του τον αισθάνονται "δικό τους" (με ό,τι αυτό συνεπάγεται)  και οι ασχολίες των ανθρώπων που κατοικούν μέσα σ΄αυτόν. Γίνεται αμέσως φανερό πόσο ο τόπος και οι άνθρωποι ταυτίζονται. Ο τόπος είναι φτωχικός και η ζωή των ανθρώπων είναι ως εκ τούτου στερημένη από περιττές πολυτέλειες. Με περισσή, όμως,  περηφάνια η ποιητική φωνή διαπιστώνει ότι μια αίσθηση πληρότητας κυριαρχεί παρ' όλα αυτά -ή και εξαιτίας όλων αυτών-  καθώς οι μέρες περνούνε "γεμάτες με λίγο ψωμί και μεγάλες λιακάδες".
   Ο θαυμασμός της ποιητικής φωνής σε τούτο το ποίημα δεν έχει ίχνος απορίας, δηλώνει ολοκάθαρα πόσο εντυπωσιασμένος είναι από τον τόπο του και τους ανθρώπους του. Η απορία αναδύεται στη δεύτερη ενότητα, η οποία έχει να κάνει με την έκφραση του μύχιων σκέψεων του ποιητικού υποκειμένου. Αναρωτιέται πώς γίνεται κι ένας τόσο όμορφος και πλήρης τόπος- ένας "μικρός και μέγας κόσμος" για να θυμηθούμε τον Ελύτη-  κατέληξε να ορίζεται από ένα "πέτρινο χέρι", μια αναφορά στη Δικτατορία και την πνευματική ακαμψία και τη σωματική σκληρότητα που επέβαλλε αυτή στην χώρα. Μια μνήμη από την παράδοση -οι σταυροί από τον καπνό των αναστάσιμων λαμπάδων στα ανώφλια των σπιτιών- εμφανίζεται συνειρμικά για να καταπραΰνει την πίκρα της ποιητικής φωνής και να την κάνει να διαπιστώσει την έλευση της επικείμενης  Ανάστασης του τόπου και την απελευθέρωσή του. Αυτή προοιωνίζεται με μια υπερρεαλιστική εικόνα στους τελευταίους δυο στίχους. Τα αγάλματα (σύμβολο του μακραίωνου ελληνικού πολιτισμού και της παροιμιώδους αντοχής στις κακουχίες, της δίψας για την ελευθερία του ελληνικού λαού) ανεβαίνουν την νύχτα (Η λέξη με δυο σημασίες∙ υποδηλώνει  αφενός τη σκοτεινή κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει ο ελληνικός λαός κι αφετέρου ότι αυτή η διαδικασία γίνεται υπόγεια, λαθραία, κρυμμένη και από την αντίληψη των τυράννων ) ανεβαίνουν από το πηγάδι (το βάθος του χρόνου και της παράδοσης) το οποίο στην παρούσα φάση είναι ξερό (η στασιμότητα, η αγκύλωση από τον γύψο της Δικτατορίας) και σκαρφαλώνουν πάνω στα (χλωρά) δέντρα (δρουν σαν σύμβολα της αγωνιστικής διάθεσης του παρελθόντος, υπενθυμίζοντας στους ανθρώπους το χρέος τους, εποπτεύουν και προστατεύουν τον τόπο σα βυζαντινοί βιγλάτορες: καιροφυλακτούν περιμένοντας την κατάλληλη  στιγμή για να απομακρύνουν το κακό. Λένε δηλαδή  με άλλα λόγια:
"Κράτα τη γραμμή ανοιχτή
Το αίμα θα ξαναγίνει κρασί στη Κανά σου λέω
Θ ακούσουμε ξανά παιδιάστικα γέλια σου λέω
Θα πούμε ξανά τραγούδια στη θάλασσα σου λέω
Θα πιούμε ξανά από ανοιξιάτικο ρυάκι σου λέω
Θα κάνουμε ξανά έρωτα στα χωράφια
Κράτα μόνο τη γραμμή ανοιχτή!
Κράτα τη γραμμή ανοιχτή!
Κράτα, κράτα, κράτα........."
)
Διότι, ως γνωστόν, τίποτα δεν πάει χαμένο...

  Συνοψίζοντας επί τροχάδην, στο ποίημα του Ρίτσου, γραμμένο κατά της διάρκεια της Δικτατορίας, κυριαρχεί η ηρωική αισιοδοξία και η αγωνιστική διάθεση ενάντια στη Χούντα. Το ποίημα του Σεφέρη, γραμμένο στα μέσα της δεκαετίας του '30, μιας εποχής που κυοφορούσε ήδη τη φρίκη του Δευτέρου Παγκοσμίου πολέμου,  εκφράζει την αγωνία του ποιητή για την επιβίωση του Ελληνισμού και το άγχος του για το μέλλον του ανθρώπου.  Επιπλέον, και στα  δυο ποιήματα το τοπίο χρησιμοποιείται ως σύμβολο. Ως τι σύμβολο χρησιμοποιείται το ίδιο ορεινό τοπίο στην ποίηση του Ελύτη,  του τρίτου μεγάλου της "Γενιάς του '30", δείτε σ' αυτήν  την ανάρτηση κι ακούστε στο παρακάτω τραγούδι:
Τώρα, για να κάνω μιαν επέκταση, παρόμοιες αντιλήψεις σαν αυτές που υπάρχουν στα δυο ποιήματα είναι διαδεδομένες γενικότερα. Διάλεξα τους στίχους δυο τραγουδιών, ένα για το κάθε ένα, ως παράλληλα κείμενα.
Παρόμοια με την αντίληψη του Ρίτσου όσον αφορά τη σχέση που υπάρχει μεταξύ ανθρώπου και τόπου παρουσιάζεται στους στίχους του  Κώστα Κινδύνη στο τραγούδι "Πώς να σωπάσω".

Το ποιητικό υποκείμενο  αρχικά δηλώνει ότι μεθάει και εμπνέεται από την ομορφιά του τοπίου η οποία, ούσα σε μια διαρκή συνομιλία μαζί του, εξελίσσεται σε μια διαρκή εκκρεμότητα. Αποτέλεσμα της μέθεξης αυτής είναι να αισθάνεται το τόπο και την ομορφιά του στα μέτρα του, να θεωρεί τον τόπο συμπλήρωμα και προέκταση της ύπαρξής του. Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η ποιητική φωνή γίνεται φορέας μια διαυγούς και ξάστερης αλήθειας που έφτασε σ΄αυτόν από γενιά σε γενιά στη συνεχή σκυταλοδρομία που λέγεται παράδοση. Διατρανώνει μάλιστα ότι την αλήθεια αυτή δεν προτίθεται ν' αφήσει ούτε είναι δυνατόν να σκιάσουν οι φορείς της στασιμότητας με τη ρηχή ρητορεία τους.
   Η "Ασημένια σφήκα" στην οποία αναφέρεται ο Κώστας Κοντοβάς στο ομώνυμο τραγούδι 

των "Υπόγειων Ρευμάτων" προφανώς αναφέρεται στη χρήση και στην επίδραση των ναρκωτικών ουσιών και πιο συγκεκριμένα στη δυσκολία με την οποία βρίσκουν τη δόση τους τις Κυριακές οι εξαρτημένοι. Αν το δούμε πλατύτερα, όμως, θα παρατηρήσουμε ότι η ποιητική φωνή και οι φίλοι της είναι βγαλμένοι μέσα από το κλίμα της δεύτερης στροφής του ποιήματος του Σεφέρη με το οποίο ασχοληθήκαμε στην παρούσα ανάρτηση. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν μπορούν να χωρέσουν στη ζωή τους. Μισούν κι αυτοί τις Κυριακές γιατί τους φέρνουν αντιμέτωπους με το λίγο του κόσμου και τις περνούνε κατεβαίνοντας στο λιμάνι και προσπαθώντας να μείνουν αθέατοι από τον εαυτό τους.  Από δω και στο εξής το ποιητικό υποκείμενο χρησιμοποιεί α' ενικό  πρόσωπο -διόλου δε σημαίνει αυτό όμως ότι παύει να μιλάει ως εκπρόσωπος της ομάδας του. Απλώς έτσι η συνέχεια αποκτά την αυθεντικότητα της μαρτυρίας. Το κενό που αισθάνονται μέσα τους αυτοί οι άνθρωποι, λοιπόν, προσπαθούν να το καλύψουν με εύκολες λύσεις και υποκατάστατα (και η "Ασημένια σφήκα" τώρα ταυτίζεται με το "νόμισμα μέσα στα βότσαλα που κέρδισε ο μικρότερος και χάθηκε" στο άλλο ποίημα του Σεφέρη που σχολιάσαμε), τα οποία προσφέρουν μια προσωρινή ανακούφιση, τόσο φευγαλέα και απατηλή που ούτε τον εαυτό τους δεν κατορθώνουν να ξεγελάσουν μ' αυτή. Γιατί το λιμάνι γίνεται η
"Τα όνειρα της Κυριακής κοστίζουν ακριβά"
οθόνη πάνω στην οποία προβάλλονται, με τη μορφή των ναυαγισμένων και πρασαραγμένων σαπιοκάραβων, τα πράγματα που δεν έκαναν κι όλο τάζουν κι υπόσχονται στον εαυτό τους πως θα πραγματοποιήσουν φεύγοντας και ξεφεύγοντας μακριά από αυτήν τη στασιμότητα, γνωρίζοντας παράλληλα, το μάταιο και το απατηλό των υποσχέσεων του τύπου "από Δευτέρα δίαιτα". Η τελευταία  στροφή έχει παρόμοια υφή με το τέλος ενός διηγήματος. Τίποτα δεν μπορεί να προστεθεί, άρα τίποτα δεν μπορεί και να αλλάξει. Χρησιμοποιώντας δεύτερο πρόσωπο, γεγονός που προσδίδει δραματικότητα, η ποιητική φωνή  έρχεται να διαπιστώσει ρητά, ξεκάθαρα και άνευ περαιτέρω αμφισβήτησης το υψηλό αντίτιμο των κυριακάτικων ονείρων αυτού του είδους... Είναι τυχαίο άραγε που ο γνωστός πίνακας του Μουνχ "διαδραματίζεται" παρά θίν' αλός;
  (Τώρα που το σκέφτομαι βέβαια, υπάρχει και η θετική ερμηνεία... Η ποιητική φωνή και οι ομάδα του θα μπορούσαν να είναι μια σειρά σύγχρονοι Δον Κιχώτες οι οποίοι επιμένουν παρά τις απογοητεύσεις και τις ήττες να διεκδικούν το αδύνατο...)


Δεν υπάρχουν σχόλια: