Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Με το ποδόσφαιρο έχει να κάνει ...

Με το ποδόσφαιρο έχει να κάνει  ...
(κι εμείς μπανιστιρτζήδες της ζωής) Παρακαλώ διαβάστε αυτή την ανάρτηση και βοηθήστε το Σάββα να επιστρέψει στην Ελλάδα . Με κάθε ανάγνωση αυτής της ανάρτησης ,εγώ κερδίζω πέντε χιλιάδες ευρώ και ένα λεπτό μπαίνει σε ειδικό λογαριασμό με σκοπό να καλυφτούν τα εισιτήρια επανόδου του Σάββα από την Πορτογαλία, στην οποία έχει ξεμείνει από το 2004. Το ποδόσφαιρο δεν είναι ένα συχνό θέμα σε αυτή την ιστοσελίδα . Κι αυτό γιατί δεν ασχολούμαι ιδιαίτερα με τα αθλητικά και ιδιαίτερα με το ποδόσφαιρο, ενώ ούτε η "άφιξη" της Δέσποινας αναμένεται να αλλάξει δραματικά τη κατάσταση σ’ αυτό το θέμα. Θα το χρησιμοποιήσω όμως σαν μια προσπάθεια να φτάσω από το ειδικό στο γενικά και από το επικαιρικό και το στο διαχρονικό. Ας πούμε ότι είναι μια δοκιμή δοκιμίου…. Μολονότι, λοιπόν, δεν ασχολούμαι με το ποδόσφαιρο και τον πληρωμένο αθλητισμό γενικότερα, παρακολουθώ τα τεκταινόμενα με τον ίδιο τρόπο που παρακολουθώ διάφορες εξελίξεις στην παγκόσμια ειδησεογραφία, όπως π.χ. τους Χιλιανούς ανθρακωρύχους ή τα ισλανδικά ηφαίστεια. Για να έχω αντίληψη του τι γίνεται στο κόσμο, δηλαδή, και από μια εγγενή υγιή περιέργεια. Και θες από συνήθεια, θες γιατί πάντα παραμένει ένα κομμάτι του παρελθόντος εαυτού μας στον τωρινό, δίνω λίγο παραπάνω σημασία στην ειδησεογραφία που αφορά τον Παναθηναϊκό, την ομάδα που υποστήριζα πιτσιρικάς. Έτσι, παρακολουθώ με ιδιαίτερο ενδιαφέρον τις διοικητικές εξελίξεις στον Παναθηναϊκό. Ας συνοψίσουμε τα πράγματα λοιπόν. Από τη μια έχουμε τον Γιάννη Βαρδινογιάννη που κληρονόμησε από την οικογένεια του τη διαχείριση διαφόρων επιχειρήσεων και, μεταξύ αυτών, και μιας ποδοσφαιρικής ομάδας, την οποία διοικεί εντελώς τεχνοκρατικά, παραβλέποντας ή παραγνωρίζοντας την ιδιαιτερότητα της πελατείας της συγκεκριμένης επιχείρησης. Ότι, δηλαδή, είναι οπαδοί και ότι λειτουργούν με βάση το θυμικό τους. Και αδιαφορεί που ο ιδιοκτήτης ανταγωνιστικής εταιρίας, του Ολυμπιακού, χαϊδεύει (αποσκοπώντας βέβαια σε ίδια οφέλη) τα ώτα των δικών του οπαδών- πελατών, ξοδεύει αφειδώς χρήματα (τα οποία βέβαια παίρνει πίσω, είτε με την αποικιακού τύπου συμφωνία παραχώρησης του Σταδίου Καραϊσκάκη, είτε με σκανδαλώδεις συμφωνίες σαν τη σχετική με το Στοίχημα ) και, χρησιμοποιώντας θεμιτά (χτίσιμο ομάδας) και αθέμιτα («παράγκα») μέσα, σαρώνει τους τίτλους . Έτσι ο Παναθηναϊκός γίνεται μια επιχείρηση υγιέστατη οικονομικά, -και σ’ αυτό το τομέα ο Βαρδινογιάννης είναι άκρως πετυχημένος- και μια ομάδα αποτυχημένη αθλητικά, γεγονός που προκαλεί την δυσαρέσκεια των οπαδών του, που είναι σίγουροι πως "σύλλογος μεγάλος δεν υπάρχει άλλος", που λέει και ο ύμνος της ομάδας. Πλην όμως, την δυσαρέσκεια αυτή των πελατών οπαδών εκμεταλλεύεται ο Βγενόπουλος και μαέστρικα βαυκαλίζει τις επιθυμίες τους, φθείρει τον Βαρδινογιάννη, προσπορίζει στον εαυτό αναγνωρισιμότητα και διαφήμιση και με μεγαλοστομίες του τύπου «Θα φέρουμε το Παναθηναϊκό εκεί που του αξίζει» αποκτά ένα μαξιλαράκι ασφάλειας, ενάντια σε όποιον τολμήσει να «πειράξει το Βγενό, που θα πάρει παιχταράδες και θα τρέμει η Μαντσεστέρ Γιουνάιντεντ τη Πανάθα», όπως ονειρεύεται κάθε αγνός Παναθηναϊκός, βρίζοντας παράλληλα και γιουχάροντας τον Βαρδινογιάννη. Ο Βγενόπουλος συντηρεί τη κατάσταση αυτή με μεγαλοστομίες και πομφόλυγες, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι στην οικογένεια Γιαννακόπουλου, με εκπεφρασμένη από χρόνια την επιθυμία να αναλάβει τον Παναθηναϊκό, επικρατεί μια παράξενη ησυχία (σε σκόρπιες δηλώσεις- φωτοβολιδες του Θανάση Γιαννακόπουλου κανείς δεν δίνει ιδιαίτερη σημασία , καθώς είναι φανερό ότι μιλάει ο οπαδός και όχι ο παράγοντας). Ότι συνέβη στη συνέχεια μου θυμίζει εκείνο το διήγημα του Μπόρχες, στο οποίο ένας νεοεισελθών σε μια συμμορία προσβάλει άθελα του τον αρχηγό της. Και ενώ έντρομος και περιδεής περιμένει την τρομερή εκδίκηση του αρχηγού, αντιλαμβάνεται με έκπληξη ότι ο παντοδύναμος αρχηγός λουφάζει και δειλιάζει. Ο δικός μας ξεψαρώνει, αρχίζει να προσβάλει τον άβουλο και φοβισμένο πρώην αρχηγό, του κλέβει την γυναίκα τον ταπεινώνει και σφετερίζεται την αρχηγία της συμμορίας. Και μόνο την ώρα που, γεμάτος υπεροψία και μέθη, μαχαιρώνεται από τον τάχα φοβισμένο, αλλά πάντα τελικά αδιαφιλονίκητο, αρχηγό αντιλαμβάνεται, ξεψυχώντας, τη συνωμοσία, το παιχνίδι που του έχουν παίξει όλοι… Του τα ‘δωσαν όλα, για να είναι η εκδίκηση μεγαλύτερη, όταν του τα στερήσουν όλα… Ο Βαρδινογιάννης έχει την απόλυτο έλεγχο των μετοχών, αλλά το πραγματικό ίνδαλμα των οπαδών είναι ο Βγενόπουλος, ο οποίος στο μεταξύ προωθεί μια σειρά επιχειρηματικών ενεργειών με μεγάλα οφέλη για τα συμφέροντα του. Και ξαφνικά ο Βαρδινογιάννης κάνει την έκπληξη. Υποχωρεί «για το καλό του Παναθηναϊκού» και από το πουθενά παραχωρεί την μισή ομάδα στον Βγενόπουλο και τους συνεργάτες του. (Οι Γιαννακόπουλοι στο μεταξύ διατηρούν την ίδια αδράνεια. )Χρόνο με το χρόνο, η αμετροέπεια του Βγενόπουλου συνδαυλίζεται και η γκρίνια στον Παναθηναϊκό παραμένει, παρόλο που παίρνει το πρωτάθλημα. Η απάντηση του Βαρδινογιάννη στον ψυχολογικό πόλεμο που του έχει εξαπολύσει ο Βγενόπουλος και σε όσα του καταμαρτυρούνται υπόγεια για την ¨"τσιγκουνιά και την αδιαφορία του για την ομάδα" είναι άμεση. Δηλώνει ότι παραχωρεί τζάμπα τον Παναθηναικό στο Βγενόπουλο (οι Γιαννακόπουλοι έχουν ευγενικά ξεκαθαρίσει σε περιόδους που όλα πήγαιναν καλά ότι δεν προτίθενται να αναλάβουν την ομάδα... ), με τον όρο να αναλάβει τα έξοδα της ομάδας και να εγγυηθεί τη βιωσιμότητα της. Ο Βγενόπουλος και οι συνεργάτες του κερδίζουν προς τη στιγμή χρόνο, μη μπορώντας να κρύψουν την αμηχανία τους, συμφωνώντας αλλά για το τέλος της χρονιάς. Και πρόσφατα ο Βγενόπουλος την κάνει με αλαφριά πηδηματάκια, αδιαφορώντας για το μέλλον της ομάδας, για τα προβλήματα της και την κρίση στην οποία βρίσκεται, και το καλό του Παναθηναϊκού για το οποίο κόπτονταν... Και έτσι ο Βαρδινογιάννης είναι κερδισμένος. Γιατί και το προφίλ του που είχε τρωθεί βελτίωσε, και αναγνωρίστηκε από αυτούς που τον βρίζανε ως μοναδική βιώσιμη λύση για την ομάδα, και αποστόμωσε κάθε αντιπολίτευση, και εξευτέλισε το λαϊκισμό και την κομπορρημοσύνη του Βγενόπουλου… Μισό λεπτό όμως! Και ο Βγενόπουλος ωφελημένος βγήκε από αυτή την ιστορία. Μπορεί να ηττήθηκε στην μάχη των εντυπώσεων από το Βαρδινογιάννη, αλλά, στο μεταξύ, στη διάρκεια αυτών των χρόνων με ασπίδα το κύρος του Παναθηναικού και τον αριθμό των οπαδών του αγόρασε φτηνά και πούλησε ακριβότερα, καρπώνοντας τη διαφορά, την μισή δημόσια περιουσία, έπαιξε με την ιδέα να το παίξει Μπερλουσκόνι και σωτήρας της πατρίδας και βρήκε την ευκαιρία να εγκαθιδρύσει το καθεστώς εκείνο που του επέτρεψε να μη τρωθεί το κύρος του ή να μη κατηγορηθεί από κανέναν για τις πρακτικές του που οδήγησαν π.χ. στην τραγωδία, στον προβοκατόρικο εμπρησμό της τράπεζας του στη Σταδίου. Τι? Και δεν είχε θύματα αυτή η ιστορία. Όλοι κερδισμένοι ήταν? Όχι βέβαια. Θα μπορούσε κανείς αρχικά, να πει ότι ηττημένος αυτής της ιστορίας είναι ένας ιστορικός σύλλογός, ο Παναθηναικός κλπ κλπ κλπ. Αλλά ο Παναθηναικός, και κάθε Παναθηναϊκός, είναι μια απλή ποδοσφαιρική ομάδα. Τίποτα σημαντικό δηλαδή. Και σε κανέναν δεν θα λείψει τίποτα αναγκαίο , σε περίπτωση που εξαφανιστεί, καταστραφεί, διαλυθεί κτλ… Ποιος είναι πραγματικά ο ηττημένος? Οι οπαδοί είναι μεγάλοι χαμένοι αυτής της ιστορίας, οι οπαδοί κάθε ομάδας. Που βγαίνουν στους δρόμους για να διαμαρτυρηθούν για τις φανταστικές αδικίες σε βάρος της ομάδας τους και λουφάζουν για τις πραγματικές αδικίες που υφίστανται οι ίδιοι. Που αγωνιούν για το μέλλον της ομάδας και αδιαφορούν το μέλλον των παιδιών τους. Που ξοδεύουν τα χρήματα που εξοικονομούν, ζώντας μια στερημένη και δύσκολη ζωή, δουλεύοντας κακοπληρωμένες δουλειές για τρεις κι εξήντα, σε ταξίδια στη μέση του πουθενά με τις ομάδες της αρεσκείας τους. Γιατί σκύβουν το κεφάλι και αφήνονται να χάσουν τον αυτοσεβασμό τους και αρκούνται σε μια αθλητική επιτυχία, για να επανακτήσουν την "χαμένη περηφάνια και τη χαμένη τους μαγκιά", για να αισθανθούν ότι η χαμένη τους ζωή δικαιώνεται με τις ενέργειες κάποιων άλλων, σαν τον Αρούκατο της "ντρίπλας των ονείρων". (Οι "Φατμέ" έφτιαξαν αυτό το τραγούδι για να καυτηριάσουν την επίπλαστη ευτυχία που ακολούθησε την κατάκτηση του Ευρωμπάσκετ '87. Ο τύπος που έκανε το βίντεο δεν έπιασε την ειρωνεία... ) Ο λαός που ανέχεται για τον εαυτό του να είναι όχλος και πλήθος και, αντί για ψωμί και τριαντάφυλλα. τρέφεται με άρτο και θεάματα. Και συνεχίζει να αναστενάζει στα γήπεδα και σήμερα, όπως τα χρόνια που έγραψε τα παρακάτω τραγούδι ο Σαββόπουλος. Και τίποτα δεν έχει αλλάξει. Απέραντη παράγκα η Ελλάδα, σε λίγο πάλι θα αρχίσει η μετανάστευση και βέβαια, ποιος ξέρει ποιος χαφιές μ’ ακολουθεί (δικαίως βέβαια, μιας και είμαι μαλλιάς, μουσάτος και με πλούσιο λεξιλόγιο, τουτέστιν επικίνδυνος δυνητικά. Έχω και πράσινα starάκια…) Στη ταινία «Η μεγάλη απόδραση των 11» οι Γερμανοί πείθουν τους αιχμάλωτους ενός στρατοπέδου να φτιάξουν μια ποδοσφαιρική ομάδα και να παίξουν με μια μικτή Γερμανίας. Σκοπός της ναζιστικής Γερμανίας είναι, κερδίζοντας τον αγώνα, να αποδείξει το ανώτερο της Αρείας φυλής και των αιχμαλώτων να δραπετεύσουν. Βλέποντας όμως τη δίψα του λαού , των θεατών, για νίκη εναντίον των κατακτητών Γερμανών αποφασίζουν να μείνουν μέχρι το τέλος βάζοντας σε κίνδυνο τη διαφυγή τους. Στο τέλος, βέβαια, και κερδίζουν τον αγώνα και καταφέρνουν να δραπετεύσουν. Εδώ έχουμε να κάνουμε με ταινία βέβαια. Στη πραγματική ζωή τα πάντα έγιναν με τον ίδιο τρόπο στην αναμέτρηση μιας μικτής Γερμανίας με την (άτυπη) Ντιναμό Κιέβου στο κατεχόμενο από τους ναζί Κίεβο. Εκτός από το τέλος. Οι σοβιετικοί ποδοσφαιριστές, που «τόλμησαν» να νικήσουν υπακούοντας στην ίδια επιθυμία τους πλήθους (και στη δική τους βέβαια) εκτελέστηκαν μετά το τέλος του αγώνα, που ονομάστηκε "αγώνας του θανάτου". Για να μάθουν να μη νικάνε. Πάντως, το δίδαγμα και από την κινηματογραφική και από την πραγματική ιστορία είναι κοινό. Το ποδόσφαιρο και ο αθλητισμός λειτουργούν σαν ναρκωτικό μετατροπής του λαού σε μάζα και αποκοίμισης του, ή σαν μέσο δικαιολόγησης ρατσιστικών ,φανερά ή υπόγεια, αντιλήψεων για περιούσια έθνη και φυλές . Και πλείστα παραδείγματα το υποδηλώνουν αυτό. Ο καημένος ο Σπύρος Λούης, ντυμένος τσολιάς κατ’ εντολή Μεταξά, να χαιρετάει ναζιστικά το Χίτλερ στους Ολυμπιακούς του 1936. Ο Χίτλερ να αισθάνεται ηττημένος από τις επιδόσεις του Τζέσε Όουενς... ( Αλλά στην πατρίδα του ο Όουενς αντιμετωπίζεται ως πολίτης β΄κατηγορίας, λόγω του χρώματός του δέρματος του. Κάπως σαν το τραγουδάκι του Λοΐζου). Ο Μουσολίνι και η Ιταλία γίνονται με το έτσι θέλω παγκόσμιοι πρωταθλητές ποδοσφαίρου το 1934 και αποδεικνύουν,τάχα, την υπεροχή του φασισμού. Η φασιστική Ισπανία του Φράνκο προσπαθεί να εξουθενώσει τους Δημοκρατικούς Ισπανούς, προσπαθώντας να εξουθενώσει την Μπαρτσελόνα. Μεθοδεύει την ήττα της με μεγάλη διαφορά από τη Ρεάλ, της κλέβει και παραχωρεί στην Ρεάλ τον καλύτερο παίχτης της εποχής. Και κάνει τη Ρεάλ σύμβολο της εξουσίας της, αγοράζοντας 6 συνεχόμενα κύπελλα Πρωταθλητριών. Η ελληνική χούντα αγοράζει για τον Παναθηναϊκού τη συμμετοχή του στο τελικό του Γουέμπλει το 1971, για να σταματήσει πάνω στο μεγάλο ολλανδικό θαύμα της εποχής, τον αδωροδόκητο Άγιαξ. Η Χούντα του Βιντέλα στην Αργεντινή το σημειώνει και, χρησιμοποιώντας ένα περουβιανό τερματοφύλακα με «μυωπία» στον αγώνα με το Περού (έληξε 6-0 υπέρ της Αργεντινής, όσο ακριβώς χρειαζόταν, για να περάσει στο τελικό ) και ένα αφηρημένο διαιτητή στον τελικό με την Ολλανδία, χάρισε στη Αργεντινή το Παγκόσμιο κύπελλο του ΄78, ενώ στο μεταξύ είχε αφαιρέσει τη ζωή αρκετών χιλιάδων και την αξιοπρέπεια και ελευθερία όλων των Αργεντινών. Κι ας μη μιλήσουμε για την αθλητική εκδοχή του Ψυχρού πολέμου, η οποία ουσιαστικά, δημιούργησε και γιγάντωσε το ντόπινγκ… Και ούτω καθεξής. Και μέσα σ’ αυτά οι αθλητές άβουλα πιόνια . Οι δυο Αμερικανοί σπρίντερ που τόλμησαν να κρατήσουν πολιτική στάση, ας πούμε, στην Ολυμπιάδα του Μεξικό, εκδιώχθηκαν άμεσα από την ομάδα και μεθοδεύτηκε ο αποκλεισμός τους από τους στίβους .

