Όπως είχε προοικονομηθεί εδώ, στην παρούσα ανάρτηση θα αναφερθούν κάποια σχόλια για τις αφηγηματικές επιλογές της Οδύσσειας.
Η Οδύσσεια, λοιπόν, μαζί με τις Χίλιες και μια νύχτες είναι η χαρά του αφηγηματολόγου!!!! Γιατί μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως παράδειγμα για οτιδήποτε σχετίζεται με την τέχνη και την τεχνική της αφήγησης.
Στην Οδύσσεια μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα αφηγηματικά επίπεδα. Το πρώτο, το εξωδιηγητικό το λένε οι αφηγηματολόγοι, είναι το προοίμιο του έπους. Εκεί, πέρα από την επίκληση στη Μούσα (που φανερώνει ότι ο ποιητής είναι αγαπητός στους θεούς και θεόπνευστος. Άρα εξηγεί πώς γνωρίζει γεγονότα που εξελίσσονται σε πολλά και διαφορετικά σημεία, και στον κόσμο των θεών και στον κόσμο των ανθρώπων, εξασφαλίζει τον εαυτό του ή τους ραψωδούς που θα απαγγείλουν το έργο του από την οργή όσων τυχόν δεν τους αρέσουν αυτά που λέει και αποδεικνύει ότι αυτά που λέει είναι αξιόπιστα), δίνονται βασικές πληροφορίες για το έργο, όπως ο βασικός του ήρωας, δηλαδή ο Οδυσσέας. Και είναι χαρακτηριστικό ότι η αναφορά στον ήρωα είναι η πρώτη φράση του ποιήματος και μάλιστα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν γίνεται με αναφορά στο όνομα του αλλά στο τυπικό του επίθετο: τον άνδρα τον πολύτροπο. Γιατί είναι γνωστό τοις πάσι ποιος είναι αυτός. Στη συνέχεια προοικονομούνται οι περιπέτειες του, μέχρι να φτάσει στην Ιθάκη αλλά και αφού φτάσει εκεί, και μέσω αυτών έχουμε έναν πλήρη χαρακτηρισμό του ήρωα, του οποίου το όνομα, Οδυσσέας, αναφέρεται στο τέλος του προοιμίου. Παράλληλα, στο προοίμιο παρέχονται και τα πρώτα αφηγηματικά στοιχεία. Το πρώτο στοιχείο είναι ότι ο ποιητής είναι ο αφηγητής της ιστορίας και μάλιστα ως αφηγητής είναι αυτοσυνείδητος, καθώς, μιας και ζητάει την βοήθεια της Μούσας, είναι προφανές ότι έχει επίγνωση πως αφηγείται μια ιστορία. Το δεύτερο έχει να κάνει με το σημείο έναρξης της αφήγησης το οποίο είναι διαφορετικό από το σημείο έναρξης της ιστορίας, γεγονός που σημαίνει ότι έχουμε να κάνουμε με μια αφήγηση in medias res. Το σημείο έναρξης της ιστορίας είναι όταν έφυγε από την Τροία ο Οδυσσέας αλλά η αφήγησή της ξεκινάει με τον ήρωα να βρίσκεται εγκλωβισμένος στο νησί της Καλυψώς και καλύπτει τις τελευταίες σαράντα μέρες των περιπετειών του Οδυσσέα.
Μετά το προοίμιο ξεκινάει το δεύτερο αφηγηματικό επίπεδο, διηγητικό ή ενδοδιηγητικό το λένε οι αφηγηματολόγοι. Εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν αφηγητή που αφηγείται την ιστορία σε τρίτο πρόσωπο και όπου θεωρεί αναγκαίο δίνει τον λόγο στους ήρωες του που μιλάνε μεταξύ τους σε πρώτο πρόσωπο. Ο αφηγητής αυτός είναι εξωδιηγητικός, δεν μετέχει δηλαδή στην ιστορία την οποία αφηγείται. Όσον αφορά την οπτική γωνία, η αφήγηση γίνεται από μηδενική εστίαση. Αποδέκτες δε της αφήγησης είμαστε εμείς, οι αναγνώστες/ακροατές του έπους. Το μεγαλύτερο μέρος της αφήγησης αυτής αποτελείται από δυο αφηγηματικά νήματα που γεννιούνται από το σχέδιο της Αθηνάς. Στην αρχή-αρχή, λοιπόν, ο ποιητής, αξιοποιώντας τη... Μούσα , μας πάει μια βολτίτσα μέχρι τον Όλυμπο, όπου οι θεοί εκμεταλλεύονται την απουσία του Ποσειδώνα που, πολύ βολικά λείπει, και αποφασίζουν να βοηθήσουν τον Οδυσσέα να επιστρέψει, ακολουθώντας το σχέδιο που η Αθηνά προτείνει και εφαρμόζει άμεσα. Εκείνη να πάει στην Ιθάκη και να καθοδηγήσει τον ενήλικο πια Τηλέμαχο να ωριμάσει και να ταξιδέψει στην Πύλο και την Σπάρτη τάχα για να πάρει πληροφορίες για τον πατέρα του, στην πραγματικότητα όμως για να αποκτήσει εμπειρίες, ώστε να βοηθήσει τον Οδυσσέα όταν γυρίσει, να κερδίσει υστεροφημία και, πρακτικά, για να είναι ασφαλής από τους μνηστήρες. Και ο Ερμής να πάει στην Καλυψώ και να της πει ότι οι θεοί αποφάσισαν να αφήσει τον Οδυσσέα να φύγει. Στο σημείο αυτό διακλαδίζεται η ιστορία και δημιουργούνται τα δυο αφηγηματικά νήματα που αναφέρθηκαν πιο πριν. Το σκέλος του σχεδίου που σχετίζεται με την αποστολή του Ερμή στην Καλυψώ και που θα ενεργοποιήσει ουσιαστικά τον Οδυσσέα ως πρωταγωνιστή στην ιστορία παγώνει και ξεκινάει το άλλο αφηγηματικό νήμα, εκείνο που σχετίζεται με τον Τηλέμαχο. Η Αθηνά λοιπόν κατεβαίνει στην Ιθάκη, βοηθάει, κατά τας γραφάς, τον Τηλέμαχο να ωριμάσει και να πάει τάχα να βρει τον πατέρα του. Κατά την επιστροφή του, οι μνηστήρες του στήνουν ενέδρα κι έτσι, το δικό του νήμα της αφήγησης παγώνει και το τέλος της ραψωδίας τον βρίσκει να πλέει προσπαθώντας να αποφύγει την παγίδα.
Έτσι, από την ραψωδία ε ξεκινάει το άλλο αφηγηματικό νήμα, το βασικό, που σχετίζεται με τις περιπέτειες του Οδυσσέα από το νησί της Καλυψώς και έπειτα. Ο Οδυσσέας αρνείται την πρόταση της Καλυψώς να γίνει αθάνατος και να μείνει μαζί της, φτιάχνει τη σχεδία του, επιβιώνει από την επίθεση του Ποσειδώνα, διασώζεται από τους Φαίακες, τους αφηγείται, όπως θα δούμε πιο κάτω, τις περιπέτειές τους και με τη βοήθειά τους φτάνει τελικά στην Ιθάκη, βάζοντας τέλος στον εξωτερικό νόστο, τις περιπέτειες του εκτός της Ιθάκης.
Από το σημείο αυτό ξεκινάει ο εσωτερικός νόστος, ο θάνατος των μνηστήρων και η ανάκτησή από τον Οδυσσέα της ταυτότητάς του και της θέσης του στο παλάτι, που επιτυγχάνεται μέσω μιας σειράς αναγνωρίσεων. Στο καλύβι του Εύμαιου τα δυο αφηγηματικά νήματα ενώνονται. Ο Τηλέμαχος και ο Οδυσσέας συναντιούνται και συνεργάζονται για να σκοτώσουν μαζί τους μνηστήρες. Και μετά την αναγνώριση του Οδυσσέα από την Πηνελόπη και τον πατέρα του και την επίτευξη ειρήνευσης, κατόπιν της παρέμβασης των θεών, μεταξύ του Οδυσσέα και των συγγενών των μνηστήρων που ζητούσαν εκδίκηση, τελειώνει το έπος.
Το τρίτο αφηγηματικό επίπεδο, μεταδιηγητικό ή υποδιηγητικό το λένε οι αφηγηματολόγοι, είναι η διήγηση από τον ίδιο τον Οδυσσέα των περιπέτειών του. Αφορμή γι' αυτό είναι η συγκίνηση που αισθάνεται ακούγοντας την ιστορία του Δούρειου Ίππου από τον αοιδό Δημόδοκο στους Φαίακες. Ο Οδυσσέας αφηγείται τις περιπέτειές του σε μια αφήγηση εγκιβωτισμένη στην κύρια, γραμμικά, ξεκινώντας δηλαδή από την αναχώρησή του από την Τροία και φτάνοντας μέχρι την αναχώρηση του από το νησί της Καλυψώς και την καταιγίδα του Ποσειδώνα- τα τελευταία πολύ συνοπτικά γιατί τα έχει ήδη αφηγηθεί ο ποιητής νωρίτερα. Ως αφηγητής ο Οδυσσέας είναι πρωτοπρόσωπος και αυτοσυνείδητος. Μετέχει προφανώς στην ιστορία που αναφέρει, άρα είναι ομοδιηγητικός αφηγητής και, επειδή είναι ο πρωταγωνιστής, αυτοδιηγητικός. Ως προς την εστίαση, η αφήγηση γίνεται από την δική του οπτική γωνία, αρά είναι εσωτερική. Τέλος, αλλάζει κι ο αποδέκτης της αφήγησης, ο οποίος σε πρώτο βαθμό είναι οι Φαίακες, μιας και σε αυτούς απευθύνεται. Εμείς οι ακροατές/αναγνώστες την ακούμε έμμεσα, σε δεύτερο βαθμό. Ως προς το είδος της αφήγησης δεν αλλάζει κάτι, είναι μεικτή. Ο Οδυσσέας αφηγείται την ιστορία και όπου χρειάζεται δίνει τον λόγο στα άλλα πρόσωπα για να μιλήσουν σε α' πρόσωπο, έτσι έχουμε και μονόλογο/διάλογο.
Μέσω του ευρήματος αυτού, της αφήγησης από τον ίδιο τον Οδυσσέα των περιπετειών του, ταυτίζεται ο ήρωας πρωταγωνιστής της ιστορίας με τον αφηγητή της και δημιουργούνται έτσι δυο αφηγηματικές φωνές. Από την μια μεριά υπάρχει η φωνή του αφηγητή στο "τότε" της αφήγησης, ως πρωταγωνιστής της ιστορίας που ζει τα γεγονότα και δεν ξέρει πώς θα εξελιχθούν τα πράγματα. Και από την άλλη, ο αφηγητής στο αφηγηματικό "τώρα" που αφηγείται την ιστορία. ξέρει πώς εξελίχθηκε και μπορεί να προβεί σε αφηγηματικά σχόλια. Για παράδειγμα, ο Οδυσσέας ως ήρωας της ιστορίας, όταν πηγαίνει στη σπηλιά του Κύκλωπα, δεν γνωρίζει τι θα συμβεί για αυτό και αγνοεί τις παρακλήσεις των συντρόφων του να φύγουν. Ως αφηγητής της ιστορίας όμως, γνωρίζει τι θα συμβεί μετά και μπορεί να σχολιάσει ότι το καλύτερο θα ήταν να μην αγνοούσε αυτό που ζητούσαν οι σύντροφοί του.
Σε αυτό το σημείο, είναι σημαντικό να αναρωτηθούμε δυο πράγματα: Γιατί ο ποιητής αναφέρει τις περιπέτειες του Οδυσσέα στο μέσο του έργου, γιατί δηλαδή δεν ξεκίνησε να λέει την ιστορία από την αρχή της; Και γιατί επέλεξε τον ίδιο τον Οδυσσέα ως αφηγητή αυτής; Η απάντηση σε αυτά έχει πολλά σκέλη. Πρώτα απ' όλα, οι ακροατές/αναγνώστες έχουν γνωρίσει τον ήρωα και ξέρουν αυτά που τράβηξε, με αποτέλεσμα να έχουν συνδεθεί συναισθηματικά μαζί του, οπότε παρακολουθούν με πολύ περισσότερο ενδιαφέρον τις περιπέτειές του. Ταυτόχρονα, το να αφηγείται ο ίδιος ο Οδυσσέας τους τρομερούς κινδύνους που αντιμετώπισε συνεπάγεται ότι επέζησε από αυτούς. Άρα, οι αποδέκτες της αφήγησης δεν αγωνιούν για την τύχη του, μιας και ξέρουν ότι θα γλιτώσει, κι έτσι μπορούν να τις απολαύσουν περισσότερο. Το βάρος δηλαδή δεν δίνεται στο "τι έγινε μετά", αλλά στο "πώς έγινε". Και μάλιστα με αυτόν τον τρόπο, αποκτάει η αφήγηση περισσότερη αξιοπιστία, καθώς η αφήγηση των απίστευτων αυτών περιστατικών από τον ίδιο τον πρωταγωνιστή τους, τους προσδίδει το κύρος της προσωπικής μαρτυρίας. Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι οι άνθρωποι τείνουν να προσέχουν περισσότερο όταν νομίζουν ότι αυτό που ακούνε είναι κάτι που συνέβη πραγματικά και το έζησε αυτός που το αφηγείται. Τέλος, το σημαντικότερο είναι ότι έτσι βλέπουμε πώς ο ίδιος ο Οδυσσέας βλέπει τις περιπέτειές του, τη ζωή του, τον εαυτό του εν γένει, και μας δίνει την δυνατότητα να ακούσουμε πώς σχολιάζει τις περιπέτειές και τις επιλογές τους.
Κι επειδή η Οδύσσεια είναι ένα είδος αφηγηματικής ρωσικής κούκλας, μέσα στο προηγούμενο αφηγηματικό επίπεδο υπάρχει ακόμα ένα, μεταδιηγητικό/ υπο-υποδιηγητικό στο τετράγωνο θα λέγαμε.
Πρόκειται για τις αφηγήσεις με αποδέκτη τον ίδιο τον Οδυσσέα οι οποίες ως επί το πλείστον βρίσκονται στην Νέκυια, την ραψωδία λ, στην οποία ο Οδυσσέας αφηγείται το ταξίδι του στον Κάτω Κόσμο για να πάρει χρησμό από τον Τειρεσία. Έτσι, έχουμε την προδρομική αφήγηση του Τειρεσία που προοικονομεί τι θα συμβεί στον Οδυσσέα μέχρι να φτάσει στο νησί του Ήλιου, τον Ελπήνορα, τον σύντροφο του Οδυσσέα, να αφηγείται πώς πέθανε λίγο πριν να αναχωρήσουν για τον Κάτω Κόσμο και να ζητάει να τον θάψουν και την Αντίκλεια, την μάνα του Οδυσσέα, η οποία τον ενημερώνει για την ύπαρξη των μνηστήρων και ότι η Πηνελόπη είναι ακόμη πιστή. Με λίγα λόγια, οι αφηγητές των ιστοριών αυτών τις λένε στον Οδυσσέα, που τις λέει στους Φαίακες, πράγμα το οποίο τον έχει βάλει ο ποιητής να κάνει για να το πει σε εμάς....
![]() |
| "Άνδρα μοι έννεπε, Μούσα, πολύτροπον... " |
Κλείνοντας, θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε ότι στο διηγητικό/ενδοδιηγητικό αφηγηματικό επίπεδο, εκείνο δηλαδή στο οποίο αφηγητής είναι ο ποιητής, πέρα από την κυρίαρχη μεταδιηγητική/υποδιηγητική αφήγηση των περιπέτειών του Οδυσσέα, εμπεριέχεται και μια σειρά μικρότερων αφηγήσεων, καθεμιά από τις οποίες αποτελεί με την σειρά της ένα άλλο αφηγηματικό μεταδιηγηματικό/υποδιηγηματικό επίπεδο. Οι αφηγήσεις αυτές επιτελούν διάφορες λειτουργίες. Κάποιες μάλιστα είναι πλαστές. Χαρακτηριστικά παραδείγματα πλαστών αφηγήσεων είναι ιστορία που λέει η Αθηνά - Μέντης στον Τηλέμαχο για το ποια είναι η ταυτότητά της, όταν πηγαίνει στην Ιθάκη, επειδή δεν θέλει να αποκαλύψει ποια είναι στα αλήθεια και εκείνη που λέει σε κάθε ευκαιρία ο Οδυσσέας παριστάνοντας τον Κρητικό έμπορο, μέχρι να σιγουρευτεί ότι μπορεί να αποκαλύψει την πραγματική του ταυτότητα. Κάποιες άλλες είναι αναδρομικές. Μερικές μάλιστα διαδραματίζονται εκτός των ορίων της βασικής αφήγησης, αλλά είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την εξέλιξη της ιστορίας. Τέτοια είναι το τραγούδι του Δημόδοκου που αφηγείται την ιστορία με τον Δούρειο Ίππο και οδηγεί στην αποκάλυψη από τον συγκινημένο Οδυσσέα της ταυτότητας του και συνακόλουθα στην αφήγηση των περιπέτειών του. Τέτοια είναι και η διήγηση από τον Οδυσσέα στην Πηνελόπη του πώς έφτιαξε το συζυγικό τους κρεβάτι, που οδηγεί στην αναγνώρισή του από την Πηνελόπη. Και μετά από αυτό, έχουμε μια επαναληπτική αναδρομική αφήγηση, όταν ο ποιητής αναφέρει ότι ο Οδυσσέας αναφέρει τις περιπέτειές του στην Πηνελόπη. Στα πεταχτά, γιατί τις ξέρουμε. Υπάρχει, τέλος, στη ραψωδία ω και μία αναδρομική που εξελίσσεται σε επαναληπτική αφήγηση, στον Κάτω Κόσμο πάλι. Ο θλιμμένος Αγαμέμνονας αφηγείται στον Αχιλλέα πώς έκαναν την κηδεία του στην Τροία κι έπειτα βλέποντας τις ψυχές των μνηστήρων, ρωτάει τον πιο τραγικό από αυτούς, τον Αμφιμέδοντα, τι συνέβη με αποτέλεσμα να του αφηγηθεί αυτός την μνηστηροφονία. Κι έτσι τελειώνει κατά κάποιον τρόπο η Οδύσσεια σε σχήμα κύκλου, μιας και στην ραψωδία α οι θεοί αναφέρονται στην δολοφονία του Αγαμέμνονα και στην εκδίκηση που μόλις είχε πάρει ο Ορέστης, ο γιος του, σκοτώνοντας τον φονιά του πατέρα του, πράγμα που από τους ενωτικούς του ομηρικού ζητήματος θεωρείται στοιχείο που αποδεικνύει τον ενιαίο χαρακτήρα της Οδύσσειας.
Αυτά. Για την περίπτωση που παρατηρήσει κάποιος-α ότι δεν έχει γίνει αναφορά σε κάποια άλλη αφήγηση που υπάρχει σε οποιοδήποτε από τα αφηγηματικά επίπεδα, να διευκρινιστεί ότι δεν ήταν σκοπός αυτής της δημοσίευσης να τις καταγράψει όλες εξαντλητικά, απλά αναφέρθηκαν κάποιες παραδειγματικά.
Με τραγουδάκι θα κλείσω, αλλά επειδή δεν βρήκα κάποιο άλλο πιο ταιριαστό, θα ξαναβάλω αυτό πού έδωσε τον τίτλο και σε αυτήν την ανάρτηση. Και θα επαναλάβω εκείνα που είπα στη ανάρτηση για την Ιλιάδα:
Αποδεικνύει την μεγάλη επίδραση που έχουν οι αρχαίες ιστορίες και ο τρόπος αφήγησής τους μέχρι σήμερα και πόσο έχουν επηρεάσει ακόμα και "ταπεινά" είδη, όπως το ελαφρολαϊκό τραγούδι. Στο συγκεκριμένο τραγούδι έχουμε τον διάλογο δυο προσώπων. Η μία φωνή είναι μια γυναίκα η οποία ζητάει από την άλλη φωνή, έναν άνδρα, να εξηγήσει γιατί είναι σκεφτικός και λυπημένος. Κι εκείνος αφηγείται την ατυχή ερωτική του ιστορία... χωρίς να την αφηγηθεί, μέσω των συνέπειών της και των αντιδράσεων που αυτή προκαλεί.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου