Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Παρασκευή, 18 Ιανουαρίου 2013

Ελισάβετ Μουτζάν: Αυτοβιογραφίες

Δεν είναι λάθος ο πληθυντικός στον τίτλο... Μία ήταν η Ελισάβετ Μουτζάν κι, απ' όσο ξέρουμε, μια ζωή έζησε κι αυτήν κατέγραψε στην αυτοβιογραφία της. Τι θα γινόταν, όμως, αν υπήρχαν πολλές άλλες Ελισάβετ Μουτζάν στον κόσμο αυτό; Που έζησαν σε διαφορετικό χρόνο ή τόπο από την πραγματική αλλά είχαν την ίδια ανάγκη να γράψουν για τη ζωή τους; Οι μαθητές του Γ2 Γυμνασίου Παραδεισίου φαντάστηκαν πώς θα μπορούσε να είναι η αυτοβιογραφία της Μουτζάν αν η Μουτζάν δεν ήταν αυτή που ήταν!
Μπερδευτήκατε; Διαβάστε τα κείμενα των παιδιών και όλες οι απορίες σας θα λυθούν!

Σε όλα τα γραπτά, τα παιδιά διατήρησαν τη δίψα της Μουτζάν για μόρφωση και ανεξαρτησία. Στα περισσότερα μάλιστα, η "Ελισάβετ τους" είχε καλύτερη μοίρα από την κανονική: μπόρεσε να σπουδάσει, να γίνει μια επιτυχημένη επαγγελματίας και μια ευτυχισμένη σύζυγος. Μάλλον συγκινημένα από την άδοξη και ταλαιπωρημένη ζωή της, προσπάθησαν, μέσω του λόγου τους, να αποκαταστήσουν και να λυτρώσουν την ηρωίδα τους. Σε κάποιες εργασίες, η Μουτζάν έμεινε αδικαίωτη, κλεισμένη στο όποιο παρόν της κάθε φορά αλλά όχι παρατημένη.
Σε κάθε περίπτωση, την παρουσίασαν ως μια γυναίκα που ελπίζει...
Τα κείμενά τους συνοδεύονται από ταινίες που μιλάνε για γυναίκες που ονειρεύτηκαν, που τόλμησαν, που διεκδίκησαν. Άλλο αν δεν το κατάφεραν πάντοτε. Η διάθεση μετράει...





Παρασκευή Χ. 
Από παλιά ήθελα να γίνω συγγραφέας. Ασχολούμαι πολύ και διαβάζω βιβλία που έχουν συνθέσει άλλοι άνθρωποι και πολλές φορές προσπάθησα να συνθέσω κι εγώ μια ιστορία για παιδιά με θέμα τα δικαιώματα όλων των παιδιών.
Όμως, σ' αυτήν την εποχή όλα είναι διαφορετικά. Οι γονείς μου δεν με άφησαν να γίνω αυτό που τόσο αγαπώ για λόγους οικονομικούς αλλά και γιατί δεν τους άρεσε σαν επάγγελμα. Δυστυχώς, στα χρόνια που ζούμε, δεν μπορείς να πεις ποτέ όχι - αλλιώς, δέχεσαι τις συνέπειες...
Τα έβαψα μαύρα. Αφού δεν μπόρεσα να κάνω αυτό που θέλω, πληγώθηκα όσο δεν πάει. Ήθελα να πεθάνω! Για τιμωρία, με είχαν κλεισμένη στο σπίτι πολύν καιρό!
Δεν το άξιζα όλο αυτό! Ποια ζωή να ζεις όταν δεν μπορείς να κάνεις ό,τι αγαπάς;

Κατερίνα Μ. 
Ήταν δεκαετία του '50 και σπούδαζα ιατρική στην Αγγλία. Ήθελα ακόμη δυο χρόνια να τελειώσω τις σπουδές μου και να κάνω μετά την πρακτική μου. Τελικά, όμως, αυτό δεν ήταν κάτι που με γέμιζε ως άτομο. Κατά βάθος, ήθελα να μπορώ να γράφω τις σκέψεις μου και να γράφω σενάρια της ζωής: δηλαδή, μου άρεσε να γράφω ιστορίες γνωστών μου και να τους δίνω το δικό μου τέλος.
Συγκατοικούσα τότε με την αδερφή μου που σπούδαζε κι αυτή αλλά σε μουσική σχολή. Εκείνη με ενθάρρυνε βλέποντας τις σημειώσεις μου σχετικά με τις ιστορίες που έγραφα. Με παρότρυνε να γράψω ένα βιβλίο με ιστορίες μυστηρίου. Έτσι κι έγινε. Άρχισα μανιωδώς να γράφω. Το πρώτο μου βιβλίο το εξέδωσα το 1953 και το ονόμασα "Η μυστηριώδης δολοφονία στη λίμνη". 
Πήγαινα στη σχολή μου και συγχρόνως έγραφα το βιβλίο μου. Όταν, όμως, τέλειωσα τις σπουδές, δεν ήθελα να ακολουθήσω το ιατρικό επάγγελμα. Έμεινα άλλα δύο χρόνια στην Αγγλία και μετακόμισα στο Λονδίνο. Εγκαταστάθηκα εκεί μόνη μου πια. Συνέχισα να γράφω και να μαζεύω πληροφορίες για την παράξενη ιστορία ενός μικρού κοριτσιού. Τότε γνώρισα και τον σύζυγό μου. Παντρεύτηκα και απόκτησα δυο αγόρια. Ο σύζυγός μου ήταν αρχαιολόγος και γι' αυτό έπρεπε να ταξιδεύει συχνά. Όσο μπορούσα, τον ακολουθούσα στα ταξίδια του: αυτό με ωφελούσε γιατί γνώριζα καινούριο κόσμο -άρα, και καινούριες ιστορίες. Έγραψα το δεύτερο βιβλίο μου μετά την επιστροφή μου απ' την Κωνσταντινούπολη.
Σε ηλικία 51 ετών, είχα καταφέρει να γράψω 23 μυθιστορήματα και 10 συλλογές διηγημάτων. Τώρα συνηθίζω να διηγούμαι τη ζωή μου στους απογόνους μου. Τα συναισθήματά μου είναι ανάμεικτα: χαρά επειδή μπορώ να διηγούμαι αλλά λύπη γιατί γέρασα και δεν είμαι πια σε θέση να γράψω. Νομίζω, όμως, πως έγραψα αρκετά και ανταμείφθηκα από τον κόσμο.

Πόπη Μ. 
Είναι 3000 μ.Χ. Όσο και να προσπαθώ να κερδίσω την ανεξαρτησία μου με οποιονδήποτε τρόπο, δεν μπορώ. Εδώ και τόσα χρόνια, οι γυναίκες είναι κατά κάποιον τρόπο κατώτερες από τους άνδρες, για κάποιον λόγο που κανείς δε γνωρίζει.
Κανείς δεν ξέρει πόσο θα ήθελα να ζω ελεύθερη, να εκφράζομαι όπως θέλω εγώ και να μη ζω με τα θέλω των άλλων. Να μπορώ να γράφω τα κείμενά μου χωρίς τη λογοκρισία που μου επιβάλλουν. Να μπορώ να εκφραστώ ελεύθερα. Μα, κανείς δε σκέφτεται τη δική μου πλευρά, την πλευρά των γυναικών... Πόσο θα ήθελα να είχα μια κανονική σχέση με τους γονείς μου, να βοηθήσω σαν νοσοκόμα τους τραυματίες του πολέμου! Να νοιώθω περήφανη για τον εαυτό μου! Να μπορώ να περπατάω με το κεφάλι ψηλά, χωρίς να αισθάνομαι υποδουλωμένη από κάποιους δήθεν ανώτερους.
Σιχαίνομαι το γεγονός ότι ο άντρας μου μπορεί να πηγαίνει όπου θέλει και να γυρνάει στο σπίτι ό,τι ώρα θέλει ενώ εγώ πρέπει να μένω πάντα μέσα στο σπίτι. Πάντα μέσα στο σπίτι! Πάντα ήθελα να ταξιδεύω, να βλέπω πώς είναι ο κόσμος έξω από αυτήν τη φυλακή που ήμουν κλεισμένη. Μέρα και νύχτα κλεισμένη στο σπίτι.
Η μόνη μου ευχαρίστηση είναι το γράψιμο. Όταν γράφω, χαλαρώνω. Νοιώθω ότι ξεσπάω. Ότι λέω σε κάποιον αυτά που περνάω εδώ μέσα. Νοιώθω σαν σκλάβα. Φυλακισμένη. 

Δέσποινα Π. 
Είναι ακόμα 2300. Αυτός ο χρόνος δεν περνάει τόσο γρήγορα όσο οι προηγούμενοι. Πλέον μια βόλτα έξω απ' το σπίτι μου είναι πιο καταθλιπτική απ' ότι όταν κοιτάω επίμονα την οθόνη της τηλεόρασής μου. Παρόλο που υπάρχουν πολλά πράγματα να κάνω, η ανάγκη μου να αναπνεύσω καθαρό αέρα καθισμένη σε ένα παγκάκι δεν μπορεί να εκπληρωθεί.
Νοιώθω παγιδευμένη στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού μου. Η μόνη παρηγοριά μου είναι το γράψιμο ενώ το χειρότερο είναι πως δεν ξέρω πλέον τι να γράψω. Πληκτρολογώ ασταμάτητα στον υπολογιστή μου και περιμένω υπομονετικά ένα ουράνιο τόξο, ένα σημείο καθαρού γαλάζιου ουρανού ή το κελάηδισμα ενός πουλιού έξω απ' το παράθυρό μου να μου δώσει έμπνευση να συνεχίσω. Σκέφτομαι πολλές φορές πως αν δε μπορώ να απολαύσω αυτά τα απλά πράγματα, θα μελαγχολήσω.
Έχω ζητήσει πολλές φορές απ' τους γονείς μου να πάω να μείνω κάπου αλλού, έξω απ' αυτή τη γκρίζα πόλη. Εκείνοι, όμως, δεν το καταλαβαίνουν πως δεν αντέχω να τους βλέπω να μην ενοχλούνται καθόλου που δε βρίσκω ούτε μια ιδέα να γράψω - και, στο τέλος, καταλήγω φυλακισμένη ακόμα σ' ένα σπίτι όπου μηχανές κάνουν ό,τι έπρεπε να κάνουμε εμείς.
Θέλω να γίνω μια συγγραφέας που θα γράψει για χαρούμενες ανθρώπινες σκέψεις και όχι για τα παράπονα μιας γυναίκας που ζει σε ένα απ' τα χιλιάδες διαμερίσματα μιας πόλης. Είναι, όμως, τόσο δύσκολο να σκεφτώ έστω και τις πιο απλές ευτυχισμένες στιγμές... Τόσο δύσκολο που αναρωτιέμαι αν θα είναι ποτέ δυνατό να πραγματοποιήσω το όνειρό μου.
Ίσως δε θα μπορέσω ποτέ να εκδώσω κάτι που να προσφέρει χαρά σε όποιον το διαβάσει, μα δε θέλω και ν' αλλάξω τη γνώμη μου γι' αυτόν τον γκρίζο κόσμο. Δε θέλω ποτέ να συνηθίσω την καταθλιπτική εικόνα της πόλης αλλά να δημιουργήσω ένα μέρος όπου θα μπορώ να ζήσω ευτυχισμένα - ή, ίσως, να προσπαθήσω να το κάνω.

Μαρία Σ.
Γεννήθηκα στις 5 Μαΐου 1755 στη Ρόδο, από γονείς Ροδίτες, έχοντας δύο μεγαλύτερους αδελφούς. Ο ένας έφυγε στην Αμερική για να ανοίξει τη δικιά του επιχείρηση και ο άλλος στη Γερμανία για δουλειά.
Τελείωσα το σχολείο στη Ρόδο και, χωρίς να διαβάσω πολύ, κατάφερα να μπω στο Πανεπιστήμιο και να σπουδάσω φιλόλογος. Μόλις πήρα το πτυχίο μου, έφυγα για μεταπτυχιακό στη Βιέννη και κατόπιν στο Παρίσι. Εκεί, στα εικοσιτέσσερά μου, γνώρισα πολλούς ανθρώπους με τους οποίους έκανα παρέα και, για ένα διάστημα, ταξιδεύαμε από πόλη σε πόλη σε όλην την Ευρώπη.
Τελικά, κατέληξα στο Λονδίνο, όπου -λόγω της Βιομηχανικής Επανάστασης- άρχιζαν να υπάρχουν πολλές δουλειές και θέσεις στα Πανεπιστήμια για τα παιδιά της μεσαίας τάξης, όχι μόνο της πλούσιας. Με λίγη τύχη, μπήκα στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου ως καθηγήτρια της Εθνολογίας. Εκεί γνώρισα μεγάλους Άγγλους και Γάλλους φιλοσόφους από τους οποίους έμαθα πολλά. Σιγά-σιγά, ξεκίνησα μελέτες πάνω στην επιστήμη μου και έγραψα ένα δοκίμιο με τίτλο: "Η εξέλιξη του πολιτισμού βελτιώνει τη ζωή των ανθρώπων. Ή μήπως τη δυσκολεύει;" Η απάντηση που έδωσα στο ερώτημα αυτό σε μια ομιλία μου στο Πανεπιστήμιο -αν και είμαι αισιόδοξος άνθρωπος, ήταν ότι, δυστυχώς, ο πολιτισμός μας κάνει ταυτόχρονα και ευτυχισμένους και δυστυχισμένους.
Εξακολούθησα την εργασία μου στο Πανεπιστήμιο και, μετά από κάποια χρόνια, γύρω στα τριάντα δύο μου, έγινα διδάκτορας! Συνέχισα να κάνω ταξίδια, να έρχομαι στη Ρόδο για να βλέπω τους δικούς μου, όπου είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και τον σύντροφό μου!

Αργυρώ Ν. 
Ήταν μια βροχερή μέρα στο Λονδίνο, όπως συνήθιζε να είναι τις τελευταίες δύο εβδομάδες. Παρόλο τον καιρό, πήγαμε χθες με τον πατέρα μου σε ένα εργαστήριο Νεότερης Τέχνης, όπου διάφοροι καλλιτέχνες φτιάχνουν τα έργα τους φιλοδοξώντας να τα δουν μια μέρα σε κάποιο μουσείο. Εκεί ο πατέρας μου είχε γνωστούς και πήγε να τους επισκεφθεί.
Μόλις φθάσαμε, άρχισα να παρατηρώ τα φρεσκοβαμμένα έργα. Καθώς περπατούσα ανάμεσα στους ζωγράφους, ένοιωθα την οσμή της μπογιάς στους πνεύμονές μου, που με έκανε να θέλω να δοκιμάσω κι εγώ τις ικανότητές μου. Έτσι, πήρα έναν άδειο καμβά και πολλά χρώματα και ξεκίνησα. Το πρώτο ερώτημα που μου δημιουργήθηκε ήταν τι να ζωγραφίσω. 
Κοίταξα γύρω μου κι αποφάσισα να ζωγραφίσω τον πατέρα μου ο οποίος συζητούσε με τον υπεύθυνο του εργαστηρίου. Το παχύ μουστάκι και το πάντα λαμπερό χαμόγελο. Το ριγέ πουκάμισο, η μεγάλη κοιλίτσα, το καινούριο του μαύρο παντελόνι και το μαύρα παπούτσια. Ο πίνακας είχε ολοκληρωθεί. Σκέφτηκα ότι δεν ήταν κακή ιδέα να του τον δείξω ακόμα κι αν εισέπραττα αρνητικά σχόλια. Όταν είδε το έργο μου, το πρόσωπό του γέμισε με χαρά και περιέργεια. Έπειτα με ρώτησε: "Εσύ το ζωγράφισες αυτό;". "Εγώ!" του είπα με όλη μου την καρδιά, αφού είδα ότι του άρεσε. 
Πήρε μετά τον πίνακά μου και τον έδειξε στον υπεύθυνο. Αυτός αναρωτήθηκε: "Ποιος είναι ο ζωγράφος;". "Εγώ..." του απάντησα. Μετά από αρκετή σκέψη, μου πρότεινε να σπουδάσω ζωγραφική, καθώς είχα ταλέντο και, με λίγη εξάσκηση, θα γινόμουν μια καλή ζωγράφος. Όταν άκουσα αυτά τα λόγια ενθουσιάστηκα με την ιδέα και έπεισα τους γονείς μου να με βάλουν σε μια σχολή ζωγραφικής. 
Την επόμενη χρονιά έδωσα εξετάσεις και κατάφερα να περάσω σε μια τέτοια σχολή. Με ανυπομονησία περίμενα τη μέρα που θα επισκεπτόμασταν τον χώρο της σχολής! Ήταν πανέμορφος! Υπήρχαν τόσα πολλά άτομα, αγόρια και κορίτσια, που ήθελα να γνωρίσω. Κατευθυνθήκαμε στο γραφείο του Διευθυντή. Εκείνος, για να ελέγξει τις ικανότητές μου, μου έδωσε έναν καμβά και μπογιές για να ζωγραφίσω. Πήρα το πινέλο μου και ξεκίνησα. Όταν τελείωσα, πήρε το έργο από τα χέρια μου και το κοίταξε με αυστηρότητα για αρκετή ώρα. Μετά, μου το έδωσε πίσω και μου είπε: "Συγχαρητήρια!". Έδωσε έπειτα ένα στιλό στη μητέρα μου για να συμπληρώσει τα χαρτιά της εγγραφής. Μας έδωσε και το πρόγραμμα των μαθημάτων και μας αποχαιρέτησε. "Τα μαθήματα ξεκινούν αύριο", είπε.
Τα επόμενα χρόνια ήταν τα καλύτερα της ζωής μου. Είχα τη δυνατότητα να εξελίξω αυτό που αγαπώ. Και με πιθανότητες να γίνω μια άριστη ζωγράφος!

Μαριέττα Χ. 
Την 25η Μαρτίου 2021, την ημέρα που 200 χρόνια πριν πρωτοεπαναστάτησε ο λαός μας, ήρθε το δυσάρεστο νέο. Ενώ είχα καλέσει την ξαδέρφη μου να πιούμε καφέ, ξαφνικά ακούμε φωνές που έλεγαν με τρεμάμενη χροιά: "Ανακοινώθηκε το οικονομικό κραχ... Χαθήκαμε!"
Αρχικά, δεν αντιδράσαμε. Όμως, μετά πλαντάξαμε στο κλάμα. Αλλά, μέσα σ' αυτήν την αναστάτωση, μια δυναμική φωνή είπε: "Θα τα καταφέρουμε". Έτσι, πήραμε μια βαθιά ανάσα για να τελειώσει αυτή η γεμάτη λύπη ημέρα.
Την επόμενη μέρα βγήκα στους δρόμους για να δω πώς είναι τα πράγματα μετά απ' αυτήν την ανακοίνωση. Το μόνο που βλέπω είναι δεξιά-αριστερά ανθρώπους με σκυμμένο το κεφάλι να κλείνουν και να βάζουν λουκέτο στα καταστήματά τους. Όταν ρωτούσα πού θα πάνε, άλλος μου απαντούσε Αυστραλία, άλλος Καναδά - μα όταν τους ρωτούσα γιατί, σώπαιναν. 
Έτσι, εκείνη τη στιγμή σκέφτηκα ότι εγώ έχω έναν άντρα που μ' αγαπάει και με στηρίζει. Απελπισμένη γύρισα στο σπίτι. Αντίκρισα τον άντρα μου σε άθλια κατάσταση (Ποτέ δεν τον είχα ξαναδεί έτσι). Ύστερα από λίγο, μου λέει με βαριά φωνή: "Θα φύγουμε." Δεν άντεξα άλλο και ξέσπασα σε φωνές και δάκρυα. Ο άντρας μου με καθησύχασε και μου είπε ότι τα πράγματα θα είναι καλύτερα αν φύγουμε. Εγώ, όμως, του απάντησα ότι εδώ γεννήθηκα και ότι εδώ θέλω να πεθάνω. 
Ο καθένας πήρε τον δρόμο του με μεγάλη στενοχώρια. Έφυγε. Με άφησε μόνη να αγωνιστώ για να ανθίσει και πάλι το έθνος μας.

Κυριακή Μ.
Όλοι τηρούν νόμους, κάνουν συμφωνίες. Όμως, τι γίνεται όταν δεν υπακούν; Αυτά τα χρόνια δεν υπάρχουν πόλεμοι διότι βγήκε ένας νόμος ο οποίος απαγορεύει τους πολέμους μεταξύ κρατών. Αλλά κάποιες φορές, παράγοντες όπως ο φθόνος κι η απληστία μπορούν να οδηγήσουν έναν άνθρωπο, ακόμα και μια ολόκληρη χώρα, να αψηφήσει τον νόμο μόνο και μόνο για προσωπικά συμφέροντα και να προκαλέσει την καταστροφή στη χώρα που θα επιτεθεί.
Όλα κυλούσαν όπως κάθε μέρα: ο πατέρας και ο αδερφός μου ήταν στη δουλειά κι εγώ έκανα εξάσκηση στη συγγραφή. Όταν επέστρεψαν, παρατήρησα ότι στο πρόσωπό τους είχαν μια έκφραση στενοχώριας. Πραγματικά, μου φάνηκε παράξενο γιατί είναι πάντα χαμογελαστοί. Σκέφτηκα ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Έτσι, για να μη μείνω με την απορία, τους ρώτησα τι έγινε και αυτό που έμαθα με συγκλόνισε: η Τουρκία κήρυττε πόλεμο εναντίον της Ελλάδας. Δεν μπορούσα να το πιστέψω επειδή νόμιζα ότι μέσα στα χρόνια αυτή η χώρα είχε γίνει ειρηνική. Έπειτα, μου ανακοίνωσαν ότι θα έφευγαν το συντομότερο δυνατόν γιατί θα στρατεύονταν. Εκείνη τη στιγμή, κρατήθηκα να μη βάλω τα κλάματα. Δεν ήθελα να τους χάσω, ήταν οι μόνοι που είχα, η μόνη οικογένεια που μου απόμεινε.
Στη συνέχεια, έτρεξαν προς τα δωμάτιά τους για να ετοιμαστούν. Εγώ είχα μείνει ακόμη με την έκφραση της θλίψης και αναρωτιόμουν: Θα μπορούσα να πάω κι εγώ; Θα μου το επέτρεπε ο πατέρας μου; Χωρίς δεύτερη σκέψη, πήγα και του το ζήτησα. Εκείνος έμεινε έκπληκτος και με ρώτησε αν ήταν αυτό που πραγματικά ήθελα. Εγώ του απάντησα πως θα πήγαινα κι εκείνος με άφησε να κάνω ό,τι θέλω, αφού δική μου είναι η ζωή. Έπειτα, όμως, με ρώτησε γιατί προτιμώ να πάω στον πόλεμο από το να αποκατασταθώ. Του είπα ότι δε θέλω να παντρευτώ με κάποιον που δε μ' αγαπά και ότι πίστευα πως ήταν καλύτερα έτσι. Τώρα, έτσι κι αλλιώς, δεν έχω τη δυνατότητα ούτε και τη διάθεση να ψάχνω για γαμπρό. 
Αφού ο πατέρας ετοίμασε την τσάντα του, έτρεξε έξω απ' το σπίτι. Τον ακολούθησα και είδα το φορτηγό που συγκέντρωνε τους στρατιώτες. Ήταν τόσοι πολλοί, από μικρή μέχρι μέση ηλικία. Όλοι αυτοί θα θυσιάζονταν για την πατρίδα τους, για να σώσουν εμάς τους υπόλοιπους. Ένοιωθα πως έπρεπε να πάω αλλά τι θα γινόταν με τα συγγράμματά μου; Θα το σκεφτόμουν άλλη ώρα. Αγκάλιασα τον πατέρα και τον αδερφό μου διότι φοβόμουν πως δεν θα τους ξανάβλεπα. Ο αδερφός μου είπε καθώς τον αγκάλιαζα: "Έλα, κόψε το μελόδραμα! Θα γυρίσουμε!" Εγώ δεν ήξερα πώς να αντιδράσω γιατί ήξερα ότι όποιος πάει στον πόλεμο, δύσκολα επιστρέφει. Έπειτα, μπήκαν στο φορτηγό κι έφυγαν.
Έμεινα μόνη μου, μες στη μέση του δρόμου, κοιτάζοντας το φορτηγό που είχε μέσα την οικογένειά μου. Όταν απομακρύνθηκε, γύρισα σπίτι και κάθισα στο κρεβάτι μου σκεπτόμενη το τι θα έκανα. Αποφάσισα να στείλω τα συγγράμματά μου σε μια άλλη χώρα και να πάω κι εγώ να στρατευτώ. Την επόμενη μέρα πέρασε το φορτηγό που θα μάζευε τις γυναίκες. Κοίταξα το σπίτι μου για μια τελευταία φορά κι επιβιβάστηκα. 
Μισή ώρα αργότερα, φτάσαμε στο στρατόπεδο. Είδα πολλές γυναίκες. Χάρηκα που δεν ήμουν η μόνη που ήθελε να πολεμήσει. Μέσα σε μια βδομάδα μας εκπαίδευσαν και μας έστειλαν στο πεδίο της μάχης. Είχε έρθει η στιγμή να πολεμήσω για την πατρίδα μου. Πίστευα ότι ήμουν πλεόν έτοιμη. Το βράδυ, μόλις άλλαξε η βάρδια μου, γύρισα στο μέρος όπου μέναμε για να ξεκουραστώ. Είδα δυο γράμματα πάνω στο κρεβάτι μου. Τα άνοιξα αμέσως. Το πρώτο ήταν από την εταιρία στην οποία είχα στείλει τα συγγράμματά μου. Δέχτηκαν να τα εκδώσουν όλα και το όνειρό μου θα γινόταν πραγματικότητα! Άνοιξα με ανυπομονησία το δεύτερο γράμμα- ήταν απ' τον πατέρα μου. Ευτυχώς, ήταν καλά! Κερδίζαμε στον πόλεμο και θεωρούσε ότι θα επιστρέψει σύντομα. Χάρηκα τόσο πολύ που ένοιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου! Ξάπλωσα για να κοιμηθώ.
Μετά από έναν μήνα συνεχούς πολέμου, η Ελλάδα βγήκε νικήτρια. Γύρισα στο σπίτι. Ο αδερφός μου κι ο πατέρας μου επέστρεψαν και κείνοι. Τους σύστησα, μάλιστα, τον σύντροφό μου τον οποίο είχα γνωρίσει τις τελευταίες μέρες του πολέμου. Πιστεύω ότι είναι ο ιδανικός για μένα. Τα συγγράμματά μου εκδόθηκαν και γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Ο πατέρας μού παραχώρησε το σπίτι μας και τώρα μένω εκεί. Αν και ήταν πολύ δύσκολο να επιβιώσεις -γιατί ένα λάθος θα σου στοίχιζε την ίδια σου τη ζωή, νομίζω πως αυτός ο πόλεμος μας χώρισε και μας ένωσε ταυτόχρονα.

Μάριος Φ.
Από εκείνη τη Δευτέρα, δηλαδή στις 21 Σεπτεμβρίου του 2012, που πρωτομπήκα στο Πανεπιστήμιο, η ζωή μου έχει αλλάξει τελείως - αν και είμαι σίγουρη πως τα δύσκολα δεν έχουν έρθει ακόμη. Έχω βάλει έναν στόχο στη ζωή μου και θα τον πετύχω, παρ' όλες τις δυσκολίες που υπάρχουν στη χώρα μας αυτήν την περίοδο.
Οι γονείς μου εργάζονται και οι δύο πολύ σκληρά ώστε να μπορούν να πληρώσουν τις περισσότερες ανάγκες μου. Το σίγουρο είναι πως η κατάσταση αυτή θα διαρκέσει αρκετά και για τον λόγο αυτόν, από βδομάδας θα αρχίσω να ψάχνω για δουλειά. Προκειμένου να βοηθήσω, θα δούλευα οπουδήποτε! Το πρόβλημα, όμως, είναι πως το να βρεις μια δουλειά στην Αθήνα στις μέρες μας δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα...
Ωστόσο, προσπαθώ με τα λίγα λεφτά που έχω να διασκεδάσω όσο το δυνατόν περισσότερο, ώστε να ξεφεύγω από την καθημερινή ρουτίνα και το στρες. Προχθές, γνώρισα δυο κοπέλες σε ένα πάρτι κι από τότε έχουμε γίνει καλές φίλες και περνάμε καλά μαζί. Επιπλέον, δεν θα 'ταν άσχημο να γνώριζα και κανένα αγόρι, να περνούσα τον χρόνο μου μαζί του. Υπομονή θέλει, και με τον χρόνο όλα έρχονται.
Έχω πολύν χρόνο μπροστά μου αλλά κάτι μου λέει μέσα μου πως, παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζω και στα οικονομικά και στα προσωπικά, θα πραγματοποιήσω το όνειρο της ζωής μου!


Υ.Γ. Νομίζω ότι ταιριάζει η παρακάτω ταινία ως επίλογος της ανάρτησης. Μια ταινία ταξιδιάρικη και παραμυθένια για μια γυναίκα, ένα κορίτσι μάλλον, που κυνηγάει από μικρή όνειρα κι αλλάζει τη ζωή τη δική της και των γύρω της...


1 σχόλιο:

Kakos Lykos είπε...

Δεν ξέρω αν υπάρχει μετά θάνατον ζωή, αλλά αν υπάρχει η Έλισάβετ Μουτζάν αισθάνεται μια τεράστια δικαίωση κι έχει ένα πελώριο χαμόγελο ζωγραφισμένο!!! Μπράβο, παιδια...