Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Κυριακή, 19 Μαΐου 2019

Η Ιστορία σε πρώτο πρόσωπο- Από την Α΄ Λυκείου του Μουσικού Σχολείου Ρόδου


  Την φετινή Α' Λυκείου την είχα πέρσι ως Γ΄ Γυμνασίου στη Λογοτεχνία και τη Γλώσσα και κάναμε πολλά δημιουργικά πράγματα.
    Τόσα πολλά που, σου λέει,  πανηγυρίζαμε όλοι, κι εγώ και τα παιδιά, όταν αποφάσισα φέτος να μη τους κάνω τελικά Λογοτεχνία αλλά Ιστορία. Αλλά επειδή πρώτα βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι,  να μη γράψουν  και φέτος μια δημιουργική εργασία; Κρίμα δεν είναι;  Οι μαθητές και οι μαθήτριες της Α' Λυκείου, λοιπόν, προσέγγισαν δημιουργικά την Ιστορία της Α΄Λυκείου σε πρώτο πρόσωπο, διαλέγοντας ένα πραγματικό ή φανταστικό ιστορικό πρόσωπο τοποθετημένο όμως  μέσα σε συγκεκριμένο ρεαλιστικό ιστορικό πλαίσιο και χωρίς αναχρονισμούς το οποίο βάζουν να σχολιάζει τα ιστορικά γεγονότα, αποκαλύπτουν τις σκέψεις του, παρουσιάζουν το ημερολόγιο του, του παίρνουν συνέντευξη κ.α.. 
 (Ο Θανάσης, ο Κωνσταντίνος κι ο Λορέντζος είναι... παιδιά από άλλες τάξεις. Παλιά... )

Θανάσης
[Ένας βετεράνος λεγεωνάριος αντιλαμβάνεται τελικά ποιον ωφέλησαν οι κατακτήσεις της Ρώμης ]



Νίκος Δ.
[Μια μοναχή ενώ οι βάρβαροι επελαύνουν ]
“Religiosus”
Επεισόδιο Ι: Nochta
           Το θυμάμαι πολύ καθαρά. Η νύχτα είχε πέσει για τα καλά πάνω από τα βουκολικά τοπία της υπαίθρου και τους γραφικούς δρόμους των πόλεων του Γκωλ, όταν οι ήχοι από τα εκκωφαντικά φλάμπουρα και τα χάμουρα των αλόγων που χτυπιόντουσαν με μανία, άρχισαν να πλησιάζουν. Οι ορδές των πολεμιστάδων του βορρά που βάδιζαν υπό το φως μυριάδων πυρσών, φασκιωμένοι με προβιές ζώων και κραδαίνοντας σκεβρωμένα δόρατα και ξίφη.  Θαρρείς και σούβλιζαν το έρεβος και το έσερναν μαζί τους ως τις νέες γαίες που είχαν βαλθεί να κατακτήσουν. Μερικά στάδια παραπέρα, στο μοναστήρι του Αγίου Σεβαστιανού, απάνω στον λόφο που υψωνόταν στη μέση της πεδιάδας, οι μοναχές καθόμασταν μαζεμένες όλες μαζί σιμά η μια στην άλλη και κοιτάζαμε τη λαίλαπα που πλησίαζε ολοένα. Ντυμένες με τις ασπριδερές ρόμπες, μοιάζαμε με κομμάτια μπαμπακιού, που περίμεναν το τρανό βαρβαρικό δρεπάνι να χτυπήσει με τον πιο βάναυσο τρόπο. Τι στιγμή και τούτη να την ζει κανείς, σκεφτόμασταν, κοιτάζοντας απέναντι τα καταχνιασμένα, μακρινά όρη των Άλπεων. 
       Εκείνη τη νύχτα οι βάρβαροι είχαν στρατοπεδεύσει κοντά σε κάποιον γειτονικό οικισμό, τον οποίο πρώτα φρόντισαν να ξεθεμελιώσουν, κατασφάζοντας τους κατοίκους του. Η  Ρωμαϊκή λεγεώνα που είχε τοποθετηθεί στη περιοχή, δεν άργησε να αποδεκατιστεί κι αυτή. Ο μέγας φύλαρχος Χιλδέριχος μάλιστα που ηγείτο των αγανακτισμένου φοιδερατικού στρατού, από σαδισμό όπως μάθαμε, πάνω στο ολονύχτιο βαρβαρικό γλέντι,  διέταξε να σπάσουνε τα πόδια όσων λεγεωνάριων δεν είχανε πεθάνει στη μάχη, να τους δέσουνε πίσω από τα αγριότερα άλογα που είχανε φέρει και να τα αφήσουν να τους σύρουν μέσα απ’ τη πεδιάδα. Όποιος απ’ τους μεθυσμένους του τοξότες κατάφερνε μέσα στο σκοτάδι να χτυπήσει με τα βέλη του κάποιον από τους λεγεωνάριους θα έπαιρνε διπλό μερίδιο σε γυναίκες και χρυσό, πάνω στο πλιάτσικο. Τα άλογα άρχισαν να τρέχουν αφηνιασμένα παντού γύρω, χλιμιντρίζοντας με μανία. Τα κυνηγόσκυλα ούρλιαζαν κι αυτά τρελαμένα από την ένταση.
         Εκείνες λοιπόν τις βασανιστικές ώρες που έμοιαζαν αιώνες ολόκληροι, αυτός θα ούρλιαζε από τον πόνο και τη μανία. Είχε εξευτελιστεί ως λεγεωνάριος για την τιμή του ρωμαϊκού στρατού σε μια χώρα ξένη και τώρα λαβωμένος, σερνόταν μέσα στις λάσπες από κάποιον γοτθικό ίππο, μέχρι το σώμα και το πνεύμα του να τον εγκαταλείψουν επιτέλους. Τα βέλη περνούσαν μπροστά απ’ τα μάτια του και κάτω απ’ τον απέραντο ουράνιο θόλο, καταλήγοντας πότε στο έδαφος και πότε στο σώμα του δύστυχου ζώου που απ’ τον πανικό επιτάχυνε ολοένα. Σίγουρα θα ευχόταν να ήταν ήδη νεκρός ή έστω να τέλειωνε γρήγορα όλο αυτό.
        Και πράγματι η σφαγή δεν άργησε να τελειώσει. Ολόγυρα, πάνω στη μαλακή χλόη, κείτονταν τώρα κακοποιημένα νεαρά πτώματα, πλάι σε σκοτωμένα αξιόμαχα άλογα, ενώ οι βάρβαροι γελούσαν από μακριά. Εκείνος όμως δεν είχε πεθάνει ακόμη. Το δικό του άτι, όρθιο, είχε καταφέρει να φτάσει πέρα, ως τη δρύινη είσοδο της μονής μας, χαμηλά στον λόφο. Εκεί, διάτρητο από τα βέλη όπως ήταν το ζωντανό, κατέρρευσε και καθώς η νηστεία τελείωνε κι οι αποθήκες ήσαν άδειες, περιμαζεύοντας τον τραυματία, το πήραμε κι αυτό για το κρέας του. Ο άνθρωπος, παραμορφωμένος από τις λάσπες που είχε συρθεί, σπάραζε και βογκούσε δυνατά. Μπρος στη θέα των κατακρεουργημένων του κάτω του άκρων, οι καλόγριες τον σηκώσαμε πολλές μαζί, τον πήγαμε μέχρι μίαν άδεια κάμαρα πάνω. Ήταν κάθιδρος και είχε κοκκινίσει από τον πυρετό που ολοένα ανέβαινε. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. 
Εκείνη εν τω μεταξύ, είχε αποσυρθεί από νωρίς στο κελί της με τις υπόλοιπες νεαρές παρθένες και κοιμότανε γαλήνια, αγκαλιά με το προσευχητάριο που διάβαζε. Ήσυχη κόρη. Την φέρνω στη θύμηση μου πολύ καθαρά ακόμη. Κάποια στιγμή ωστόσο, ακούγοντας τις φωνές από κάτω, σε ένα ξαφνικό της παραστράτημα, σηκώθηκε κι όλη περιέργεια κατέβηκε προς το θεραπευτήριο. Μέσα στη κάμαρα, είδε το πλήθος των απορροφημένων καλογριών και μικρόσωμη, πέρασε ανάμεσα στις λευκές μας ποδιές χωρίς να την πάρουμε είδηση. Πάνω στο κρεβάτι του πόνου, ο άντρας χτυπιόταν ολόκληρος, σαν να είχε μπει μέσα του κάποιο δαιμόνιο. Του είχανε χώσει ένα στουπί στο στόμα και τρεις αδελφές τον κρατούσανε δυνατά, όταν η επικεφαλής πρεσβύτερη Παχωμία, έδωσε την εντολή. Η αδελφή Κορνηλία από τη μία κι η αδελφή Γεραλδινή από την άλλη, βαστώντας την πελώρια καρμανιόλα, με μια κίνηση του έκοψαν τα πόδια. Εκείνη την ώρα τα μάτια του καρφώθηκαν βαθιά μέσα στα δικά της και χάραξαν την εφηβική αυτή ψυχή. Οι φωνές του, καθώς του έκοβαν τη σάπια σάρκα και του καυτηρίαζαν τα ακρωτηριασμένα άκρα, σίγουρα ακούστηκαν μέχρι τα μακρυσμένα αυτιά των βαρβάρων. Όταν η τομή τελείωσε, ο λεγεωνάριος έκλαιγε με λυγμούς, κοιτάζοντας ότι είχε απομείνει από τα πόδια του, ενώ εγώ, μέσα στον τρόμο μου, τελικά κάλυψα τα μάτια της νεαρής παρθένας και την τράβηξα πίσω στο κελί της, καθώς ο χώρος άδειαζε. Ξαναδιάβασε από το προσευχητάριο μερικές γραμμές κάποιου τροπάριου, κι έπειτα ξάπλωσε πάλι, προσπαθώντας να κοιμηθεί. Ο χρόνος μετρούσε ήδη αντίστροφα για μας…

Επεισόδιο ΙΙ: Dies
      Οι μοναχές δεν είχαμε ξαναδεί άλλον όμοιο του. Κάποιες μόνο είχανε διαβάσει ότι άνθρωποι της φυλής του έμεναν στις ακτές της Νουμιδίας και της Λιβύης, κι ήσαν κι αυτοί Ρωμαίοι πια. Μαύρο δέρμα, κατράμι κι όψη αγριωπή. Ήτανε γεροδεμένος και θα είχε ψηλή κορμοστασιά όταν ήταν ολόκληρος. Τώρα βέβαια, σαν πληγωμένο θηρίο, καθότανε καθηλωμένος στο ξύλινο γιατάκι του κι αποκοιμισμένος απ' τα βοτάνια που τον ποτίσαμε για να ξεχάσει, ελλείψει κρασιού. Όμως τι σημασία θα είχε πια στο κάτω-κάτω; Ο ήλιος είχε σηκωθεί στον ουρανό κι οι μοναχές όλες μαζί παρακολουθούσαμε ξανά τις σιδηρόφρακτες ορδές να διασχίζουν σαν μαυρισμένος χηλός την πεδιάδα. Εκείνη η νεαρή παρθένα, δεν άντεχε άλλο να κοιτά προς τα εκεί και σχεδόν απαρατήρητη για άλλη μια φορά, τράβηξε μέσα, προς τις μεγάλες κάμαρες. Ήθελε να δει τον ξένο μια ακόμα φορά. Εγώ την ακολούθησα…
      Φτάνοντας, κοντοστάθηκε για λίγο κρυμμένη πίσω από τη μισάνοιχτη πόρτα και άρχισε να τον παρατηρεί. Ήτανε ακίνητος, ξαπλωμένος πλάγια και με τα μάτια του ορθάνοικτα πια. Κοίταζε από το παράθυρο τον κάμπο κι όλο το θαύμα της φύσης που λάμβανε χώρα εκεί. Το ύφος του ήτανε ψυχρό κι έδειχνε ταλαιπωρημένος. Τα ακρωτηριασμένα πόδια του ήτανε κάτω από μια μάλλινη κουβέρτα, την οποία κοιτούσε κάθε τόσο. Και τότε ξαφνικά, είδε κι εκείνη. Έφηβη, χαμηλοβλεπούσα κάτω από τα βαριά ιερατικά της ενδύματα. Το πρόσωπο της ήτανε δωρικό κι απεριποίητο. Το περπάτημα της διστακτικό. Το κοίταγμα του είχε κάνει στα σίγουρα τον φόβο να κυριεύσει κάθε της κύτταρο. Γύρισε το κορμί του προς το μέρος της κι εκείνη έκανε να φύγει στιγμιαία. «Περίμενε!», της φώναξε κι αυτή γύρισε πάλι προς το μέρος του, χλομιασμένη. «Δεν αντέχω άλλο εδώ μέσα μόνος μου…», της είπε εξαντλημένα κι αυτή με νευρικό περπάτημα πήγε να κλείσει το ανοικτό παράθυρο. «Άφησε το. Είναι άνοιξη. Έχει μια τόσο όμορφη μέρα έξω…», της είπε γλυκόπικρα και ρέμβασε. «Κάθισε…», της έδειξε το ξύλινο σκαμνί από δίπλα του κι αυτή, αμίλητη, το έκανε. Τα μεγάλα μελανά της μάτια είχανε εισχωρήσει και πάλι μέσα στα δικά του. Δεν θυμόταν να είχε αντικρίσει ξανά τα μάτια μιας τόσο άσπιλης ύπαρξης.
    «Ποιος είναι αυτός ο ξερακιανός άντρας επάνω στον σταυρό;», ρώτησε κοιτάζοντας αόριστα την ψηφιδωτή εικόνα απέναντι. «Είναι ο υιός του Θεού. Iesus είναι το όνομα του και τον πλαισιώνουν ο πατήρ του και το άγιον πνεύμα...», του απάντησε ευθαρσώς αυτή, σχεδόν ενθουσιασμένη. «Αυτοί είναι ο δικοί σας θεοί;», την ρώτησε κι αυτή έδειξε να παραξενεύεται δειλά. «Στην πατρίδα μου πάντως δεν είχαμε τέτοιους θεούς…», συνέχισε αυτός, τραβώντας της το ενδιαφέρον. «Και ποιον λέγατε Κύριο εκεί;», πήρε τον λόγο. «Εκεί, μας προστατεύουν η Τανίτ κι ο Βάαλ, με την Αστάρτη και τους θεούς των Ρωμαίων, τον Mars, τη Minerva, τη Diana και τον Iupiter…», της απάντησε. «Αυτοί είναι…;», τον ρώτησε, δείχνοντας τα ανθρωπόμορφα γεωμετρικά σχήματα στη δερματοστιξία του. «Οι Μαυριτανοί στιγματίζουν τα αρσενικά παιδιά τους όταν ενηλικιώνονται. Είναι τα σύμβολα των προγόνων μου…», είπε και σαν να σκοτείνιασε, χαμηλώνοντας το βλέμμα. «Ζωγραφίζουν ωραία στη πατρίδα σου…», είπε αυτή κι ακολούθησε σιωπή. «Θα ήθελες να είσαι εκεί τώρα, ε;», συνέχισε αυτή. «Ξέρεις, εγώ δεν γνώρισα ποτέ πατρίδα. Με άφησαν στο μοναστήρι όταν με γέννησαν και με μεγάλωσαν οι μοναχές εδώ πέρα…», είπε με όλη της την παιδική μειλιχιότητα. «Και πώς ζείτε εδώ μέσα, λοιπόν;», την ρώτησε τότε κάπως ανασκουμπωμένος. «Κοντά στον Κύριο και καθαρές από τις αμαρτίες του κοσμικού βίου που οι πρεσβύτερες μας μιλούν…», υπερηφανεύτηκε. «Και για τι είδους αμαρτίες σας μιλούν…;», ρώτησε με μια κάποια κυνικότητα απέναντι στο σωτηριολογικό κήρυγμα. «Ανήκουστα πράγματα. Χωριά που άγνωστοι καβαλάρηδες καίνε, σφάζοντας γυναίκες και παιδιά, άρχοντες που εκτελούν αναίτια όποιον θελήσουν, μέρη όπου κορίτσια κοιμούνται κάθε βράδυ σε άλλο κρεβάτι, σημεία στις πόλεις όπου άνθρωποι κάθονται στοιβαγμένοι ο ένας πάνω στον άλλον, γεννημένοι δούλοι, περιμένοντας τον Iesus ή αντ’ αυτού τον θάνατο να τους λυτρώσει…», του μίλησε με τον τρόμο αποτυπωμένο στο πρόσωπο της. Ήταν σαν να είχε κάνει εικόνα την κάθε πτυχή εκείνου του μακρινού, σκοτεινού κόσμου που ποτέ της δεν είχε γνωρίσει, και δεν είχα γνωρίσει ούτε εγώ. «Έτσι όμως είναι ο κόσμος. Γεμάτος σκοτάδι. Ίσως και φως. Τι κερδίζετε εσείς δηλαδή με το να κάθεστε εδώ, κοντά στους θεούς σας την ώρα που συμβαίνουν όλα αυτά;», την ρώτησε αυτός, κάνοντας την να σκοτεινιάσει κι εκείνη με τη σειρά της. «Εξασφαλίζουμε μια θέση κοντά στον Κύριο…», απάντησε για να ξεφύγει από τον προβληματισμό. «Μα έτσι χάνεται κι όλη η ουσία. Πώς γίνεται για να αποφύγετε τα δεινά αυτού του κόσμου, να μην πιστεύετε και στις απολαύσεις του; Πώς γίνεται να σας νοιάζει περισσότερο το μετά από ότι το τώρα σε έναν κόσμο σαν τον δικό μας;», αναρωτήθηκε ρητορικά. Η κοπέλα έδειχνε μπερδεμένη από την όλη σκέψη ξαφνικά. «Δεν ξέρω…», απάντησε αυθόρμητα. Δεν είχε ξανακούσει κάποιον να μιλάει έτσι, όπως δεν είχα ακούσει ούτε κι εγώ.
       «Ο Iesus γεννήθηκε ταπεινός κι οι Christiani έκαναν το ίδιο. Όταν η ζωή σου δεν έχει τίποτε άλλο πέρα από δυστυχία και το παρόν σου είναι γεμάτο πόνο, τότε βασίζεσαι στο μέλλον κι σε ό,τι έρχεται μετά τη ζωή…», απάντησε η γηραλέα επικεφαλής πρεσβύτερη Παχωμία που στεκόταν τώρα στη πόρτα, με εμένα  στο πλάι της. Η νεαρή μοναχή σηκώθηκε από τη θέση της ευθύς αμέσως και μαζεύτηκε κοντά στην πρεσβύτερη, με χαμηλωμένο το κεφάλι. «Εδώ, Μαυριτανέ, θεραπεύονται οι ψυχές και τα σώματα των ανθρώπων…», συνέχισε κι εγώ πλησίασα την νεαρή αδελφή μας.  «Ζούμε σε μια εποχή όπου οι άνθρωποι χρίζουν και τα δύο απ’ ό,τι φαίνεται…», της απάντησε κι αυτή κούνησε καταφατικά το κεφάλι της. «Οι άνθρωποι που σ’ έστειλαν εδώ, δεν θ’ αργήσουν να έλθουν…», συνέχισε αυτή κι έκλεισε μεμιάς το παράθυρο, τελειώνοντας την άνοιξη. «Κάποτε, έτρεχα στα ευγενικά στάδια της Ρώμης και ίππευα κι άλογα σπουδαία, για άρχοντες και πλήθος. Τώρα, κάθομαι εδώ ήδη νεκρός κατά το ήμισυ. Ποιος ξέρει πώς θα ήταν η ζωή μου αν συνεχιζόταν; Μόνο οι θεοί ίσως. Οι δικοί μου ή οι δικοί σας…», της είπε κι αυτή χαμογέλασε. «Ίσως να άξιζε τον κόπο να το μάθεις. Η ζωή έχει πολλές δυνατότητες...», του απάντησα εγώ και πήγαμε όλες μαζί προς την έξοδο του χώρου. «Άμα ζεις για τη ζωή, κι όχι τον θάνατο. Για να απολαμβάνεις το τώρα, όχι μονάχα να αναμένεις ένα καλύτερο αύριο…», πρόλαβε να προσθέσει πριν βγούμε απ’ το δωμάτιο. Οι βάρβαροι είχανε φτάσει πλέον εντός της μονής…

ΤΕΛΟΣ
 Αγγελική
[Ένας μεγάλος γαιοκτήμονας εξηγεί σε ένα μικροκτηματία γιατί πρέπει να του παραχωρήσει τη γη, να την προσθέσει στο λατιφούντιό του και σε αντάλλαγμα να  του προσφέρει  εκείνος προστασία με τον ιδιωτικό του στρατό.]
   ( Σε δύο καθίσματα, κάθονται δύο άνθρωποι και συζητούν. Έχουν ένα κοινότην κατοχή γης. Ο ένας προσπαθεί να πάρει και άλλη, ο άλλος,  ακριβώς απέναντί του, θέλει απλά να επιβιώσει.)
-Αν μου δώσεις τη γη σου, θα σου προσφέρω προστασία. Τόσο απλό.
-Και γιατί να το κάνω; Δεν ξέρω αν με συμφέρει… Τουλάχιστον τρώω κάτι λίγα, καλλιεργώντας μόνος μου αυτή τη γη.
-Μην αγχώνεσαι, θα συνεχίσεις να εργάζεσαι και να τρως απ’ αυτή. Επιπλέον, ο ιδιωτικός μου στρατός θα σου προσφέρει προστασία. Προσωπικά, μου ακούγεται υπεραρκετό.
-Είναι, μα… ( δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει).
-Δεν ακούω κουβέντα. Κοίτα πόση γη έχω αυτή τη στιγμή! Νομίζεις θα με εμπιστεύονταν τόσοι άνθρωποι, αν δεν ήμουν άξιος εμπιστοσύνης; (φάνηκε λίγο παρεξηγημένος)
-Έχεις ένα δίκιο. (θέλοντας να φανεί ευγενικός)
-Όχι μόνο ένα, αγαπητέ. Τι λες λοιπόν;
-Ακόμα το σκέφτομαι… (χαμογέλασε αμήχανα).
-Δεν υπάρχει λόγος. Και το φαΐ σου θα τρως, και δεν θα σε πειράξει κανένας. Σου υπενθυμίζω πως έχω και ένα στρατό…
-Αν θελήσω να πάρω πίσω τη γη μου; Τότε τι γίνεται;
-Δεν θα θελήσεις, φιλαράκι. Θα βολευτείς, θα σου αρέσει, θα μείνεις ικανοποιημένος. Στο εγγυώμαι.
-Δύσκολο να σε πιστέψω. Αγχώνομαι..
-Θες να σου δώσω λίγο χρόνο να το σκεφτείς; Δέκα δευτερόλεπτα ας πούμε;
  ( Γέλασαν και οι δύο.)
-Νομίζω είναι καλή ιδέα να ρωτήσω κάποιον που σου έχει παραχωρήσει γη αν αξίζει να το κάνω. Θα έρθω να σε ενημερώσω για την απόφασή μου.
-Καλώς. Θα περιμένω.
   (Έφτασε η επόμενη μέρα. Τα δύο άτομα συναντήθηκαν ξανά στο ίδιο μέρος.)
-Λοιπόν; Ακούω.
-Ωραία. Θα το κάνω.
-Φανταστικά!! Σοφή απόφαση, αλήθεια.
-Δεν έχω και άλλη επιλογή, για την ακρίβεια, έτσι όπως καταντήσαμε..Ή θα πήγαινα στο στρατό ή θα έδινα τη γη μου για να επιβιώσω.
-Συμφωνώ. Κι εγώ να βοηθήσω προσπαθώ. Αφού μπορώ, γιατί να μην το κάνω; Υπέροχα. Χαίρομαι για τούτη σου την επιλογή. Θα σε παρακαλούσα να έρθεις το απόγευμα ξανά ώστε να υπογράψεις το συμφωνητικό, πως γνωρίζεις και αποδέχεσαι τους όρους και πως το κάνεις με δική σου ευθύνη.
-Σαν προειδοποίηση και απειλή μου ακούγονται αυτά τα λόγια..Σαν να μου λες πως αν πάει κάτι στραβά θα το χρησιμοποιήσεις όλο αυτό εναντίον μου!! Πώς θα ευθύνομαι εγώ- 
(δεν πρόλαβε να τελειώσει, αφού τον διέκοψε ο άλλος άνδρας.)
-Θα σε περιμένω!!
(Σηκώθηκε βιαστικά και άφησε πίσω του τον προβληματισμένο «φίλο» του, να συνεχίζει να αναρωτιέται αν φέρθηκε σωστά.)