 Ενώ και ο Μαραντόνα ανακάλυψε ξαφνικά την πολιτική, την Αριστερά και τον Τσε, όταν το σύστημα που τον έκανε είδωλο τον έφτυσε τελικά, θεωρώντας ότι δεν μπορεί να τον ελέγξει. Κι ας μην ξεχνάμε, για να δούμε τα πράγματα και λίγο πιο παλιά, πόσο οι προσφιλείς ήταν στον Ιουστινιανό οι «Δήμοι», όταν περιορίζονταν στις εν Ιπποδρόμω δραστηριότητες τους. Όταν όμως οι «Δήμοι» έγιναν το όχημα της έκφρασης της δυσαρέσκειας των πολιτών και της επιθυμίας τους για ελευθερία, κατά την Σταση του Νίκα, παρά πολύ εύκολα τις διάλυσε, σκοτώνοντας τους εγκλωβισμένους στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης στασιαστές, πριν χαρακτηριστεί ισάγιος κτίζοντας την Αγιά Σοφιά. Και όποιος από σας πιστεύει ότι ο αθλητισμός προάγει την ειρήνη, την συναδέλφωση κτλ ,δεν έχει παρά να σκεφτεί τον λεγόμενο «πόλεμο του ποδοσφαίρου», όταν Ονδούρα και Σαλβαδόρ (οι δικτατορικές κυβερνήσεις τους δηλαδή) βρήκαν το πρόσχημα να αποπροσανατολίσουν τους κατοίκους αμφότερων των χωρών και να λύσουν τις διαφορές τους, σε ένα ποδοσφαιρικό αγώνα. Και οι άνθρωποι? Ανίδεοι και για αυτό προνομιούχοι. Η απρόσμενη νίκη της Βούλας Πατουλίδου στους Ολυμπιακούς της Βαρκελώνης το 1992 γέννησε αισθήματα υπερηφάνειας στους Έλληνες και η αυθόρμητη δήλωση της «για την Ελλάδα, ρε γαμώτο» αποτέλεσε το εθνικό σλόγκαν της χώρας για πολύ καιρό. Παρά ταύτα, η Αφροδίτη Μάνου, γράφοντας ένα τραγούδι για το γεγονός, αναρωτιέται… «Για ποια Ελλάδα, ρε γαμώτο?» Για ποια Ελλάδα? Στους ίδιους Ολυμπιακούς αγώνες ένα πιτσιρικάς αρσιβαρίστας από τη Χιμάρα, άγνωστος μεταξύ αγνώστων, από το ίδιο πουθενά με τη Πατουλίδου, κερδίζει το χρυσό μετάλλιο στην άρση βαρών. Ο Πύρρος Δήμας, γιατί περί αυτού πρόκειται, ερωτηθείς τι σκεφτόταν επάνω στο βάθρο απάντησε με σπάνια ειλικρίνεια, καθώς δεν τον είχε αλλοιώσει ακόμα η υπεροψία και η μέθη από τις τιμές που του επιδαψιλεύθηκαν στο μέλλον, ότι αναρωτιόνταν τι να σκεφτόταν, αν τον θυμόταν, ο συνοριοφύλακας που τον αποκάλεσε βρωμοαλβανό την νύχτα που περνούσε τα σύνορα. Για αυτήν την Ελλάδα. Που δίνει την άνεση στους έμμισθους υπάλληλους της δημοκρατίας της να θεωρούν ως βρισιά το όνομα μιας άλλης εθνικότητας. Που τους κάνει με φυσικότητα να αισθάνονται ανώτεροι μόνο και μόνο, γιατί ανήκουν και οι ίδιοι «στων Ελλήνων τις κοινότητες που φτάνουν σε άλλους γαλαξίες» (και σεις, κύριε Σαββόπουλε, φαίνεται πως ήρθε ο καιρός να αποφασίσετε με ποιους θα πάτε και ποιους θα αφήσετε...). Και τους οπλίζει με τέτοια σιγουριά που δεν αντιλαμβάνονται καν ότι αυτό δεν είναι απλά παράλογο αλλά και ντροπιαστικό. Για ποια Ελλάδα? Ο αγώνας του Πύρρου Δήμα δεν μεταδόθηκε ποτέ ζωντανός στην Ελλάδα, καθότι κανείς δεν τον ήξερε πριν τους αγώνες. Στην πιο γνωστή εκδοχή, λοιπόν, ο Δήμας φωνάζει «Για την Ελλάδα» και υπό τις ιαχές των Ελλήνων παριστάμενων υψώνει τα κιλά και κερδίζει τον αγώνα. Στην πραγματικότητα ο Δήμας εξασφάλισε με τη δεύτερη προσπάθεια το χρυσό μετάλλιο, κι είχε την άνεση να ξοδέψει πολύτιμες δυνάμεις φωνάζοντας στην τρίτη προσπάθεια, την οποία τελικά δεν σήκωσε… Αλλά σε κάποιον φωστήρα αθλητικόγράφο δεν άρεσε φαίνεται αυτό. Και μόνταρε τα πράγματα κατά τις επιθυμίες του, με την ανοχή όλων των υπολοίπων. Για αυτήν την Ελλάδα, λοιπόν, που δεν είναι ικανοποιημένη ούτε και στις επιτυχίες της και αισθάνεται την συμπλεγματική ανάγκη να τις σκηνοθετεί, να τις μοντάρει και να τις κάνει κάτι άλλο… Οκ ! Για αυτή την Ελλάδα. Ανίδεοι και για αυτό προνομιούχοι, όμως? Μπα… Η επιτυχία της Πατουλίδου σήμανε την άνοιξη του στίβου στην Ελλάδα. Το φθινόπωρο του στίβου ήταν βέβαια τα σχετικά με τον Κεντέρη και τη Θάνου το 2004. Αλλά το πρόβλημα τότε δεν ήταν ότι πιάσανε τους αθλητές μας ντοπαρισμένους ("τα παλιόπαιδα "), ούτε καν ότι ήταν αθώοι και τους την είχαν στημένη ("τα καημένα"). Ήταν ότι μας την είχανε στημένη σαν έθνος(οι παλιοξένοι), γιατί "πιάνουνε τους δικούς μας ντοπαρισμένους αθλητές και όχι των άλλων"… (Καθότι ως γνωστόν , όλοι ντοπαρισμένοι είναι σήμερα…) Αρά, ούτε ανίδεοι, ούτε προνομιούχοι Για αυτό, και περισσότεροι ντροπή τους πρέπει Όταν γνωρίζουν (και πολλοί γνωρίζουν) Ότι το ντέρμπι είναι στημένο και από πριν ξεπουλημένο… Αλλά παριστάνουν και πως δεν το ξέρουν και μετέχουν … Με το ίδιο τρόπο που παλιότερα οι ίδιοι ή οι πατέρες τους έβλεπαν στον Τρομάρα και κάθε Τρομάρα , όχι ένα παλαιστή διασκεδαστή, όπως στην ταινία του Αρονόφσκι, αλλά έναν Ηρακλή-ημίθεο που με περισσή ευκολία (και μεγάλη αφθονία από αμπούλες ψεύτικου αίματος ) συντρίβει πάνω στο ρινγκ έναν «Σκοπιανό» από το Δήλεσι, έναν «Βούλγαρο» από το Παγκράτι, έναν «Σοβιετικό» από τα Σούρμενα και ότι άλλο επιτάσσει να συντρίβεται ο ελληνικός εθνικισμός… (Όχι ότι είναι καλύτεροι οι άλλοι λαοί, ε! Αναφέρθηκα παραπάνω στους Έλληνες λόγω γνώσης, συνάφειας και εννόμου συμφέροντος… ) Υ. Γ. : Εννοείται ότι είναι σαρκαστικό αυτό που γράφω στην αρχή, αναφορικά με τα πέντε χιλιάδες ευρώ που κερδίζω για κάθε ανάγνωση της ανάρτησης… Κι άλλωστε ο Σάββας έχει ήδη γυρίσει στην Ελλάδα… Όχι γιατί του έλειψαν οι φίλοι του, η κοπέλα του, το χαμστεράκι του ή ο γύρος του μπάρμπα Μιχάλη στου Ψυρρή, αλλά γιατί απέκτησε συνδρομή σε συνδρομητικό κανάλι και βλέπει … μπάλα. Και τώρα σκασμός… γιατί… Αρχίζει το Ματς Υγ2: Παρακαλώ, πριν αρχίσω να αισθάνομαι so clever and classless and free, ας μου θυμίσει το κόλλημα που είχα φάει έξι χρόνια με αυτή τη βλακεία…

Δεν υπάρχουν σχόλια: