Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

Έγκλημα χωρίς τιμωρία: "Πίστομα" - Του Κωνσταντίνου Θεοτόκη

  Λίγο πριν δούμε κάποια βασικά πραγματάκια για την νουβέλα " Η Τιμή και το Χρήμα" του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, ας δούμε κάι ένα διηγηματάκι  του (το υποκοριστικό ως προς την έκταση), αμιγώς νατουραλιστικό (απουσιάζουν δηλαδή τα κοινωνικά στοιχεία με τα οποία είναι μπολιασμένη νουβέλα) και λίγα, πρόχειρα,  δικά μου σχολιάκια. Προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων "Κορφιάτικες ιστορίες" (1935) που εκδόθηκε μετά το θάνατο του Θεοτόκη και περιλαμβάνει διηγήματα γραμμένα από το 1899 ως το 1912.
 Πίστομα
  " Όταν ύστερα από την αναρχία πού'χεν ανταριάσει τον τόπο δίνοντας εις όλα τα κακά στοιχεία το ελεύτερο να πράξουν κάθε λογής ανομία, η τάξη είχε πάλε στερεωθεί, κ' είχε δοθεί αμνηστία στους κακούργους, τότες επίστρεφαν τούτοι απ' τα βουνά κι από τα ξένα στα σπίτια τους, κι ανάμεσα στους άλλους που ξαναρχόνταν, εγύριζε στο χωριό του κι ο Mαγουλαδίτης Aντώνης Kουκουλιώτης.
    Eίτουν τότες ώς σαράντα χρονών, κοντός, μαυριδερνός, μ' όμορφα πυκνά σγουρά γένια και με σγουρότατα μαύρα μαλλιά. Tο πρόσωπό του είχε χάρη και το βλέμμα του είτουν χαϊδευτικό και ήμερο αγκαλά κι αντίφεγγε με πράσινες αναλαμπές· το στόμα του όμως είτουν μικρότατο και κοντό δίχως χείλια.
   O άνθρωπος τούτος, πριν ακόμα ρεμπελέψουν ο κόσμος, είχε παντρευτεί. Kι όταν πήρε των βουνών το δρόμο, για το φόβο της εξουσίας, άφηκε τη γυναίκα του μόνη στο σπίτι και τούτη δεν του εστάθη πιστή, αλλά με άλλον (νομίζοντας ίσως πως ο Kουκουλιώτης είτουν σκοτωμένος ή αλλιώς πεθαμένος) είχε πιάσει έρωτα κι απ' τον έρωτα τούτον είχε γεννηθεί παιδί που άξαινεν ωστόσο χαριτωμένα και που η γυναίκα περσά αγαπούσε.
   Eγύριζε λοιπόν ο ληστής στο χωριό του την ώρα όπου βάφουν τα νερά. K' εμπήκε ξάφνως σπίτι του χωρίς κανείς να το προσμένει, εμπήκε σα θανατικό, αναπάντεχα τέλεια, κ' εκατατρόμαξεν η άτυχη γυναίκα, ετρόμαξε τόσο, που, παίρνοντας το ξανθό της παιδί στην αγκαλιά, τό'σφιγγε στα στήθια της τρεμάμενη, έτοιμη να λιγοθυμήσει και χωρίς να δύναται να προφέρει λέξη καμία.
   Aλλά ο Kουκουλιώτης πικρά χαμογελώντας τής είπε:
- "Mη φοβάσαι γυναίκα. Δε σου κάνω κανένα κακό, αγκαλά και σου πρέπουν. Eίναι το παιδί τούτο δικό σου; Nαι; Mα όχι δικό μου! Mε ποιον, λέγε, τό'χεις κάμει;"
  T' αποκρίθη εκείνη λουχτουκιώντας.
- "Aντώνη, τίποτε δε μπορώ να σου κρούψω. Tο φταίσμα μου είναι μεγάλο. Mα, το ξέρω, κ' η εγδίκησή σου θά'ναι μεγάλη· κ' εγώ, αδύνατο μέρος, και το νήπιο τούτο, που από το φόβο τρέμει, δε δυνόμαστε να σ' αντρειευτούμε. Kοίτα πώς η τρομάρα με κλονίζει καθώς σε τηρώ. Kάμε από με ό,τι θέλεις, μα λυπήσου το άτυχο πλάσμα που δεν έχει προστασία."
  Kαθώς εμιλούσεν η γυναίκα εσκοτείνιαζεν η όψη του αλλά δεν την αντίκοβγε. Eτσώπασε λίγο κ' έπειτα της είπε:
-"Γυναίκα κακή! Δεν ρωτώ τώρα ουδέ συμβουλή σου, ουδέ σε λυπούμαι, ουδέ το λυπούμαι. T' όνομα εκεινού θέλω. Eσέ δε θα σε πειράξω. Δε μολογάς το; θα το μάθω· το χωριό όλο γνωρίζει με ποιον εζούσες και τότες θα θυσιάσω και τους τρεις σας, θα πλύνω τη ντροπή πόχω λάβει από σας, πλάσματα άτιμα!"
    Eμολόησε. Kι ο Kουκουλιώτης εβγήκε αμέσως. Kι αφού ύστερα από ώρα ξαναμπήκε στο σπίτι, εβρήκε τη γυναίκα στον ίδιο τόπον ασάλευτη με τ' αποκοιμισμένο τέκνο στην αγκάλη· τον αναντράνιζε. Mα αυτός εξαπλώθη κατά γης και σα χορτάτος εκοιμήθη ύπνον βαθύν ώς το ξημέρωμα.
   Tην άλλην ημέραν αφού εξύπνησαν της είπε.
-"Θα πάμε στα χτήματά μας να ιδώ μη και κείνα μού'χουν αρπάξει, καθώς μού'χε πάρει και σε ο σκοτωμένος."
-"Tον σκότωσες!"
   Tην ημέραν εκείνην ο ήλιος δεν εφάνη στην Aνατολή γιατί ο ουρανός είτουν γνέφια γιομάτος και το φως μετά βιάς επλήθαινε.
   Kι ο Kουκουλιώτης βάνοντας φτιάρι και τσαπί στον ώμο εδιάταξε τη γυναίκα να τον ακολουθήσει μαζί με το παιδί της, κ' έτσι εβγήκαν κ' οι τρεις από το σπίτι.
   Kαι φτάνοντας εις το χωράφι που είτουν πολύ νοτερό ακόμα από την πρωτυτερνή βροχή, ο ληστής εβάλθη να σκάψει λάκκο.
    Δεν επρόφερνε λέξη και το πρόσωπό του είτουν χλωμό και ο ίδρος, που έβρεχε το μέτωπό του, έβγαινε κρύος. Tο σταχτί φως που έπεφτε από τον ουρανό εχρωμάτιζε παράξενα τον τόπο· το χινόπωρο την αυγήν εκείνην έλεγεν όλη του τη θλίψη. H γυναίκα εκοίταζε περίεργη κι ανήσυχη και το παιδάκι επαιγνιδούσε με τα γουλιά και με τα χώματα που ανάσκαφτεν ο κακούργος. K' εφάνη για μια στιγμήν ο ήλιος κ' εχρύσωσε τα ξανθά μαλλιά του νηπίου που αγγελικά χαμογελούσε.
  Kι ωστόσο ο λάκκος είτουν έτοιμος, κι ο Kουκουλιώτης, ακουμπώντας στο φτυάρι, είπε της γυναικός του:
-"Bάλ'το πίστομα μέσα".

   Ο αφηγητής δεν διστάζει ευθύς εξαρχής να χαρακτηρίσει "κακούργο" τον βασικό ήρωα, προοικονομώντας και προϊδεάζοντας για  τη συνέχεια.  Κι αυτό είναι το μοναδικό του σχόλιο. Η
"Η βρεφοκτονία του Ήρώδη". Λεπτομέρεια
ιστορία παρουσιάζεται  απογυμνωμένη από κάθε συναισθηματισμό, κατά τέτοιο τρόπο ωστε να μόνοι μας να συλλάβουμε την φρίκη των πράξεών του πρωταγωνιστή.  Απών πολύ καιρό από την οικογένεια του με δική του ευθύνη, επιστρέφει και συμπεριφέρεται σαν κτηματίας που του καταπάτησαν το χωράφι του. Επικαλείται, σαν την Αντιγόνη κι αυτός, τούς  άγραφους νόμους, μόνο που στη περίπτωση του το εθιμικό δίκαιο είναι ένα μέσο άγρια εκδίκησης -και μάλιστα με  ανατριχιαστικά μεθοδική ηρεμία- κι όχι αποκατάστασης της δικαιοσύνης.
    Στο σύμπαν του διηγήματος η δικαιοσύνη είναι απούσα. Ο "κακούργος" δε διώκεται για τα ποινικά του εγκλήματα, τα οποία υπονοεί ο χαρακτηρισμός, αλλά για την αντίδρασή του στην εξουσία. Κι η εξουσία, προφανώς έχοντας εξασφαλίσει τον εαυτό της, αθωώνει τα εγκλήματα που την αφορούν και κατά τα λοιπά εμφανίζεται παντελώς απούσα ως φορέας και θεματοφύλακας της δικαιοσύνης. Κι αυτή η απουσία είναι που επιτρέπει στον ήρωα να αυτοδικήσει κατά το δοκούν. Σοκάρει τον αναγνώστη η μεθοδικότητα και η ηρεμία με την οποία σκοτώνει τον αντίζηλο του και προετοιμάζει τον θάνατο του νόθου παιδιού και το σοκ επιτείνεται ακόμα κι απ' το γεγονός ότι δεν κάμπτεται ούτε  όταν, φθάνοντας κοντά στην ολοκλήρωση της βρεφοκτονίας, δείχνει να συνειδητοποιεί το μέγεθος της φρίκης που ετοιμάζεται να διαπράξει. Γιατί αποδεικνύει πόσο βαθιά πεπεισμένος είναι μέσα του για το ορθό της πράξεώς του. Κι ακόμα περισσότερο ο αναγνώστης σοκάρεται από την άνεση του σύγχρονου Ηρώδη  στην οργάνωση και στην διάπραξη των εγκλημάτων του. Όλοι στο χωριό, αυτοί που ξέρανε με ποιον σχετιζόταν η γυναίκα του και θα του λέγαν εάν τους ρωτούσε, θα γνώριζαν πολύ καλά ποιος ευθύνεται για τον νεκρό άνδρα και το εξαφανισμένο παιδί. Σε μια υποτυπωδώς ευνομούμενη κοινωνία, ο νεκρός εραστής και το εξαφανισμένο παιδί του καθιστούν τον σύζυγο που μόλις έχει επιστρέψει υπ΄αριθμόν ένα ύποπτο. Η κοινωνία του διηγήματος, όμως, δεν είναι προφανώς ευνομούμενη. Και σε τέτοιες κοινωνίες επιβιώνει η αυτοδικία. Για αυτό κι ο σύζυγος δεν αισθάνεται τον παραμικρό φόβο. Μόνο που αυτός που σιωπά συμφωνεί. Και το άλλο μισό της βαρβαρότητας είναι να την ανέχεσαι... Και αυτό που φανερώνει το πόσο πολιτισμένη είναι μια κοινωνία είναι ο τρόπος με τον οποίο συμπεριφέρεται στα παιδιά της και στους ηλικιωμένους της...
   Κλείνοντας, δυο λόγια για τη μάνα. Εκεί κι αν σοκαρόμαστε! Αντί σαν οργισμένη λέαινα να υπερασπιστεί τις επιλογές της και να παλέψει με νύχια και με δόντια για το παιδί της, αντιδρά παθητικά κι υπνωτισμένα. Γιατί και η ίδια είναι δημιούργημα αυτής της  κοινωνίας. Ξέρει πως καμιά βοήθεια δεν θα 'χει από κανένα. Και το κυριότερο, νοιώθει κι ίδια ένοχη. Αδύναμη και ένοχη μαζί, μπορεί μόνο να ελπίσει στο έλεος του δυνατού και του "αδικημένου". Κι αυτό κάνει. Γνωρίζοντάς το αυτό ο άντρας της, μεθοδεύει τις αποτρόπαιες πράξεις του με τον πιο σαδιστικό τρόπο.
Στην ταινία "Το πράσινο μίλι"
ο αγαθός γίγαντας με τις υπερφυσικές δυνάμεις  που υποδύεται ο Μάικλ Κλαρκ Ντάνκαν αφηγείται στους δεσμοφύλακες πώς ένας κατά συρροήν δολοφόνος  (για τα εγκλήματα του οποίου ο ίδιος έχει καταδικαστεί σε θάνατο και περιμένει την εκτέλεση της ποινής του) σκότωσε δυο
κοριτσάκια. Μπήκε στο δωμάτιό τους την νύχτα, πήγε στο κρεβάτι της καθεμιάς και τους ψιθύρισε:  "Αν φωνάξεις, θα σκοτώσω την αδερφή σου".  Καμιά δε μίλησε, τις απήγαγε και τις σκότωσε και τις δυο. Τις σκότωσε με την αγάπη", καταλήγει. Το ίδιο πράγμα ακριβώς κάνει και ο ήρωας του διηγήματος. Σκοτώνει με την αγάπη. Με την αγάπη της γυναίκας του για το παιδί της. Την εξαναγκάζει να της μαρτυρήσει το όνομα του εραστή της με την ελπίδα μην πειράξει το παιδί. Κι έπειτα, πάνω στην ίδια την  ελπίδα για τη σωτηρία του παιδιού μεθοδεύεται ο θάνατός του. Βάζει την μητέρα να κουβαλήσει η ίδια το παιδί της στον τόπο του  θάνατο, την αφήνει να παρακολουθεί το σκάψιμο του λάκκου όπου θα το θάψει κι έτσι εξηγείται και για ποιον λόγο της υπόσχεται να μην την πειράξει... Την θέλει συνένοχο. Εξ ου και  η προστακτική: "Βάλτο...". Σκέφτεστε τίποτα πιο σαδιστικά εκδικητικό;
   Να το έβαλε η γυναίκα το παιδί στο λάκκο; Να προσπάθησε μάταια να το γλυτώσει; Να λύγισε πριν το μοιραίο ο δολοφόνος; Είναι τόσο τυπικά διηγηματικό το τέλος που δεν έχει σημασία τι γίνεται μετά. (Πάντως, μην περιμένετε από μηχανής θεούς και τέτοια. Στο σύμπαν του διηγήματος, ο θεός είναι απών. Κανένα αρνί, όπως στον Ισαάκ, κανένα ελάφι, όπως στην Ιφιγένεια. Καμιά ανάσταση μετά τη σταύρωση και καθόλου ούριος άνεμος...) Γιατί το έγκλημα έχει ήδη συντελεστεί...

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τα πραγματάκια, τα σχολιάκια τι δηλώνουν;

Kakos Lykos είπε...

Λυπάμαι, δεν κατάλαβα τι εννοείς...