Γαβριέλα  
[Η  Θεοδώρα σχολιάζει τη στάση της, κατά τη "στάση του Νίκα"] 
     Εγώ, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, εκείνη την τραγική ημέρα της 18ης Ιανουαρίου 532, όταν οι στασιαστές βρίσκονταν προ των πυλών του παλατιού όπου ο Ιουστινιανός πανικόβλητος, έχοντας χάσει το μυαλό του, έβλεπε σα μοναδική σωτηρία τη φυγή, άντεξα.
      Ενώ παρευρισκόμουν στο συμβούλιο, μέσα στον πανικό που γινόταν, διατηρούσα το θάρρος και την ηρεμία μου. Δεν είχα μιλήσει ακόμη. Ξαφνικά μέσα στη γενική σιωπή σηκώθηκα και εξοργισμένη από την γενική δειλία, υπενθυμίζω το καθήκον μου στον αυτοκράτορα και τους υπουργούς που εγκατέλειπαν τον αγώνα.
« Όταν δεν θα μένει άλλη σωτηρία εκτός από τη φυγή δεν θα ήθελα να φύγω. Όσοι φόρεσαν το στέμμα δεν πρέπει να επιζούν ποτέ μετά την απώλειά του Δεν θα δω ποτέ την ημέρα που θα πάψουν να με χαιρετούν σαν αυτοκράτειρα. Αν θέλεις να φύγεις Καίσαρ, έχει καλώς. Έχεις χρήματα και τα πλοία είναι έτοιμα και η θάλασσα ανοιχτή. Εγώ θα μείνω. Μου αρέσει το παλιό ρητό ότι η πορφύρα είναι ωραίο σάβανο.»
    Εκείνη την ημέρα όπου η αυτοκρατορία φαίνεται να βρίσκεται στην παραμονή της πτώσης της, εγώ, η αυτοκράτειρα Θεοδώρα, έσωσα τον θρόνο του Ιουστινιανού. Μέσα από υπέρτατο αγώνα που έδωσα για τον θρόνο και την ζωή μου, με μεγάλη φιλοδοξία και ηρωισμό, απέδειξα τα προσόντα μου ως πολιτικός με την ψυχραιμία και αποφασιστικότητα. Έτσι κέρδισα με την αξία μου τη θέση στο συμβούλιο της αυτοκρατορίας.

Χρήστος
[Ένας υποψήφιος οικιστής ενημερώνει κατά την διάρκεια το Β΄ αποικισμού τούς άρχοντες  μιας πόλης κράτους πως ανακάλυψε μια περιοχή κατάλληλη για την ίδρυση μιας αποικίας]
Άρχοντες  μου, ύστερα από μία αρκετά περιπετειώδη και χρονοβόρα εξερεύνηση, σας διαβεβαιώνω πως η Ροδηία είναι το καλύτερο μέρος για να κάνουμε μία ακόμη αποικία.  Διότι τα εξαιρετικά υψηλά βουνά που περιτριγυρίζουν την περιοχή δημιουργούν τέλειες συνθήκες ζωής. Από τη μια είναι ιδανική  φυσική οχύρωση και από την άλλη προκαλούν πυκνές βροχοπτώσεις, μετατρέποντας την κοιλάδα σε μία από τις πιο εύφορες περιοχές  που έχουμε αποικήσει. Επίσης, δεν υπάρχουν εκεί πληθυσμοί που θα έπρεπε να απομακρύνουμε, ενώ ο κολπίσκος στον οποίο βρίσκεται δημιουργεί το ιδανικότερο απάνεμο λιμάνι. Επιπροσθέτως, δεν υπάρχουν παραλίες ή φυσικά λιμάνια σε μία ακτίνα τουλάχιστον χιλίων πεντακοσίων σταδίων, αποτρέποντας την αποίκηση γύρω περιοχών από άλλες πόλεις-κράτη. Επιπλέον, τα βραχώδη παραλία της ανατολικής πλευράς ευνοούν την αλιεία,  ενώ στα δυτικά είναι το προαναφερθέν λιμανάκι. Να μην ξεχάσουμε ότι  ο ορυκτός πλούτος της περιοχής θα μας δίνει πόρους για την κατασκευή όπλων και εργαλείων αλλά και  ότι τα κοιτάσματα ασβεστόλιθου ευνοούν την οικοδόμηση των κτιρίων της νέας και ανεξάρτητης πόλης-κράτους. Με άλλα λόγια, η εγκατάσταση και η ευημερία των αποίκων θα γίνει ευκολότερα και γρηγορότερα σε σχέση με προηγούμενους αποικισμούς μας. Τέλος,  θα ήθελα να τονίσω ότι το κλίμα στην περιοχή είναι εύκρατο μεσογειακό, γεγονός το οποίο και αυτό με τη σειρά του ευνοεί την καλλιέργεια , της γης, το εμπόριο και τη ναυτιλία. Έτσι η νέα αποικία θα είναι πιο ανταγωνιστική και οικονομικά αναπτυγμένη από άλλες.

Μυρτώ
[ Ο Τιβέριος Γράκχος εκφωνεί λόγο υπέρ του αγροτικού νόμου]
Λαέ της Ρώμης , συμπολίτες μου!
     Εδώ και καιρό με απασχολεί ένα ζήτημα σημαντικό. Υπάρχει ένα τεράστιο και μέχρι στιγμής αγεφύρωτο χάσμα ανάμεσά μας. Οι μεν έχουμε τεράστιες εκτάσεις γης, τεράστια λατιφούντια που όλο και μεγαλώνουν. Αντιθέτως οι δε, δεν μπορούν να ζήσουν καλλιεργώντας τη γη, αφού είτε η έκταση που κατέχουν είναι ελάχιστη, είτε δεν έχουν ούτε ένα μικρό χωράφι.
     Γι’ αυτό τον λόγο πιστεύω πως είναι πολύ σημαντικό να εφαρμόσουμε τον αγροτικό νόμο, σύμφωνα με τον οποίο δεν θα μπορεί να υπάρξει περιουσία μεγαλύτερη από 500 πλέθρα γης. Ξέρω πως κάποιοι σίγουρα θα δυσαρεστηθείτε από αυτό! Δεν υπάρχει όμως άλλη πιο ανώδυνη λύση. Όσοι μέχρι σήμερα όμως κατέχετε περισσότερη γη από τα 500 πλέθρα, μπορείτε να κρατήσετε ακόμα 250 πλέθρα για καθένα από τα δύο αγόρια σας. Και επιπλέον πρέπει να προσθέσω ότι- σύμφωνα πάντα με τον νόμο- σε καμία περίπτωση η περιουσία σας δεν πρέπει να ξεπερνά τα 1000 πλέθρα.
        Πρέπει να καταλάβετε ότι έτσι φροντίζουμε για το κοινό καλό και το κοινό συμφέρον της πολιτείας μας. Πρέπει να το αποζητάτε εσείς οι ίδιοι και όχι να διαμαρτύρεστε που δεν εκπληρώνονται οι προσωπικές σας προσδοκίες και φιλοδοξίες.
    Με αυτόν τον νόμο, θα καταφέρουμε να αναδιανείμουμε τη γη και να βοηθήσουμε τους ακτήμονες, καθώς θα δοθούν από 30 πλέθρα στον καθένα!
       Το να θέλουμε να είμαστε δίκαιοι και να βοηθάμε τους συμπολίτες μας είναι πολιτισμός. Πάρτε για παράδειγμα τους Αθηναίους που οι πλουσιότεροι φροντίζανε να πληρωθούν τα εισιτήρια του θεάτρου των φτωχότερων. Αναλογιστείτε επίσης και τον αγώνα που κάνανε οι πρόγονοί μας και το αίμα που χύσανε και τις ζωές που έφυγαν για να έχουμε τώρα εμείς-ο λαός- αυτή τη γη.
      Κι όμως αντί να τα επεξεργαζόμαστε και να τα εκτιμάμε όλα αυτά, εμείς αντιθέτως αρπάζουμε όσα μπορούμε περισσότερα, αφήνουμε ολόκληρες οικογένειες στον δρόμο, στερώντας τους πολύ βασικά αγαθά…
Πώς είναι δυνατόν να δυναμώσει το κράτος μας αν έχουμε τέτοιο τρόπο σκέψης;

Έκτορας
[Ένας αθλητής στους Ολυμπιακούς Αγώνες σχολιάζει τον λόγο  του Γοργία  σχετικά με την πανελλήνια ένωση]
    Σήμερα, είναι Ιερή Ημέρα. Σήμερα εορτάζουμε την συμμετοχή μας στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Όλοι είμαστε έτοιμοι, καλογυμνασμένοι, χαρούμενοι, με την ελπίδα να δοξαστούμε και να φορέσουμε το δάφνινο στεφάνι, τον κότινο. Ένα τόσο απλό έπαθλο με τόση μεγάλη αξία. Εγώ, συμμετέχω στους ιππικούς αγώνες. Λατρεύω τα άλογα!
      Πριν ξεκινήσουμε όμως, κι ενώ η αγωνία κάνει τα γυμνά σώματά μας να ριγούν, ακούμε τους λόγους των μεγάλων φιλοσόφων και ρητόρων μας. Είναι μέρος της έναρξης των αγώνων. Βλέποντας λοιπόν τον Γοργία τον Λεοντίνο ανάμεσα στους ρήτορες κι ενώ περίμενα να ακούσω την ομιλία του, το μυαλό μου άρχισε να ταξιδεύει. Θυμήθηκα όταν τον είχα ρωτήσει γιατί είχε αυτό το όνομα και μου είχε απαντήσει, πως οι γονείς του είναι γιατροί και το όνομά του είναι πολύ συνηθισμένο ανάμεσα στους γιατρούς. Ίσως να του το έδωσαν γιατί πίστευαν πως θα γινόταν κι αυτός γιατρός. Ήταν μαθητής του Εμπεδοκλή και δεν είχε ιατρικές ανησυχίες, ούτε έγινε γιατρός. Είναι ρήτορας, σοφιστής και σκεπτικός φιλόσοφος. Για τον Γοργία η ρητορική είναι αυτοσκοπός. Έχει  ιδιαίτερες κριτικές ικανότητες και αξεπέραστα επιχειρήματα. Δεν προετοιμάζει ποτέ τον λόγο του από το σπίτι και πάντα αυτοσχεδιάζει, σαν καλός μουσικός και συνθέτης. Έχει αυτογνωσία! Ξέρει την αξία του, όπως λέμε… Γιατί να κρύβεται λοιπόν; Ο Ισοκράτης, πάντως,  λέει πως ο Γοργίας έχει εγωκεντρικό χαρακτήρα. Συμφωνώ μαζί του, πιστεύω κι εγώ πως είναι αρκετά ψηλομύτης.
     Ο Γοργίας είναι ο πρώτος ομιλητής και χρησιμοποιεί την αττική διάλεκτο. Πάντα είναι πρωτότυπος! Αργότερα θα μιλήσουν  ο Θουκυδίδης, ο Λυσίας και άλλοι. Είναι όλοι μαζεμένοι εκεί. Ο Γοργίας, ο μόνος που χρησιμοποιεί την αττική διάλεκτο στον λόγο του, μας προτρέπει να μονιάσουμε. Μας κατσαδιάζει έντονα, ότι είναι αισχρό και θλιβερό να χαίρονται οι Έλληνες για λάφυρα – τρόπαια που τα κέρδισαν από τα ομόαιμα αδέλφια τους, δηλαδή από άλλες ελληνικές πόλεις, ενώ θα έπρεπε να πολεμούν από κοινού τους βαρβάρους και ιδιαίτερα τους Πέρσες. Δίκιο έχει! Κάποιος έπρεπε να μας τα πει από την καλή και από την ανάποδη. Ντροπή μας! Τονίζει τώρα  την ανάγκη για μια πανελλήνια σύμπραξη, ώστε όλοι μαζί να αντιμετωπίσουμε τους κινδύνους όσο το δυνατόν καλύτερα. «Ένωση»! Ωραίο ανέκδοτο! Στα αυτιά μου ηχεί η βροντερή φωνή του: «Υπό πολλών άξιοι θαυμάζεσθαι, ω άνδρες Έλληνες (= Αξίζετε τον γενικό θαυμασμό, Έλληνες) … «Αυτό το ξέρουμε», μουρμούρισα γεμάτος υπερηφάνεια… «Ας θυμηθούμε το ρητό «η ισχύς εν τη ενώσει», συμπληρώνει. Όσα λέει είναι σωστά και αδιαμφισβήτητα. Ο θερμός λόγος του αγγίζει τις καρδιές όλων μας που όρθιοι τον καταχειροκροτούμε. Κατάφερε να συμφωνήσουμε μαζί του και αποφασίσαμε να ενωθούμε όλοι εναντίον των κοινών μας προβλημάτων. Ξέρει να αγγίζει τον νου και τις καρδιές! Ο Γοργίας είναι ευφυής, διανοούμενος και προσπαθεί να κηρύξει την ομογνωμία και την συμφιλίωση των Ελλήνων που τρώγονται σαν τα σκυλιά. Ο καυγάς είναι στο αίμα μας … Δυστυχώς! Αλλά γιατί δυστυχώς; Ξαφνικά ένοιωσα υπερήφανος ακόμα και γι αυτό το εθνικό μας ελάττωμα. Είναι λογικό να τσακωνόμαστε. Είμαστε έξυπνος λαός με έντονη προσωπικότητα και διαφορετική γνώμη που πιστεύουμε πως είναι η καλύτερη. Τι να κάνουμε; Να μην την επιβάλουμε στους άλλους; Ο Γοργίας όμως έχει πανελλήνια αισθήματα, εξαιρετική πολιτική ωριμότητα και πολλά επιχειρήματα. Η ομόνοια, ως πολιτική έννοια άρχισε να ωριμάζει… Καιρός ήταν… Παρόλο τον θαυμασμό μου στον Γοργία, το μυαλό μου ταξίδεψε στο μέλλον. Ένας καλός ρήτορας δεν θα μπορούσε να αποπλανήσει τον λαό και να τον οδηγήσει σε σφάλματα; Ο Γοργίας μίλησε  στους αγώνες, μαζί με τον Θουκυδίδη τον Λυσία κ.α. ... Και φυσικά , τώρα είναι η σειρά μου. Στην ρητορική δεινότητα με ξεπερνάει, για να δούμε, θα τον ξεπεράσω εγώ στην φήμη  μετά τους Αγώνες; Ας πάω τώρα να δώσω λίγο νερό στα άλογά μου… Έχει πολύ ζέστη και η παραμονή στον ήλιο είναι μεγάλη δοκιμασία και γι αυτά, όπως είναι και για τους θεατές και για τους αθλητές!


Ακίρα    
[Οι εντυπώσεις ενός νεαρού γραμματικού που μπαίνει για πρώτη φορά στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας]
     Εδώ και καιρό ακούω για την παγκοσμίως γνωστή Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, έργο εμπνευσμένο από τον Αριστοτέλη. Ήρθε επιτέλους και η σειρά μου να την επισκεφτώ. Ως γραμματικός ήταν το μεγαλύτερο μου όνειρο μέχρι τώρα και ένα μέρος όπου μπορώ να επεκτείνω τις γνώσεις μου και να διευρύνω τους ορίζοντες μου.
    Η Βιβλιοθήκη περιβαλλόταν από αυλές και στο κέντρο βρισκόταν μια μεγάλη αίθουσα και ένα κυκλικό δώμα με παρατηρητήριο στην οροφή του. Μπαίνοντας στον χώρο  διέκρινα περίπου 35 με 40 άτομα που φαίνονταν για μόνιμοι εργάτες. Μερικοί μιλούσαν με τους επισκέπτες, άλλοι δίπλωναν παπύρους και καθάριζαν τον χώρο. Οι περισσότεροι όμως, λόγω της πλούσιας εκδοτικής δραστηριότητας, ήταν ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό, αρμόδιο για την αντιγραφή των κειμένων. Επίσης, εντύπωση μου έκανε το γεγονός ότι είχε ελεύθερη είσοδο, πράγμα που έκανε την γνώση προσιτή σε όλους, δημιουργώντας ένα κλίμα ισότητας μέσα στην Βιβλιοθήκη. Αυτό βέβαια σήμαινε ότι τα μέτρα ασφάλειας ήταν πολύ αυστηρά.  Προχωρώντας βαθύτερα στο χώρο, έμεινα έκπληκτος από την ποσότητα παπύρων που διέθετε η Βιβλιοθήκη. Ρώτησα έναν εργαζόμενο και η απάντηση του ήταν περίπου 700.000 χειρόγραφες περγαμηνές, από όλον τον κόσμο. Όλοι οι πάπυροι βρίσκονταν στις εξωτερικές αίθουσες του κτηρίου ή στην μεγάλη αίθουσα. Ταξινομούνταν σε σχάρες ειδικά κατασκευασμένες και οι καλύτεροι ήταν τυλιγμένοι σε λινό, δερμάτινο κάλυμμα. Πραγματικά, ένα πολύ ευχάριστο θέαμα για έναν γραμματικό σαν και εμένα. Η Βιβλιοθήκη συνολικά, περιέχει 3 μεγάλες ενότητες βιβλίων. Η πρώτη έχει κείμενα που αφορούν την ελληνική κλασική σκέψη και φιλοσοφικά κείμενα γύρω από αυτήν. Έπειτα, είναι ο τομέας που περιέχει όλες τις επιστολές, σημειωματάρια και ημερολόγια. Τέλος, η ενότητα που μου τράβηξε περισσότερο το ενδιαφέρον, γεμάτη με ξένη λογοτεχνία σε πρωτότυπο κείμενο αλλά και με μετάφραση στα Ελληνικά. Αυτό μου έδωσε την δυνατότητα να έρθω για πρώτη φορά, σε επαφή με διάφορα ευρωπαϊκά κείμενα. Αργότερα, πρόσεξα ότι υπήρχαν και άλλοι τομείς, όπως ο αιγυπτιακός ή αυτός της αστρονομίας. Ο αιγυπτιακός τομέας είχε ιερά αρχεία και αρχεία παρελθούσας παράδοσης και κληρονομιάς της Αιγύπτου που με βοήθησαν πολύ να ολοκληρώσω τις γνώσεις μου όσον αφορά την Αιγυπτιακή ιστορία.
     Γενικότερα, η συγκεκριμένη Βιβλιοθήκη λειτουργεί ως ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα στο οποίο μένουν και εργάζονται διασημότητες της επιστήμης, των γραμμάτων και των τεχνών. Είναι χώρος συζήτησης και μελέτης πολλών ποιητών, μαθηματικών, επιστημόνων άλλα και γραμματικών. Λόγω αυτού, είχα την τύχη να γνωρίσω μια από τις σπουδαιότερες διασημότητες της εποχής μου, και πρότυπό μου, που σε άλλες συνθήκες δεν θα μπορούσα να είχα συναντήσει ποτέ., τον …………  Ο χρόνος μου πέρασε πολύ γρήγορα και δημιουργικά, μιλώντας με τόσους διαφορετικούς ανθρώπους, γεμάτους με πληροφορίες και γνώσεις πέρα από τις δικές μου.
     Φεύγοντας από την Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας είχα πολλά διαφορετικά συναισθήματα, και ήξερα ότι ο χρόνος που αφιέρωσα εκεί δεν ήταν αρκετός. Είναι χωρίς αμφιβολία ένα από τα θαύματα του σύγχρονου κόσμου και η πιο οργανωμένη βιβλιοθήκη παγκοσμίως. Ένα από τα λίγα μέρη που σίγουρα θα ξανά επισκεπτόμουν.

Καλλιόπη
 [Οι εντυπώσεις ενός νεαρού γραμματικού που μπαίνει για πρώτη φορά στη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.]
Επιτέλους έφτασε η μεγάλη μέρα. Από μικρός είχα μία τεράστια επιθυμία, έναν ανεκπλήρωτο σκοπό και όνειρο: να μπω μέσα στην πιο ξακουστή, φημισμένη και πολυπόθητη Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας. Μεγάλοι ιστορικοί , σοφοί συγγραφείς ακόμα και μεγάλες προσωπικότητες, όλοι, οι πάντες - έστω και κρυφά- είχαν έναν κρυφό ή φανερό πόθο: να πατήσουν μία μέρα και αυτοί, όσο σημαντικοί και αν είναι, το πόδι τους σε αυτήν την θαυμαστή Βιβλιοθήκη και να μπορέσουν από μόνοι τους να εξερευνήσουν ό,τι έχουν πει  οι προηγούμενοι από αυτούς και να τα αξιολογήσουν. Κάτι που θα έπαιρνε χρόνια, δεκαετίες ολόκληρες για να το κάνουν σε ένα μόνο κομμάτι της, αφού όχι μόνο σε έκταση ήταν τεράστια αλλά και σε πλούτο, αυτό ήταν σίγουρο.
   Όλα αυτά τα χρόνια, κατά τη διάρκεια  της φοίτησής μου με πολλούς  δασκάλους, οι οποίοι είχαν επίσης τις ίδιες απόψεις και επιθυμίες με εμένα, φανταζόμουν το πώς θα μπορούσε να μοιάζει αυτή η Βιβλιοθήκη και τι θησαυρούς κρυμμένους θα μπορούσε να έχει μέσα της. Όταν φτάσαμε…! Ακόμα και απέξω ήταν τεράστια και επιβλητική, με εξαιρετική αρχιτεκτονική και υπέροχα σχέδια, τα οποία όμως δεν περνούσαν το όριο του λιτού. Όταν μπήκα μέσα, ήταν η ώρα  κατά την  οποία όχι μόνο θα επαληθεύονταν όλα όσα είχα σκεφτεί από μικρός  αλλά και ό,τι ποτέ δεν φανταζόμουν! Ακόμα και αν είχα μεγάλες προσδοκίες και απαιτήσεις για το πως θα ήταν, αυτό που αντίκρυσα  ξεπέρασε κάθε όριο. Ένας τεράστιος χώρος, με μαρμάρινα  πατώματα, και γεμάτος με τεράστια ράφια, από πάνω μέχρι κάτω στα οποία υπήρχαν χιλιάδες, αν όχι εκατομμύρια, βιβλία, πάπυροι , αρχεία και συγγράμματα. Τα ταβάνια ήταν πάρα πολύ ψηλά και έμοιαζε με τεράστιο ναό. Οι υψηλές οροφές είχαν πολλές λεπτομέρειες γύρω από τα τζάμια στην οροφή και σε μερικά σημεία  γύρω γύρω. Τα τζάμια ήταν εκείνα από τα οποία έμπαινε άπλετο φως, κάτι που έκανε τους πάντες να νιώθουν τεράστια αγαλλίαση και ευφορία, ήταν μία Βιβλιοθήκη θαύμα.
    Τότε ήταν και που, όταν προσπάθησα να συλλάβω, έστω και λίγο, το τεράστιο μέγεθός της, κατάλαβα ότι πραγματικά ήταν αδύνατον κάποιος να μελετήσει παραπάνω από ένα μικρό μέρος της.  Τα αρχαία και όχι μόνο αρχεία και οι παμπάλαιες αλλά πολύ σοφές συγκεντρωμένες καταγραφές, έκαναν το κτίριο εκείνο να είναι ένα μνημείο και μέρος θαυμασμού. Η συγκέντρωση αυτή των  αρχαίων πηγών  μας βοηθάει  να καταλάβουμε πολλά πράγματα και την φιλοσοφία των προγόνων μας. Κάτι τόσο πολύπλοκο, απαιτεί προφανώς πάρα πολλή μελέτη, η οποία μπορεί να πάρει μήνες ή ολόκληρα χρόνια. Για την μελέτη ενός και μόνο συγγράμματος ή βιβλίου. Εγώ είμαι πρόθυμος να περάσω ολόκληρη την υπόλοιπη ζωή μου εδώ, μελετώντας όσο μεγαλύτερο μέρος τους μπορώ, ευχόμενος μία μέρα να μπορέσω να έχω και εγώ τις δικές μου φιλοσοφικές απόψεις και αντιλήψεις! Με την ελπίδα κάποια μέρα να μπορέσω και εγώ τις γράψω και να φτιάξω κι εγώ κάτι σημαντικό αρκετά, έτσι ώστε να είναι άξιο να μπει και αυτό ανάμεσα σε όλα αυτά τα χιλιάδες βιβλία και να χαθεί και αυτό μαζί με τα άλλα, περιμένοντας τη σειρά του να διαβαστεί.  

Άνθιμος
[Ο Κωνσταντίνος παρουσιάζεται στο δικαστήριο της Ιστορίας επιθυμώντας να αποδείξει ότι δίκαια επονομάστηκε Μέγας]
O Κωνσταντίνος στο...   δικαστήριο 
(Ήρθε η μέρα. Ήρθε επιτέλους η  μέρα να κριθεί από την ίδια την Ιστορία με την ομάδα της αυτή η άκρως σημαντική υπόθεση, που έχει προβληματίσει ακόμα και τους πιο σπουδαίους ιστορικούς... Τελικά ο Κωνσταντίνος αξίζει να λέγεται Μέγας; 
Είναι νωρίς το πρωί. Η Ιστορία είναι καθισμένη στην έδρα της και περιμένει να ξεκινήσει η δίκη.)
-Να εισέλθει  στο δικαστήριο ο Κωνσταντίνος, παρακαλώ. 
[Προστάζει αρκετά ανυπόμονη.
Ο Κωνσταντίνος οδηγείται μέσα στην αίθουσα και παίρνει τη θέση  του μπροστά από την έδρα.)
-Βρισκόμαστε σήμερα εδώ για να την διαλευκάνουμε την υπόθεση σχετικά με την αναγόρευση του Κωνσταντίνου ως Μεγάλου. Ο Κωνσταντίνος κατηγορείται από αρκετούς ιστορικούς ότι  πρέπει να αποκαλείται Μέγας μονό για θρησκευτικούς  λόγους, οι οποίοι δεν είναι 100% ιστορικά επαληθεύσιμοι. Κύριε Κωνσταντίνε, έχετε τον λόγο. 
(Εκείνη την στιγμή η Θρησκεία, μέλος της ομάδας και συνάδελφος της Ιστορίας, την κοιτάει λίγο εκνευρισμένη. Μα κρατάει για λίγο και ο Κωνσταντίνος ξεκινάει:)
-Καλημέρα, θα ήθελα να σας παρουσιάσω τα επιχειρήματα υπέρ της αναγόρευσης. Αρχικά, οι μεταρρυθμίσεις μου σε όλα τα διοικητικά όργανα ήταν πολύ επωφελείς για την αυτοκρατορία. Το νόμισμα μου ήταν τεράστια επιτυχία και οι στρατιωτικός δυνάμεις  μου αποδείχτηκαν πολύ αποτελεσματικές. Οι εκστρατείες μου ήταν επιτυχείς και κατάφερα να ανακτήσω κατακτημένα εδάφη που ήταν παλιότερα μέρη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Η μεταστροφή στον Χριστιανισμό είναι και αυτή ένα κατόρθωμα μου και θα έπρεπε να θεωρείται τέτοιο  από όλους, είτε Χριστιανοί είτε όχι. Το ότι έγινα Χριστιανός το ξέρω ότι δεν σας αφορά, αλλά ήταν μία καινοτομία και το αποτέλεσμα αυτού ήταν η μείωση των ειδωλολατρών. Αυτό σημαίνει πως τουλάχιστον πλέον δεν θυσιάζουν άνθρωπος. Καλά δε λέω; 2019 δεν έχουμε; Το ότι όμως λέγομαι Μέγας μόνο για το τελευταίο το απαρνούμαι.
-Πολύ καλά. Κάνετε ένα διάλειμμα πέντε λεπτών,  ενώ εγώ θα το συζητήσω με την ομάδα μου.
(Και να, εδώ είμαστε που περνάνε παραπάνω από πέντε λεπτά και η Ιστορία τσακώνεται με την Θρησκεία,  ενώ ο Κωνσταντίνος περιμένει...)

Ραφαήλ
[Η τελευταία συνέντευξη του Κωνσταντίνου στην οποία αποκαλύπτει τη πραγματική του σχέση με τον Χριστιανισμό. ]

-Καλησπέρα, κύριε Κωνσταντίνε. Είμαι ο ιστορικός Βασιλόκριτος. Θα μπορούσα να σας κάνω μερικές ερωτήσεις;
-Ναι φυσικά. Από ότι ξέρετε απαντάω σε ορισμένες ερωτήσεις.
-Πολύ ωραία.
-Τι θα θέλατε να με ρωτήσετε;
-Πρώτ ’ απ’ όλα θα ήθελα να σας ρωτήσω γιατί διαλύσατε τον στρατό του Μαξέντιου στη Μουλβία Γέφυρα.
-Ήταν ένας ισχυρός αντίπαλος. Κάποιος έπρεπε να είναι βασιλιάς όλης της Ρωμαϊκής Οικουμένης. Αυτή η μάχη λοιπόν έδειξε από την αχή πως εγώ έπρεπε να είμαι αυτός ο κάποιος.
-Χμμ, ωραία. Επίσης, αληθεύει πως ο Λικίνιος τον οποίο συντρίψατε μετά ήταν σύμμαχός σας τότε για να συντρίψετε τον Μαξέντιο;
-Ω, ναι, φυσικά. Και βεβαία τον ευχαριστώ που με βοήθησε, χωρίς αυτόν θα ήμασταν ακόμη σε δύσκολες καταστάσεις.
-Καταλαβαίνω… Φήμες λένε πως στη Μουλβία Γέφυρα γνωρίζατε πως θα κερδίζατε. Αληθεύουν αυτές οι φήμες…
-Ναι,  φυ..
-Συγγνώμη δεν πρόλαβα να τελειώσω…  Και πού – συνεχίζω-  βασίσατε αυτήν σας τη νίκη;
-Τελειώσατε;
-Ναι, μπορείτε να απαντήσετε.
-Ωραία. Να λοιπόν. Αυτές οι φήμες αληθεύουν. Πριν την μάχη που λες, είχαμε παρατάξει τα στρατεύματά μας και ήμασταν έτοιμοι να παλέψουμε, όταν ξαφνικά εμφανίστηκε στην δική μου μεριά της γέφυρας ένας σταυρός..
-Ένας σταυρός;
-Ναι ένας σταυρός. Σε αυτόν βασίζω μάλιστα αυτή την εξαίσια νίκη μου!
-Γι’ αυτό βαπτιστήκατε Χριστιανός χθες;
-Ω, ναι! Γι’ αυτό!!
-Και  η τελευταία μου ερώτηση… Πριν βαπτιστείτε χριστιανός, πιστεύατε στον χριστιανισμό ή απλά τον χρησιμοποιήσατε;
-Θα σου απαντήσω αμέσως… Όμως θέλω να σε ρωτήσω κάτι πρώτα… Τι είναι αυτό το μηχάνημα με τους δύο κύκλους που γυρνάνε γύρω γύρω;
-Αυτή είναι η ολοκαίνουργια μου εφεύρεση… Το ηχογραφητήρι. Καταγράφει ήχους.
-Και δηλαδή, καταγράφει κι εμάς;
-Ναι.
-Α ωραία.., Λοιπόν εγώ με τον χριστιανισμό είχα μια σχέση…
-Να πάρει!!! Αγαπητοί αναγνώστες, αυτό το έγγραφο, για όποιον το διαβάσει, καταγράφει την πραγματική συζήτηση που είχα με τον αυτοκράτορα  Κωνσταντίνο, αλλά, δυστυχώς, πέθανε από φυσικά αίτια και πλάκωσε το ηχογραφητήρι…


Κατερίνα Σ.
[Το τελευταίο γράμμα ενός μονομάχου προς την αγαπημένη του, την παραμονή της μονομαχίας η οποία του στοίχισε τη ζωή]
Αγαπημένη μου Αμαντόρα,
      Πόσο μου λείπεις, πόσο θέλω να χαϊδέψω τα όμορφα μαλλιά σου! Δεν ξέρω αν θα μπορέσω να σε ξαναδώ ούτε αν μπορέσω να  σου στείλω γράμμα μου ξανά. Τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν όπως τα περίμενα. Πίστευα πως με τον χτεσινό αγώνα θα μπορούσα επιτέλους να ξεπληρώσω το χρέος μου ,όμως δεν αρκεί. Ο αυτοκράτορας είπε πως θα με κρατήσει παραπάνω. «Τίποτα δεν χορταίνει τα αδηφάγα μάτια των θεατών», είπε κι έφυγε χωρίς καν να κοιτάξει πίσω του.
        Ευτυχώς τα τραύματα μου δεν είναι τόσο βαριά, τουλάχιστον θα μπορέσω να πεθάνω με λίγη δόξα. Ο αγώνας θα γίνει αύριο , σε παρακαλώ μην έρθεις, δεν θέλω να δουν τα αθώα μάτια σου αυτό το δράμα. Άκουσα πως ο μονομάχος που θα πολεμήσω αύριο βρίσκεται εδώ υπό την δική του θέληση και την ευχαρίστηση του να σκοτώνει..
Σκέφτηκα να φύγω κρυφά το βράδυ, όμως υπάρχουν παντού φρουροί.. Δεν ξέρω αν υπάρχει άλλος τρόπος, αλλά και πάλι,  δεν θέλω να ζεις μια ζωή κυνηγημένη… Πόσο θα ήθελα να σε ξαναδώ μια τελευταία φορά…
Ο ήλιος δύει.  Ίσως αυτή είναι η τελευταία μέρα που μπορώ να μετανοήσω για τις πράξεις μου…
Θέλω να είσαι ευτυχισμένη και να ζήσεις μια όμορφη ζωή..
Προσευχήσου για μένα..
                                                                                                                Με αγάπη, Φεντερίκο

Μάρτα
[Οι σκέψεις και οι προθέσεις  του Διοκλητιανού για το μέλλον της αυτοκρατορίας την μέρα που κατακτά την εξουσία]
    284 μ.Χ. Μόλις έγινα αυτοκράτορας του ρωμαϊκού κράτους και έχω όλη την εξουσία πάνω μου. Τώρα τι κάνουμε; Μήπως όμως δεν θα έπρεπε να την έχω και όλη;  Λέω να προχωρήσω σε τολμηρές διοικητικές αλλαγές που κανένας άλλος αυτοκράτορας μέχρι σήμερα δεν έχει κάνει. Άρα, θα ξεκινήσω μοιράζοντας την εξουσία και αυτό σημαίνει πως θα πρέπει να παρέμβει άμεσα ο στρατός μου και να διαφυλάξω καλύτερα τα σύνορα καλού κακού,  μην έχουμ καμιά παραβίαση και τρέχουμε μετά… Σκέφτομαι εγώ να κυβερνήσω το ανατολικό τμήμα της απέραντης αυτοκρατορίας μου και να δώσω το δυτικό τμήμα στο καλό μου φίλο, τον Μαξιμιανό!!!Και ίσως να αλλάξω τα ονόματα μας και να μας βάλω τον τίτλο του… Αυγούστου!!! Όσον αφορά την εμφάνιση μου, από την άλλη, θα  ήθελα να φοράω ένα διάδημα και μια ωραία πορφύρα ώστε να φαίνομαι σεβαστό πρόσωπο και πάνω απ’ όλα  αρεστό στον λαό για να τον έχω όλο με το μέρος μου. Κι αφού είμαι σεβαστό πρόσωπο τότε καλό θα ήταν να με προσκυνάνε κιόλας. Τέλος,  θα τους επιβάλλω να με φωνάζουν ‘’Δία’’ , απαιτώντας τους πολίτες να με λατρεύουν ως θεό τους .Πιστεύω πως μπορώ να κάνω πολλά για αυτό το κράτος και ελπίζω να πάνε όλα καλά .
      Λοιπόν… Επειδή είναι αργά πια  και θέλω να ξεκουραστώ,  λέω να το αφήσω εδώ γιατί έχω άλλα πιο σημαντικά πράγματα να κάνω τώρα. Και όπως συνηθίζω να λέω: RES,NON VERBA .

Μιχαήλ Άγγελος
[Ένας πατρίκιος προσπαθεί να πείσει τους δικαστές να του επιτρέψουν να παντρευτεί μία πληβεία]. (Η  πληβεία προέρχεται από μια οικογένεια η οποία είχε πέσει αιχμάλωτη στα χέρια των Ρωμαίων. Αναγκάστηκαν λοιπόν να μετακομίσουν στην Ρώμη. Ζώντας ως πληβείοι είναι η κατώτερη τάξη στα μάτια όλων των Ρωμαίων και κυρίως των πατρικίων. Ο λόγος του πατρικίου ακολουθεί.)
“Κύριοι Δικαστές .Δεν σας απευθύνομαι ως πατρίκιος αλλά ως πληβείος. Έχετε προσπαθήσει να μπείτε ποτέ στην θέση μου; Έχετε νιώσει καθόλου συμπάθεια για εμένα; Μπορείτε να πείτε πως εγώ δεν ξέρω πως νιώθουν οι πληβείοι. Πως είμαι ένας πατρίκιος που ήμουν μια ζωή άνετος και δεν χρειάστηκε ποτέ να αγχωθώ για τίποτα. Μπορεί να έχετε δίκιο. Αλλά η γυναίκα που αγάπησα είναι πληβεία. Και το λέω χωρίς ντροπή. Μου έμαθε να σέβομαι τους συνάνθρωπους μου. Οποιασδήποτε τάξης και αν είναι. Με έκανε να νιώσω συμπάθεια για τους πληβείους. Με έκανε να τα ξανασκεφτώ όλα. Με έβγαλε από αυτήν την φούσκα εγωισμού όπου είμαστε όλοι οι Ρωμαίοι εγκλωβισμένοι. Νομίζουμε πως είμαστε ανώτεροι απ’ όλους λόγω της καταγωγής μας. Νομίζουμε πως έχουμε κάθε δικαίωμα να καταπατάμε όποιον ονομάζουμε εμείς κατώτερο. Νομίζουμε πως ο άλλος θα μας σέβεται και ότι θα μπορούμε να τον κάνουμε ό,τι θέλουμε, διότι αυτός είναι ένας θνητός μπροστά μας. Είναι ένα απόβρασμα. Θέλουμε να κατακτήσουμε όλον τον κόσμο και να κυριαρχούμε εμείς και η αλαζονεία μας. Και ρωτάω εσάς τους δικαστές: αυτό που κάνουμε εμείς οι Ρωμαίοι ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΑΙΟ; Η απάντηση είναι όχι....Ένα όχι μεγαλύτερο και από τον ίδιο τον εγωισμό μας. Κι αυτό σας το λέει ένας πατρίκιος. Ένας πατρίκιος που ήταν μια ζωή άνετος και δεν χρειάστηκε πότε να αγχωθεί για τίποτα. Και για κανέναν.

Όλγα
[Μια πατίκια προσπαθεί να πείσει το δικαστήριο να της επιτρέψει να παντρευτεί τον πληβείο  τον οποίο ερωτεύτηκε]
Κύριε δικαστά
 Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν μπορώ να παντρευτώ αυτόν τον απίστευτο άνθρωπο. Όλοι οι πληβείοι είναι καλοί άνθρωποι, απλά δεν τους αφήνετε να σας το δείξουν. Και αυτοί άνθρωποι είναι, σαν και εμάς. Δεν μπορεί μια πατρικία να παντρευτεί έναν πληβείο, επειδή έχει λιγότερα λεφτά η οικογένεια του; Δεν είναι τα λεφτά το θέμα σε μια σχέση αγάπης, αλλά τα αισθήματα που έχεις για το άλλο πρόσωπο. Πώς θα νιώθατε εσείς αν ήσασταν πληβείος και δεν σας αφήνανε να παντρευτείτε το άτομο που αγαπάτε; Οι άνθρωποι αυτοί δεν έχουν δικαιώματα, αλλά κανένας δεν μπορεί να τους απαγορεύσει το δικαίωμα στην αγάπη. Παρά τις δυσκολίες που έχουν, είναι ευτυχισμένοι άνθρωποι και πρόθυμοι να κάνουν τα πάντα για να τις ξεπεράσουν. Θέλετε να μάθετε πώς γνώρισα αυτόν τον άντρα; Έκανα βόλτα κοντά στο δάσος το μεσημέρι, όταν ξαφνικά ένας λύκος με πλησίασε με αυτό το αργό περπάτημα το οποίο έχουν  όταν είναι έτοιμοι να σου ορμήσουν. Μόλις με είδαν ο πληβείοι κάτοικοι έτρεξαν προς το μέρος μου φωνάζοντας και κρατώντας ξύλα για να τον τρομάξουν. Ύστερα με πήρε αυτός ο άντρας στο σπίτι του και με περιποιήθηκε. Μετά από όλες αυτές τις δυσκολίες που έχουν, δεν περίμενα να με βοηθήσουν. Αλλά το έκαναν. Γιατί δεν αξίζουν αυτά που και εμείς αξίζουμε; Τι διαφορετικό έχουν από εμάς; Ίσα ίσα που είναι πιο καλόψυχοι και γενναιόδωροι από εμάς. Δώστε τους κάποια βοήθεια και θα καταλάβετε ότι είναι εκπληκτικοί άνθρωποι. Εγώ αυτόν τον άνθρωπο τον αγαπώ και θα τον παντρευτώ ό,τι και αν αποφασίσει το δικαστήριο. Με κάνει χαρούμενη και θέλω να συναναστρέφομαι με άτομα που με κάνουν χαρούμενη σε αυτήν την ζωή. Αυτά είχα να σας πω. Ελπίζω να καταλάβετε ότι η αγάπη δεν έχει όρια και δεν βλέπει τα λεφτά και την προίκα.

                                                                                                                      Σας ευχαριστώ πολύ.
Κωνσταντίνος 
[Νεαρός ειδωλολάτρης  εν μέσω διωγμών από τους Χριστιανούς]

Πολίτου εντίμου υιός — προ πάντων, ευειδής

έφηβος του θεάτρου, ποικίλως αρεστός,
ενίοτε συνθέτω εν γλώσση ελληνική
λίαν ευτόλμους στίχους, που τους κυκλοφορώ
πολύ κρυφά, εννοείται — θεοί! να μην τους δουν
οι τα φαιά φορούντες, περί ηθικής λαλούντες —
στίχους της ηδονής της εκλεκτής, που πηαίνει
προς άγονην αγάπη κι αποδοκιμασμένη.


Ραφαέλα
 [Ο Τιβέριος Γράκχος ανακοινώνει τον  αγροτικό νόμο.]
(Μια ηλιόλουστη μέρα του Ιούνη στην Ρώμη, καθώς οι πολίτες έκαναν τις καθημερινές τους ασχολίες, μαθαίνουν πως πρέπει  να παραβρεθούν στην πλατεία για μια έκτακτη και σημαντική ενημέρωση.
Αφού συγκεντρώνονται όλοι στην πλατεία, όπου γίνονται όλα τα σημαντικά γεγονότα, ανεβαίνει πάνω σε μία εξέδρα ο βοηθός/σύμβουλος/δεξί χέρι  του Δημάρχου και αρχίζει να προαναγγέλλει περί τίνος πρόκειται.)
Σύμβουλος:
 - Αγαπητοί συμπολίτες και αγαπητές συμπολίτισσες. Κυρίες και κύριοι, καλησπέρα σας. Μαζευτήκαμε όλοι σήμερα εδώ για να γιορτάσουμε αυτό το ευτυχές γεγονός! Ο νέος μας Δήμαρχος βρίσκεται απόψε κοντά μας με την ιδέα ενός νέου και ριζοσπαστικού νόμου. Λοιπόν φίλοι και φίλες. Φίλτατοι θεατές. Ρωμαίες και~ Ώ Ρωμαίο, Ρωμαίο. Γιατί να είσαι ο Ρωμ~.
Τιβέριος:
 – Ναι, αγαπητέ μου σύμβουλε, ευχαριστώ για την προσφώνηση, αναλαμβάνω εγώ από δω και πέρα… Αγαπητοί  συμπολίτες.  Αρχικά θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που με τιμήσατε με την παρουσία σας. Έπειτα θα συνεχίσω με την πρότασή μου για έναν νέο νόμο που αποκαλώ «αγροτικό νόμο». Ο νόμος αυτός, λοιπόν, θα επιβάλλει, με λίγα λόγια, το μοίρασμα της έκτασης της γης των πλουσίων, και όχι μόνο, στους φτωχότερους και σε αυτούς που δεν έχουν καθόλου ή αρκετή γη. Ουσιαστικά, πρόκειται για έναν νόμο ο οποίος βασίζεται  στην ισοτιμία και την προσπάθεια εξισορρόπησης των κοινωνικών τάξεων. Περισσότερες λεπτομέρειες θα μάθετε σύντομα μέσα στην ερχόμενη βδομάδα.
Σύμβουλος:  – Συντονιστείτε και μάθετε στο επόμενο επεισόδιο τις λεπτομέρειες για τον αγροτικό νόμο και το νέο θέμα συζήτησης: «Ο θησαυρός της Περγάμου»



Χρυσή
[Ένας  νεαρός  Ροδίτης   που πρόσφατα  επισκέφτηκε  με τους γονείς μου την Ακρόπολη για πρώτη γράφει τις εντυπώσεις του]
   Στις 25\3\300 επισκέφτηκα την Ακρόπολη και είδα κτίσματα που εμπνεύστηκε ο Περικλής. Αυτό που μου κέντρισε  πιο πολύ το ενδιαφέρον  ήταν ο εντυπωσιακός Παρθενώνας  ένα κτίσμα πολύ προσεγμένο το οποίο φαίνεται να το  λάτρευαν  πολύ οι  κάτοικοι   της Αθήνας, ώστε να μπορούν να το διατηρούν πάντα  τόσο όμορφο. Φαίνεται ότι  είναι πάρα  πολύ  γνωστό, γι’ αυτό εξάλλου  θα είχε και τόσο  πολύ κόσμο και έκαναν όλοι σαν τρελοί για να προλάβουν  να δούνε  τα  πάντα. Καθώς περπατούσαμε προς την Ακρόπολη η όμορφα μας κυρίευσε με το που  φτάνουμε στην είσοδο. Ήταν κάτι τόσο όμορφο τα Προπύλαια, ήταν πραγματικά τόσο όμορφο. Οι κίονες ήταν πολύ  ψηλοί και γενικά όλο το οικοδόμημα ήταν πολύ όμορφα φτιαγμένο. Εκεί είχε και έναν ξεναγό που μας έδειχνε   τα πιο σημαντικά έργα. Εγώ  είχα απορία για το ποιος είχε πάρει την απόφαση να  φτιάξει αυτά τα όμορφα μνημεία, ρώτησα τον ξεναγό  και μου απάντησε  ότι ο Περικλής είχε προτείνει την ανάπλαση της Ακρόπολης .   Έτσι μας πήγε στα ποιο γνωστά κτίσματα: στον Παρθενώνα , στα Προπύλαια και στο Ερέχθειο. Το πρώτο ήταν ο Παρθενώνας η ανοικοδόμηση του οποίου άρχισε το 447 π.Χ. και ολοκληρώθηκε το 438 π.Χ..  Η δημιουργία του εξυπηρετούσε πολιτιστικές, οικονομικές, πολιτικές ανάγκες του Αθηναϊκού Δήμου την περίοδο όπου η Αθήνα ήταν  «Η ψυχή της Ελλάδος»,  μας είπε ο ξεναγός και συνέχισε μιλώντας και για τα άλλα δύο σημαντικά κτίσματα. Η ανοικοδόμηση των Προπυλαίων ξεκίνησε το 437 π.Χ. και σταμάτησε λόγω του Πελοποννησιακού Πόλεμου. Τα Προπύλαια αποτελούνταν από το κεντρικό οικοδόμημα και δύο χαμηλότερες πτέρυγες, τη βορειοδυτική και την νοτιοανατολική.  Τα Προπύλαια λειτούργησαν για τον αρχαίο επισκέπτη και λειτουργούν και για τον σημερινό επισκέπτη, εκατόν πενήντα χρόνια μετά, ως μια προετοιμασία, ως μια εικόνα για το τι θα ακολουθήσει στον εσωτερικό χώρο.  Τα υλικά για τη κατασκευή τους ήταν το πεντελικό μάρμαρο  και ο σκουρόχρωμος ελευσινιακός λίθος. Με την ολοκλήρωση των Προπυλαίων περίπου το 421 π.Χ.,  ξεκίνησε και η οικοδόμηση του Ερεχθείου.  Όμως οι εργασίες του σταμάτησαν λόγω των καταστροφικών εξελίξεων στην Σικελία.  Θα συνεχιστούν και θα ολοκληρωθούν λίγο αργότερα. Ο αρχιτέκτονας του παραμένει άγνωστος αν και μερικοί επιστήμονες λένε ότι μπορεί να είναι ο Μνησικλής, ο δημιουργός των Προπυλαίων. Πραγματικά είναι τόσο ενδιαφέροντα όλα αυτά. Τώρα καταλαβαίνω γιατί οι γονείς μου επέμεναν και μου εξήγησαν γιατί  είναι τόσο γνωστή η Ακρόπολη. Έκρυβε μια τόσο καταπληκτική ιστορία πίσω της,  την οποία  αξίζει να μαθαίνουμε. Είμαι πάρα πολύ χαρούμενος όπου έκανα αυτήν την επίσκεψη με τους γονείς μου . Ήταν μια καταπληκτική εμπειρία όπου δεν θα ξεχάσω ποτέ στην ζωή μου

Άρης
[Τριάντα χρόνια μετά την «στάση του Νίκα» ένας πατέρας εξηγεί στο γιο του τι έγινε πραγματικά]
Η Θεοδώρα  ήταν εκείνη κατά την  διάρκεια της στάσης που έπεισε τον Ιουστινιανό να μην τραπεί σε φυγή αλλά να παλέψει για το θρόνο του. Ο αυτοκράτορας μας, ο Ιουστινιανός, ακολουθούσε τότε μία πολιτική συγκεντρωτικής μοναρχίας. Στόχος? Να αναβιώσει τη δόξα της αυτοκρατορίας κάνοντας τεράστια κατασκευές όπως έναν ιππόδρομο μισό χιλιόμετρο! Αλλά πολύ ακριβές!! Οπότε, για να μαζέψει τα λεφτά, επέβαλε πολύ μεγάλους φόρους στο λαό του. Με αποτέλεσμα ο λαός του να μην τον πολύ συμπαθεί, όχι πως τον ενδιέφερε και ιδιαίτερα τον αυτοκράτορα, αν και, όπως αποδείχθηκε, θα έπρεπε.  Ο λαός κατέφυγε στον ιππόδρομο (αυτόν που είναι μισό χιλιόμετρο) που θεωρούνταν κέντρο της δημόσιας ζωής. Στις 13 Ιανουαρίου 532μ. Χ. τα αθλητικά σωματεία των Πρασίνων και των Βενετών εξεγέρθηκαν εναντίον του. Ο ίδιος ο Ιουστινιανός ήθελε να φύγει από τη πόλη όμως η γυναίκα του, η Θεοδώρα, που ήταν και 15 χρόνια νεώτερή του, δεν συμφωνούσε ιδιαίτερα. Είχε προβλέψει μάλιστα το ποσό σημαντικότερη είναι η Ανατολή από την Δύση όπου ήθελε να αποδράσει ο Ιουστινιανός οπότε τον απέτρεψε λέγοντας του: «Και την στιγμή που δεν θα απόμενε άλλη σωτηρία από την φυγή, εγώ δεν θα φύγω, δεν θέλω να δω μέρα που να μην με αποκαλούν αυτοκράτειρα. Αν θες εσύ να φύγεις, φύγε, χρήματα έχεις, τα καράβια είναι έτοιμα, η θάλασσα ανοιχτή και τα σκυλιά δεμένα». Τότε ο Ιουστινιανός πείστηκε και διέταξε τους στρατηγούς και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα!
Εεε,  σχεδόν...
Μετά από λίγο, τους εξαπάτησε, τους έκλεισε όλους μέσα στο ιπποδρόμιο και τους έσφαξε.

Αναστασία Ζ.
[Οι σκέψεις ενός πληβείου ενώ περιμένει να γίνει μια δίκη το αποτέλεσμα της οποίας θα κρίνει αν θα το επιτραπεί να παντρευτεί την πατρικία με την οποία είναι ερωτευμένος  ]
Σήμερα είναι η μέρα. Απόψε θα γίνει το δικαστήριο που η απόφαση του θα καθορίσει  το μέλλον μου. Μακάρι να το δεχτούν, να αφήσουν στην άκρη τις διαμάχες των τάξεων μας και να καταλάβουν πόσο πολύ την αγαπώ και το τι είμαι διατεθειμένος να κάνω για εκείνη και το μέλλον μας. Ξέρω πως ξεπερνάει κάθε λογική ένας πληβείος να παντρευτεί μια πατρικία, αλλά αξίζει να προσπαθήσω για την αγάπη μας. Ετοιμάζομαι για το δικαστήριο.  Θα βάλω κάτι σοβαρό για να μην έχουν να λένε και άλλα εκτός από το ότι είμαι πληβείος...
( Ένα τέταρτο μετά την έναρξη της δίκης,  στο δικαστήριο)
Επιτέλους,  μου απευθύνουν τον λόγο. Τρέμω για το τι θα γίνει, δεν μπορώ να βγάλω άχνα, όμως δεν τα παρατάω! Εφόσον έχω γίνει ήδη ρεζίλι, αφού με περιμένουν εδώ και κάποια ατελείωτα λεπτά να μιλήσω, αποφασίζω να ξεκινήσω :
«Ξέρω πως οι περισσότεροι, αν όχι όλοι, διαφωνείτε με αυτόν τον έρωτα και αυτόν τον γάμο που θέλουμε να κάνομε  εγώ και η αγαπημένη μου. Δεν σας κατηγορώ, άλλωστε πού έχει ξανακουστεί γάμος ανάμεσα σε μια πατρικία και έναν πληβείο;  Όμως θεωρώ και ξέρω πως η αγάπη μας όλα τα νικά και θα αντέξει όποια και αν είναι η απόφαση! Για αυτό θα σας παρακαλούσα να μας αφήσετε να ζήσουμε ευτυχισμένοι!»
( Αμέσως όλοι όσοι βρίσκονταν στο δικαστήριο και παρακολουθούσαν άρχισαν να χειροκροτούν)
 Όμως το δικαστήριο είχε εξαρχής άλλα σχέδια και δεν το επέτρεψε. Την πήραν από εκεί μέσα και ένοιωσα την καρδιά μου να σπάει. Δεν την ξαναείδα από τότε και μάλλον δεν θα το τη ξαναδώ ποτέ.

Λίζα
[Στα χρόνια της στρατιωτικής αναρχίας]
«Το ημερολόγιο μιας αυτοκράτειρας»
  Ξύπνησα σήμερα το πρωί πιασμένη. Είχα αυτή την αίσθηση πως όλα θα πήγαιναν στραβά σήμερα και δεν υποτιμώ ποτέ το ένστικτο μου. Είχε λίγη ψύχρα αυτό το φθινοπωρινό πρωινό και έτσι αποφάσισα να μείνω λίγο ακόμα ξαπλωμένη μέσα στα ζεστά μου σκεπάσματα.
  Μετά από λίγη ώρα ακούστηκε το χαρακτηριστικό χτύπημα της καμαριέρας στην πόρτα. Δεν είχα καμία διάθεση να της απαντήσω, αλλά σκέφτηκα πως κοιμήθηκα αρκετά και αν δεν αποκρινόμουν αυτό θα δυσαρεστούσε τον αυτοκράτορα σύζυγό μου.
   Ψέλλισα μέσα από τα δόντια μου πως κάτι σήμερα θα μου έφτιαχνε τη διάθεση δίνοντας μου ένα κίνητρο να σηκωθώ. Μισάνοιξα την πόρτα και κοίταξα έξω. Κανείς. Θα μπορούσα να κλέψω λίγα λεπτά ύπνου ακόμα. Όμως ένα αίσθημα πείνας με κατέκλυσε και αποφάσισα να κατέβω στην μεγάλη τραπεζαρία να τσιμπήσω κάτι.
   Παρά την πρωινή ώρα όλα ήταν έτοιμα για τη δεξίωση. Όλοι οι στρατηγοί της αυτοκρατορίας θα μαζευόντουσαν για να συζητήσουν τα εσωτερικά και τα εξωτερικά προβλήματα της. Ο αυτοκράτορας θα τους συναντούσε μάλλον σε κάποιο κομβικό σημείο για να κατευθυνθούν όλοι μαζί προς την Πόλη.
 «Γιατί να μην εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία για μια ωραία βόλτα;» μου είχε πει μια μέρα πριν αναχωρήσει. Έχω απλά έγνεψα καταφατικά και προσευχήθηκα για την ασφάλεια του κατά τη διάρκεια του ταξιδιού. Την επόμενη ανέβηκε στο άλογό του και κάλπασε με τη συνοδεία φρουράς  έξω από τα τείχη του κάστρου.
   Όταν επανήλθα στην πραγματικότητα κατάλαβα πως μου μιλούσαν. Αγχωμένες φωνές οι οποίες μιλούσαν όλες ταυτόχρονα. Έγνεψα γρήγορα να ησυχάσουν και κάθισα. Έχουν περάσει εφτά μερόνυχτα. Πού είναι ο σύζυγός μου; Με δυσκολία κατάφερα να ξεχωρίσω μερικές λέξεις από το στόμα μερικών, «προδοσία..., μέσα από τα δέντρα…, μάχη μέχρι τελικής πτώσεως…». Ένιωσα τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Και τότε σκοτάδι.
~ * ~ * ~
  Αισθάνθηκα κάτι βρεγμένο στο πρόσωπο μου. Με δυσκολία άνοιξα τα μάτια μου. Και τότε τον είδα… Στεκόταν εκεί στη γωνία στον τοίχο. Φορούσε καθαρά ρούχα  και με κοιτούσε με ένα λυπημένο βλέμμα. Άφησα παράμερα το πανί πάνω στο κούτελό μου και ανακάθισα.
 «Είσαι εδώ… είσαι στ’ αλήθεια εδώ… ζωντανός!»
«Όχι»
«Αφού σε βλέπω εδώ μπροστά μου!»
«Ήρθα να σε αποχαιρετίσω»
«Πού θα πας;»
«Δεν θα με ξαναδείς»
Και τότε συνειδητοποίησα…
«Είσαι νεκρός;» ρώτησα μέσα από τους λυγμούς μου.
«Ναι» είπε και κάθε λεπτό που τον κοίταζα  ξεθώριαζε η εικόνα του και το πρόσωπο του γινόταν ακόμα πιο ανέκφραστο.
«Δηλαδή ονειρεύομαι…» είπα σφουγγίζοντας τα δάκρυα από τα μάτια μου.
«Ναι»
«Ποιος σου το έκανε αυτό; ΠΟΙΟΣ;!»
«Μία μέρα ο γιος μας θα τον τιμωρήσει. Θα καταλάβει.»
«Δεν θα φύγεις… όχι σε παρακαλώ μη με αφήνεις»
«Να προσέχεις» είπε και άγγιξε το χέρι μου.
~ * ~ * ~
  Ξύπνησα από αυτό το λήθαργο με το πανί πάλι στο κούτελό μου. Τίποτα δεν αποδείκνυε την επίσκεψη του συζύγου μου στο δωμάτιο. Ένας λυγμός και μια κραυγή απόγνωσης ήθελαν να βγουν από μέσα μου. Αλλά συγκρατήθηκα με δυσκολία. Θυμήθηκα τα λόγια του. Πρέπει να παλέψω για χάρη τους. Πρέπει να κυβερνήσω. Άγγιξα τη φουσκωμένη μου κοιλιά και μουρμούρισα:
«Λοιπόν… μείναμε τα δύο μας».
~ * ~ * ~

 Μαρία Ν.
[Η επιστολή ενός μονομάχου στη μάνα του πριν  την τελευταία μάχη στην οποία θα πεθάνει]
Μάνα….
             Ξέρω ότι με αυτό που πάω να κάνω σε στεναχωρώ αλλά πρέπει να φανείς δυνατή …
Με όλη την αγάπη που σου έχω στο υπόσχομαι ότι θα έρθω  νικητής  από αυτή την μάχη  Μάνα, δεν θέλω να μάθω ότι αυτά τα πανέμορφα σου ωκεάνια μάτια γέμισαν με δάκρια από λύπη,  αλλά μόνο από χαρά και περηφάνια.
     Αν είναι το τελευταίο γράμμα που σου γράφω,  θέλω να ξέρεις ότι σε αγάπησα από την πρώτη στιγμή που άκουσα αυτή την γλυκιά φωνή σου,  όταν με έφερνες σε τούτο τον πικρό κόσμο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ αυτή την φράση που μου είχες πει: «Έκανα 9 μήνες για να σου φτιάξω την καρδούλα σου,  μην αφήσεις κανένα να στην διαλύσει». Αχχ, ρε Μάνα! Είσαι μια  αληθινή  γυναίκα, είσαι μια ηρωίδα. Πάω εκεί για να σε κάνω περήφανη. Πάω εκεί για να κερδίσω και να σου ανταποδώσω όσα έχεις κάνει εσύ για εμένα τόσα χρόνια .
     Σε ευχαριστώ για όλα. Δεν ξέρω αν πρέπει να σου πω αντίο ή τα λέμε …Δεν ξέρω αν ετούτα τα χέρια πιάσουν ξανά μελάνι για να γράψουν σε χαρτί. Δεν ξέρω αν ξανά  θα έχεις δικό μου γράμμα για να μάθεις τα νέα μου… Θέλω να πιστέψεις σε εμένα και να λες ότι ναι ο γιός μου θα έρθει ζωντανός, ότι, ναι, θα τα καταφέρει γιατί, ναι ρε μάνα, θα τα καταφέρω για εσένα, μόνο για την γυναίκα που θα είναι πάντα εδώ για εμένα, για την γυναίκα που δεν θέλω να δω να κλαίει πάνω στον τάφο μου, για τη μάνα που θέλω να χαμογελάει για εμένα και όχι να κλαίει
                                                                                                                                      Από τον γιο σου 
                                                                                                        Θα τα πούμε,  σ’ αγαπώ !!!
Μαρίττα
[Η επιστολή ενός μονομάχου στη μάνα του πριν  την τελευταία μάχη στην οποία θα πεθάνει]
Αγαπημένη μου μητέρα,
 Αγαπημένη μου μάνα… Σήμερα μου επέβαλαν να πολεμήσω με ένα λιοντάρι..Είναι σίγουρο πως δεν μπορώ να νικήσω ένα τεράστιο ζώο σαν το λιοντάρι… Με κυριεύει το άγχος και ο πόνος πως εγώ, ένας μεγάλος μονομάχος, πρέπει να ανταγωνιστώ  ένα ζώο,  ένα ζώο που όλοι ξέρουν ότι θα με κατασπαράξει μόνο με μια χαψιά. Μανούλα μου, συγγνώμη για το κακό που θα σου κάνω… Συγγνώμη που δεν μπόρεσα να σε κάνω ευτυχισμένη και να σου φέρω μια αγαπημένη και μια εγγονούλα… Συγγνώμη μάνα που δεν προσπάθησα και έγινα μονομάχος, ένας δυστυχισμένος μονομάχος.. Μάλλον θα μπορούσα να επανορθώσω όταν τελείωνα όλες τις μάχες..αλλά δεν νομίζω να γλυτώσω σήμερα. Συγγνώμη . Σ’ αγαπάω. Δεν θέλω να πω πολλά..Ένα ευχαριστώ και ένα είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου! Σε μια ώρα μπαίνω στο πεδίο της μάχης. Με δάκρυα στα ματιά σε αποχαιρετώ και σου δίνω μια συμβουλή..Να χαμογελάς και να προσέχεις όπως μου έλεγες μικρός..! Είσαι τέλεια,  σ’ αγαπώ !

Κατερίνα Κ.
[Ένας γραμματικός πάνω από τα αποκαΐδια της Βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας από την καταστροφή στα χρόνια το αυτοκράτορα Αυρηλιανού.  ]
Τι καταστροφή.  Η Βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας είχε πάρα πολλά και σημαντικά έγγραφα και βιβλία. Πολλά από ατά  χάθηκαν ή κάηκαν μετά από αυτήν την καταστροφή. Εάν υπήρχαν αυτά, θα είχαμε πάρα πολύ μεγάλο πνευματικό πλούτο για να γνωρίσουμε το πολιτισμό που υπήρχε την εποχή  μας. Το μέρος των βιβλίων που καταφέραμε να σώσουμε είναι μικρό σύμφωνα με την έκτασή της . τι να κάνομε όμως.
Είναι κρίμα για τον χαμό τόσων πολλών χειρογράφων. Πρέπει να διατηρήσουμε πάση θυσία όσα έμειναν.

Μαρία Μ.
[Η επιστολή ενός μονομάχου στη μάνα του πριν  την τελευταία μάχη στην οποία θα πεθάνει]
Αγαπημένη μου μητέρα.
  Ξέρεις ότι είμαι πια  ένας μονομάχος ο οποίος αναγκάζομαι να πολεμώ και να διασκεδάζω το κοινό κατά την παράδοση η οποία δημιουργήθηκε ήδη από τα χρόνια της Δημοκρατία. Κάθε μέρα στο Κολοσσαίο, μετά τις εντολές το αφεντικού μας  οδηγούμαστε  σε βίαιες συγκρούσεις με άλλους μονομάχους. Πολεμούμε μέχρι το αίμα , μέχρι την στιγμή όπου ένας από εμάς θα πεθάνει. Μερικοί μονομάχοι είναι εθελοντές που διακινδύνευσαν τη νομική και κοινωνική θέση τους, καθώς της ζωές τους με την εμφάνιση στην αρένα. Οι περισσότεροι όμως μονομάχοι είμαστε περιφρονημένοι σκλάβοι που εκπαιδευτήκαμε  κάτω από σκληρές συνθήκες,  Πάρα πολλές φορές οδηγήθηκαν ακόμη και στο θάνατο κατά την εκπαίδευση μας αρκετοί. Όταν πολεμούσαμε μπροστά σε όλον τον κόσμο σκεφτόμουνα και παρακαλούσα τον Χρίστο να με προστατέψει και να μην πεθάνω.  Μετά την μονομαχία , ο αφέντης μας έδωσε λίγα λεφτά και μας επέτρεψε  να πάρουμε φαΐ και ρούχα . Τώρα μαμά μου,  αγαπημένη μου που σου γράφω, σκέφτομαι εσένα και τους υπόλοιπους από την οικογένεια. Μου λείπετε πάρα πολύ

Νίκος Μ. 
[Το τελευταίο γράμμα ενός μονομάχου]
Μητέρα,
αυτό είναι το τελευταίο γράμμα που θα πάρεις από εμένα, αφού αύριο θα μονομαχήσω με τον πρωταθλητή της Ρώμης. Ακόμα και να νικήσω την μάχη ο Καίσαρας είπε ότι δεν θα με αφήσει ελεύθερο επειδή το έγκλημα που διέπραξα είναι προσβολή και στους ιδίους τους θεούς. Στο είχα πει πριν φύγω για τον ναό με σκοπό την δολοφονία του Καίσαρα ότι το πιο πιθανό είναι να μην ξαναγυρίσω και έτσι άρχισε αυτό το ταξίδι μου σαν κρατούμενος μονομάχος και αύριο τελειώνει. Θάνατο μου προγράφει η μοίρα μου.
        Σε ευχαριστώ για όλα όσα έκανες για εμένα και ελπίζω να με συγχωρέσεις για όλα τα προβλήματα και την τυραννία που σου προκάλεσα σαν παιδί και για αυτήν την απόφαση της ζωής μου. Μην αφήσεις τον θάνατο μου να σε τραβήξει κάτω. Ζήσε σαν περιφανή μανά κάποιου που συμμετείχε στον αγώνα για την ελευθέρια. Αν και δεν πρόλαβα να σου αφήσω εγγόνια, έχεις ακόμα τον αδερφό μου, τον μικρότερο σου γιο, αυτός θα συνεχίσει την οικογένεια και θα είναι ο άντρας στο σπίτι πλέον.
    Θέλω να ξέρεις ότι έφυγα χαρούμενος επειδή ήταν γραφτό μου να πολεμήσω για την ελευθέρια του λαού μας. Έφυγα γεμάτος ελπίδα ότι μια μέρα θα αποκτήσουμε αυτό για το οποίο έχουν πέσει οι πολεμιστές μας. Θέλω να ξέρεις ότι έζησα όσο πιο καλά γινόταν να ζήσει ένας αγωνιστής. Αύριο μετά τους αγώνες θα απελευθερωθεί ο καλύτερος μου φίλος και συναγωνιστής Αριστοτέλης του Γάιου.  Μεγαλώσαμε μαζί, ήσουν σαν δεύτερη μητέρα για αυτόν, στάθηκες διπλά του όταν το χρειαζόταν. Ελπίζω αυτός να σου μεταφέρει το γράμμα αυτό. Λυπάμαι που θα πρέπει να δει τον καλύτερο του φίλο να σφαγιάζεται αύριο στην αρένα, αλλά δεν πρέπει να το βάζουμε κάτω, όσο προσπαθούμε τόσο πιο πολύ πλησιάζουμε στην νίκη αυτού του πολέμου.
     Θα σε δω στην άλλη ζωή, πέρα από τον Όλυμπο. Ο Δίας και η Αθηνά να είναι προστάτες σας και να σας καθοδηγούν, εύχομαι.  Σε ευχαριστώ για όλα.
                                                                                                                         Ο γιος σου Ξενόκριτος.

Μαργέννα
[Ο Τιβέριος Γράκχος κατά τη διάρκεια της ψήφισης το Αγροτικού νόμου]
«Τι να κάνω;» ( σκεφτόταν συνέχεια ο Τιβέριος).  « Πώς θα καταφέρω να βοηθήσω τόσο κόσμο ενώ έχω την Σύγκλητο να με εμποδίζει;»
(Αποφάσισε να απευθυνθεί σε άτομα ανώτερων τάξεων ώστε, με τη συγκατάθεση τους και για να το κάνει γρηγορότερα, να εισαγάγει  τον νόμο στην Εκκλησία του Δήμου.  Κι είπε:)
   «Συμπολίτες! Είμαι στην ευχάριστη θέση να σας ανακοινώσω έναν νέο νόμο, που θα φέρει δικαιοσύνη ανάμεσά μας, και θα συμβάλλει στην πρόοδο  της πατρίδας μας! Ο Αγροτικός νόμος,  όπως τον ονόμασα, λέει πως κανένας πολίτης δεν θα μπορεί να έχει  έκταση γης μεγαλύτερη από 500 πλέθρα. Εξαιρούνται, όσοι έχουν αρσενικά παιδιά, τα οποία δικαιούνται από 250 πλέθρα το καθένα. Σε καμία περίπτωση  όμως δεν επιτρέπεται η κατοχή περισσότερων από 1000 πλέθρα γης!»
( Έκανε μια παύση και κοίταξε το ακροατήριο. Πολλοί συγκλητικοί έμοιαζαν δυσαρεστημένοι, εκνευρισμένοι. Συνέχισε τον λόγο του. )
«Οι ακτήμονες  θα δικαιούνται από 30 πλέθρα γης ο καθένας, για να φτιάξουν τη ζωή τους από την αρχή.»
   (Οι αντιδρώντες στράφηκαν στον Οκτάβιο και τον παρακάλεσαν να αντιταχθεί στις ενέργειες του Τιβέριου. Τον έπεισαν και όταν διεξήχθη ψηφοφορία, σηκώθηκε και προέβαλε ένσταση. Τότε ο Τιβέριος απέσυρε τον νόμο και αντ’ αυτού υπέβαλλε άλλον, ο οποίος όριζε ότι η απαλλοτρίωση των υπέρ τα 500 πλέθρα δημόσιων κτημάτων θα γίνεται χωρίς καμία αποζημίωση στους κατόχους που παρανόμως τα κατέχουν.


Λορέντζος
Καλλιπάτειρα εξηγεί στους ελλανοδίκες γιατί παραβίασε το νόμο ο οποίος  απαγόρευε στις γυναίκες να παρακολουθήσουν τος Ολυμπιακούς Αγώνες ]

«Ἀρχόντισσα Ροδίτισσα, πῶς μπῆκες;
Γυναῖκες διώχνει μιὰ συνήθεια ἀρχαία
ἐδῶθε.» «Ἔχω ἕνα ἀνίψι, τὸν Εὐκλέα,
τρία ἀδέρφια, γιό, πατέρα, Ὀλυμπιονίκες·

νὰ μὲ ἀφήσετε πρέπει, Ἑλλανοδίκες,
κι ἐγὼ νὰ καμαρώσω μὲς τὰ ὡραῖα
κορμιά, ποὺ γιὰ τὸ ἀγρίλι τοῦ Ἡρακλέα
παλεύουν, θαυμαστὲς ψυχὲς ἀντρίκειες.

Μὲ τὲς ἄλλες γυναῖκες δὲν εἶμ᾿ ὅμοια·
στὸν αἰῶνα τὸ σόι μου θὰ φαντάζει
μὲ τῆς ἀντρειᾶς τ᾿ ἀμάραντα προνόμια·

μὲ μάλαμα γραμμένο τὸ δοξάζει
σὲ ἀστραφτερὸ κατεβατὸ μαρμάρου
ὕμνος χρυσός, τοῦ ἀθάνατου Πινδάρου.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: