Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Τρίτη, 16 Δεκεμβρίου 2014

Της νύφης που κακοπάθησε - Δημοτικό τραγούδι

Με την παραλογή "Της Νύφης που κακοπάθησε" ασχολήθηκαν οι μαθήτριες του Δ1 του Μουσικού Σχολείου Ρόδου Πετρούλα, Ελεάννα Κων.  Μαίρη και Μαριλένα και πάνω στις σημειώσεις τους βασίζεται η σημερινή ανάρτηση. 
Η παραλογή πραγματεύεται το πολύ συνηθισμένο από την αρχαιότητα ήδη θέμα της μεταβολής της τύχης. Περισσότερα για τις παραλογές και γενικά για το  δημοτικό τραγούδι δείτε εδώ.
ΓΕΝΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Τόπος: Άδηλος
Χρόνος: Άδηλος
Κύρια Πρόσωπα: Ελένη,  Μάνα
Δευτερεύοντα Πρόσωπα: Δούλες, Νιος
ΑΦΗΓΗΜΑΤΙΚΕΣ ΤΕΧΝΙΚΕΣ
1)Τριτοπρόσωπη αφήγηση, με μηδενική εστίαση,  από έναν παντογνώστη αφηγη
2)Διάλογος Ανάμεσα στην Ελένη και τον άντρα της, την Ελένη και τις δούλες και ανάμεσα στην μητέρα και τις δούλες.
3)Μονόλογος:  Ελένη
Η ΥΠΟΘΕΣΗ:
Η παραλογή "Της νύφης που κακοπάθησε" ξεκινάει με μία κατάσταση ευτυχίας. Η Ελένη, μία πλούσια κοπέλα, παντρεύεται με προξενιό έναν πλούσιο νέο στα ξένα. Ο πλούτος της οικογένειας φανερώνεται από τον χρόνο προετοιμασίας των προικιών, την ποσότητα και την αξία τους. Όλα τα μέλη της οικογένειας συνεισφέρουν στην προίκα της κόρης, δείχνοντας ενδιαφέρον και στοργή. Ακολουθεί μεταβολή της τύχης και από την  προηγούμενη κατάσταση ευτυχίας περνάμε σε μία κατάσταση φτώχειας και κοινωνικού ξεπεσμού του ζευγαριού. Η Ελένη και όλη η οικογένεια του άντρα της αναγκάζονται να ξενοδουλεύουν. Έτσι, μια γιορτινή μέρα, παίρνει την απόφαση να γυρίσει στο σπίτι της, έστω και για να  δουλέψει σα δούλα. Συνάντάει  άλλες δούλες της οικογένειάς της στη βρύση και τις παρακαλεί να την βοηθήσουν. Η μάνα της, που ελπίζει κάποτε να ξαναδεί την κόρη της, τις προστάζει να τοποθετήσουν την άγνωστη στο αργαλειό της κόρης της.   Τέλος, γίνεται αναγνώριση της Ελένης από τη μητέρα της, αφού άκουσε το μοιρολόι της και κατάλαβε πως ήταν εκείνη. Τέλος καλό,  όλα καλά.
ΤΑ ΠΡΟΣΩΠΑ:
Ελένη:
Τραγικό πρόσωπο γιατί η μεταβολή της τύχης την οδήγησε στην ανέχεια, ενώ ήταν συνηθισμένη στα πλούτη. Είναι όμως αποφασιστική και δυναμική, διότι παίρνει την απόφαση να επιστρέψει στους δικούς της με δική της πρωτοβουλία, χωρίς τη συναίνεση του άντρα της. Είναι αγαθός άνθρωπος και καταλαβαίνει ότι στη ζωή σημασία έχει η αγάπη και όχι ο πλούτος.
Νιός (Άντρας της Ελένης):
Βιώνει οικονομικές δυσκολίες. Αισθάνεται ντροπή και φόβο, διότι ανάγκασε τη γυναίκα του να ξενοδουλεύει και να ζει υπό  δυσάρεστες συνθήκες. Διστάζει να πάει μαζί της, επειδή φοβάται την αντίδραση των δικών της. Η οικονομική καταστροφή την οποία βιώνει, αν και δεν φταίει, τον έχει αποστερήσει ουσιαστικά από την ανδρική/συζυγική του ιδιότητα.
Μητέρα της Ελένης:
Συναισθηματική. Αγαπάει πολύ την κόρη της και αυτό φαίνεται από τα προικιά που της δίνει κρυφά, αλλά και από το γεγονός ότι δεν παύει ποτέ να περιμένει τον γυρισμό της. 

 Δούλες: 
Δευτερεύοντα πρόσωπα. Ψυχοπονιάρες, λυπούνται την άγνωστη κοπέλα, η οποία είναι η Ελένη, και τελικά προκαλούν το ευτυχισμένο τέλος . 
ΑΝΑΛΥΤΙΚΟΤΕΡΑ
Το ποιήμα ξεκινάει σε μια κατάσταση ευτυχίας. Η Ελένη παντρεύεται και τα προικιά είναι πάρα πολλά. Αυτό τονίζεται στους δυο πρώτους στίχους με την επανάληψη ελαφρώς  παραλλαγμένου του πρώτου ημιστίχιου στο δεύτερο, ένα συχνό χαρακτηριστικό των δημοτικών τραγουδιών. Το μέγεθος του πλούτου τονίζεται στο υπόλοιπο της πρώτης στροφής με τη χρήση του σχήματος των τριών, και μάλιστα εις διπλούν. Απαριθμούνται δηλαδή όσα της δίνει ο πατέρας της, όσα της δίνουν τα αδέρφια της και στο τέλος, (σε δύο στίχους) τα σημαντικότερα, αυτά που της δίνει η μάνα της, τα οποία είναι και αυτά τρία στον αριθμό. Η έμφαση στις προσφορές της μάνας αποτελεί ένα είδος προοικονομίας, καθώς μαρτυρεί την αγάπη της και τη λαχτάρα της να ξαναδεί την κόρη της που φαίνεται στο τέλος.
Στη δεύτερη στροφή ο τόνος αλλάζει με την χρήση μιας τυπικής φράσης στα δημοτικά τραγούδια: 
"Μα ‘ρτανε οι χρόνοι δίσεφτοι κι οι μήνες οργισμένοι". Η φράση αυτή επιταχύνει την αφήγηση και  λειτουργεί ως προοικονομία της οικονομικής κατάρρευσης της οικογένειας.  Η "περιπέτεια" αυτή, η μεταστροφή της τύχης δηλαδή προς το χειρότερο, είναι το πρώτο στοιχείο της παραλογής που παραπέμπει στην αρχαία τραγωδία. Οι πλούσιοι τώρα γίνονται φτωχοί, χωρίς να φταίνε. Παρόλα αυτά διατηρούν την αξιοπρέπεια τους, προσαρμόζονται στην κατάσταση και  ξενοδουλεύουν  για να ζήσουν (Άτιμη κοινωνία... ).

   Αλλά το γεγονός αυτό επηρεάζει τις οικογενειακές σχέσεις του πρώην ευτυχισμένου ζευγαριού. Η Ελένη αισθάνεται ότι δεν δεσμεύεται πια από τις υποχρεώσεις της ως σύζυγος και ζητάει να γυρίσει στο σπίτι της.  Το κομβικό αυτό  για την εξέλιξη της υπόθεσης χρονικό σημείο τονίζεται με ακόμη έναν τυπικό στίχο ("Μία Κυριακή και μία Λαμπρή, μία πίσημον ημέρα") ο οποίος εμπεριέχει και το σχήμα των τριών. Ο λόγος για τον οποίο η Ελένη "έσπασε" σε μέρα γιορτής, το Πάσχα,  εξελισσόμενη σε τραγικό πρόσωπο είναι προφανής. Οι άνθρωποι τείνουν να βιώνουν περισσότερο τις δυστυχίες σε μέρες γιορτινές, Είτε γιατί βλέπουν την ευτυχία των άλλων την οποία παλιά ίσως ένοιωθαν κι αυτοί, είτε γιατί οι γιορτές είναι μέρες αργίας με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να έρχονται αντιμέτωποι ευκολότερα με τα προβλήματα τους.  Ο άντρας της, τραγικό πρόσωπο κι αυτός,  αποστερημένος από την συζυγική/πατριαρχική του εξουσία εξαιτίας της φτώχειας, αδυνατεί να επιστρέψει την Ελένη στους δικούς της, λύνοντας προφανώς το γάμο, διότι  αισθάνεται ένοχες για την κακή οικονομική κατάσταση του, αν και δεν φταίει, και κυρίως γιατί αδυνατεί να επιστρέψει την προίκα που έχει πάρει. Η χρήση του διαλόγου (χαρακτηριστικό των παραλογών) στο σημείο αυτό αποδίδει το γεγονός λιτά μα παραστατικά.
  Η Ελένη όμως είναι αμετάπειστη. Επιθυμεί να γυρίσει στο σπίτι της, έστω και ως δούλα, θυμίζοντας
στο σημείο αυτό τον άσωτο υιό της Παλαιάς Διαθήκης, με τη διαφορά ότι εκείνη δεν φταίει για την κατάστασή της. Γεμάτη ντροπή - κι αφού πήρε στρατί στρατί το μονοπάτι -άλλη τυπική φράση- η Ελένη, μονολογώντας, εύχεται να συναντήσει τις δούλες. Και η ευχή της προοικονομεί την  συγκεκριμένη εξέλιξη, επιταχύνοντας την αφήγηση. Οι δούλες υπακούοντας στο πανάρχαιο θεσμό της φιλοξενίας, χωρίς να αναγνωρίσουν την κοπέλα, της προσφέρουν νερο. Το γεγονός αυτό πυροδοτεί την εκκίνηση της αναγνώρισης. Η μάνα,  στην οποία η ελπίδα να ξαναδεί την κόρη της κυριαρχεί, ρωτάει ποιος ήπιε από την κούπα, κι αναρωτιέται μήπως η άγνωστη ήταν η Ελένη.  Οι δούλες της διαβεβαιώνουν πως όχι, κι έτσι έχουμε και μια τραγική ειρωνεία.  Τότε, η μάνα προστάζει να βάλουν την άγνωστη κοπέλα στο αργαλειό της κόρης της. Το ότι έχει κρατήσει τη θέση της στον αργαλειό κενη και το υφαντό της μισοτελειωμένο δείχνει την λαχτάρα της να δει την κόρη της. Η Ελένη αρχίζει να υφαίνει το υφαντό που είχε αφήσει στην μέση  και να μοιρολογεί επαναλαμβάνοντας τα πάθη της εν είδει επιβράδυνσης. Ωστόσο, το περιεχόμενο του τραγουδιού και η άνεση της στο αργαλειό οδηγούν στην αναγνώριση (περισσότερα για την αναγνώριση, και  γενικά αλλά για το συγκεκριμένο τραγούδι ειδικότερα, στην ανάρτηση αυτή) από την μάνα της (που δεν την έχει γνωρίσει εξ οψεως να  σημειωθεί) και στο ευτυχές τέλος, το οποίο έχει προικονομηθεί εις διπλούν από την αγάπη την οποία  φαίνεται στο σημείο που περιγράφεται η προετοιμασία του γάμου της να απολαμβάνει η Ελένη και τη λαχτάρα της μάνας της η άγνωστη κοπέλα να είναι η κορη της. 
ΤΑ ΦΥΛΑ ΣΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ:
   Υποστηρίζεται ότι στη  συγκεκριμένη παραλογή, η γυναίκα είναι ανεξάρτητη, διότι μπορεί να πάρει μόνη της πρωτοβουλίες και αποφάσεις για τον εαυτό της. Άρα, η κίνηση της Ελένης να εεγκαταλείψει την συζυγική εστία αποτελεί μια προσπάθεια της γυναίκας να απελευθερωθεί από τα στερεότυπα και τις κοινωνικές αντιλήψεις εκείνης της εποχής,  δηλαδή, πιο  συγκεκριμένα, ότι η γυναίκα είναι εξαρτημένη από τον άνδρα. Θα διαφωνήσουμε με αυτή την αντίληψη. Οι οικογενειακές σχέσεις όπως παρουσιάζονται στο συγκεκριμένο τραγούδι ακολουθούν εξ ολοκλήρου σχεδόν το παραδοσιακό μοντέλο ως προς τον ρόλο των φύλων. Τυχόν "δυσαρμονίες" οφείλονται ουσιαστικά στην προφορική παράδοση και την  στρωματική επιρροή από τις αντιλήψεις διαφορετικών εποχών, στοιχείο που προκαλείται από την προφορική διάδοση των παραλογών αλλά και από τις ρίζες τους, οι οποίες χάνονται στο  βάθος του χρόνου.  Πιο συγκεκριμένα:
   1) Ο γάμος γίνεται με προξενιό κατόπιν συννενοήσεως των οικογενειών των μελλόνυμφων και χωρίς να φαίνεται πουθενά  ότι απαιτείται ή ζητήθηκε η συγκατάθεση τους, πράγμα που  αιτιολογεί και την απόφαση της καλομαθημένης προφανώς  Ελένης να παρατήσει τον άντρα της σε μια δύσκολη στιγμή.
   2) Ακολουθείται μια συγκεκριμένη διαδικασία για το γάμο, στα πλαίσια της οποίας  είναι αναγκαία η προίκα. Το μέγεθος της προίκα που παρέχει η συγκεκριμένη οικογένεια απλά δείχνει την αγάπη που έχει στην κόρη της, εν αντιθέσει με την οικογένεια της Φραγκογιαννούς ας πούμε, αλλά και την ευμάρεια στην οποία ζει. Να σημειωθεί εδώ η αναφορά στα "αντιπροίκια", τα δώρα δηλαδή τα οποία ανταπέδιδε η οικογένεια του γαμπρού στην οικογένεια της νύφης, μια   αναφορά ίσως, ενδέχεται έμμεση μνήμη, στις  ομηρικές κοινωνίες, όταν οι άντρες ήταν εκείνοι που  έδιναν προίκα στην οικογένεια της νύφης, θυμηθείτε την "πολύφερνη" Πηνελόπη. 
3) Μετά τον γάμο, η νύφη αποκόπτεπται και σχεδον αποξενώνεται από την οικογένεια της και εντάσσεται στην οικογένεια του γαμπρού.  Αρκετές ήταν  οι περιπτώσεις στις οποίες μια γυναίκα ππαντρευόταν σε μακρινό μέρος, οπότε με βάσει τις συνθήκες που υπήρχαν τότε στην επικοινωνία ή στις μεταφορές εκ των πραγμάτων ήταν δύσκολη η διατήρηση της επαφής με την οικογένεια της. Θυμηθειτε την μάνα στο "Τραγούδι του νεκρού αδελφου".

 Αλλά και σε κοντινή απόσταση να παντρευόταν η κόρη, με βάση το γεγονός οι γυναίκες ασχολούταν με τις δουλειές του σπιτιού και δεν έβγαιναν από το σπίτι, θα μπορούσε και πάλι να μην έρχεται σε επαφή με την οικογένειά της. Χαρακτηριστικό είναι  το γνωστό  μοιρολόι του γάμου στο οποίο η νύφη αποχαιρετα το πατρικό της.

   Επίσης, δεδομένης της ανάγκης να προικιστεί μια κόρη και να προφυλαχθεί η τιμή της,  τα κορίτσια αντιμετωπίζονταν ως εκκρεμότητα, η οποία μετά τον γάμο θεωρούταν ότι είχε επιλυθεί. Συχνά γυναίκες οι οποίες είχαν κακοπαντρευτεί, είχαν πάρει άντρες δηλαδή που τις κακοποιούσαν, χαρτόπαιζαν, έπιναν κ.τ.λ., δεν γίνονταν δεκτές από την οικογένειά τους, αν επιχειρούσαν να επιστρέψουν. Τα παραπάνω εξηγούν και τον δισταγμό της Ελένη επιστρέφοντας στο πατρικό της και την διάθεση της να γυρίσει έστω και ως υπηρέτρια. Ξέρει ότι δεν έχει πια δικαιώματα στην οικογένεια  και φοβάται μήπως της πού πως  δεν ανήκει εκεί, κάτι που και η ίδια άλλωστε νοιώθει. Βέβαια δεν θα πρέπει να παραγνωρίσουμε το ψυχολογικό παράγοντα. Η επιστροφή της Ελένη ουσιαστικά σηματοδοτεί την παραδοχή της αποτυχίας της. Και στο σημείο αυτό μοιάζει με τους σημερινούς ανθρώπους, ανεξαρτήτως φύλου,  κυρίως αυτούς γύρω στα  30 οι οποίοι, ενώ είχαν απογαλακτιστεί, έμεναν σε δικά τους σπίτια, είχαν τη δική τους δουλειά κ.τ.λ., χειμαζόμενοι από την οικονομική κρίση και τα δεινά που επιφέρει αυτή, αναγκάζονται να γυρίσουν στο πατρικό τους και να μείνουν ξανά με τους γονείς τους,  με ότι αυτό συνεπάγεται σε πραγματικό ή συμβολικό επίπεδο για την ανεξαρτησία τους. 
   Ταυτόχρονα, εξηγείται και το παράδοξο να μην αναγνωρίσει η  μάνα την κόρη της βλέποντας την. Σε ένα πρώτο, επιφανειακό, επίπεδο αυτό οφείλεται στην αλλαγή που έχει επιφέρει ο χρόνος και οι κακουχίες στην Ελένη. Συμβολικά  ωστόσο, η διαδικασία της αναγνώρισης σηματοδοτεί τον χρόνο που χρειάζεται για να επανοικειοποιηθεί η Ελένη με το χώρο και να ξανασυνδεθεί συναισθηματικά με τους δικούς της. 
4) Ούτως εχόντων των πραγμάτων, η απόφαση της Ελένης να εγκαταλείψει τον άντρα της δεν οφείλεται στην  ύπαρξη ή στην δημιουργία πνεύματος ανεξαρτησίας. Η απελπισία της είναι το κλειδί σε συνδυασμό με την χαλάρωση των κοινωνικών συμβάσεων ως απόρροια της "αταξίας" που προκαλεί η κακή της οικονομική κατάσταση. Κι αυτό με βάση το γεγονός ότι οι δομές μιας κοινωνίας τείνουν  ευκολότερα να αλλάζουν σε εποχές κρίσης, επειδή ακριβώς δεν καλύπτουν τις διαφορετικές συνθήκες που έχουν δημιουργηθεί.  Επιπλέον, η  απόφαση της Ελένης φαίνεται να βασίζεται σε εκείνον τον κανόνα του εθιμικού οικογενειακόύ δικαίου που επέτρεπε σε κάποιον να γυρίσει μια κοπέλα στους δικούς της διαλύοντας τον γάμο, υπό τον όρο να γυρίσει μαζί και την προίκα την οποία έχει λάβει. Την οποία όμως ο "νιός" δεν έχει πια. Εξ ου και ο φόβος του για τους δικούς της. Ωστόσο, εδώ φαίνεται να είναι η Ελένη εκείνη που παίρνει την πρωτοβουλία. Αυτό γίνεται διότι ο νιός, αδυνατώντας από την φτώχεια να λειτουργήσει ως "η κολόνα του σπιτιού",  να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του ως άντρας και ως σύζυγος, δεν έχει την δυνατότητα να πάρει πρωτοβουλιές και αισθάνεται παράλληλα απογυμνωμένος από οποιοδήποτε δικαιώμα. 
5) Σε δυο περιπτώσεις διαφαίνεται ο παραδοσιακός καταμερισμός των εργασιών σε αντρικές και γυναικείες. Στην πρώτη περίπτωση όταν περιγράφονται οι δουλείες που κάνει η νεόφτωχη οικογένεια. Η νύφη αλέθει και η πεθερά πλένει, δουλειές δηλαδή που θεωρούνταν γυναικείες. Αντίθετα,  ο νιος κλαδεύει  και ο πατέρας σκάβει.  Δηλαδή δουλειές αντρικές παραδοσιακά. Το  ίδιο φαινόμενο παρατηρείται και στο πατρικό σπίτι της Ελένης.  Η συγκεκριμένη οικογένεια φαίνεται να έχει καταφέρει στις αντίξοες συνθήκες οι οποίες κατέστρεψαν το σπίτι της νύφης και παραμένει
πλούσια καθώς έχει υπηρέτριες. Την ευθύνη για τις δουλειές του σπιτιού φαίνεται να έχει η  μητέρα η οποία έχει υπό την εποπτεία της τις υπηρέτριες, οι οποίες είναι επιφορτισμένες με δουλειές που θεωρούνται γυναικείες. Χαρακτηριστικό είναι ότι παρά τον πλούτο της οικογένειας, η Ελένη έχει το δικό της αργαλειό και μάλιστα υφαίνει με μεγάλη δεξιοτεχνία σε υλικά πολύτιμα, στοιχείο που τελικά οδηγεί και στην αναγνώρισή της. Προκειται για μια πανάρχαια παράδοση που ανάγεται ως τα ομηρικά χρόνια. Η τελευταία σκηνή του τραγουδιού μας θυμίζει την σκηνή από την ραψωδιά Β ' της Ιλιάδας, με την Ελένη να κάθεται στον αργαλειό της και να υφαίνει τραγουδώντας ένα υφάντο που αναπαριστά τον πόλεμο που γίνεται για χάρη της.
 

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Μπραβο στα παιδια! Φοβερη Δουλεια