Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Δευτέρα, 12 Σεπτεμβρίου 2011

Το γιοφύρι της Άρτας. Και ζήσανε αυτοί καλά... (ή μήπως όχι?). Από το Γ1 και το Γ3 του Γυμνασίου Αρχαγγέλου...

"Εν είχανε, που λέτε, τα παλιά χρόνια οι άνθρωποι DVD player και, άμα θέλανε να διασκεδάσουνε, πιάνανε και λέγανε κανένα παραμύθι ή καμιά παραλογή... Κι όπως εσείς πάτε σήμερα και νοικιάζετε τον "Εφιάλτη στο δρόμο με τις λεύκες Νο57", έτσι κι αυτοί λέγανε το "Γιοφύρι της Άρτας" (ή"Το τραγούδι του νεκρού αδερφού")" . (Ανάλυση του τραγουδιού εδώ κι  εδώ)

Με αυτό το λίγο γκόθικ τρόπο ξεκινάω συνήθως τη διδασκαλία των Παραλογών, ώστε να ελκύσω το ενδιαφέρον των μαθητών μου και να πάμε μετά και στα υπόλοιπα στοιχεία... Παρατήρησα ότι τα παιδιά, που ταυτίζονται κυρίως με τον αδύναμο και το αδικημένο συνήθως ( πράγμα λογικόν και  ευτυχές μεταξύ μας), παίρνουν το μέρος της Λυγερής και της Αρετής... Κι αρκετές φορές μου έχουν διαμαρτυρηθεί για την εξέλιξη της υπόθεσης... Είπαμε, λοιπόν, με τα παιδιά του Γ1 και του Γ3 (μυστηριωδώς πως μου ξέφυγε το Γ2) του Γυμνασίου Αρχαγγέλου (σχολικό έτος 2009- 10) να επέμβουμε λιγάκι στην ιστορία...Ζητήθηκε, έτσι, από τα παιδιά εκκινώντας από  όποιο σημείο της υπόθεσης του "Γιοφυριού της Άρτας" θέλουν  να μεταπλάσουν την ιστορία κατά τις επιθυμίες τους ...
Πράγμα που σημαίνει μεγάλη ποικιλία απαντήσεων.... Αυτό που μου έκανε εμένα εντύπωση είναι ότι, ενώ στη τάξη η βασική τους ένσταση είναι η απαξίωση για την ανθρώπινη ζωή που δείχνει το γεγονός ότι θυσιάζεται ένας άνθρωπος, έστω και για το κοινό καλό, για την κατασκευή ενός αντικειμένου, στις απαντήσεις τους παρασύρθηκαν τόσο από την δύναμη της ιστορίας που επέλεξαν και πιο "σκοτεινές" "λύσεις"  της πλοκής...
Δείτε...


                                                                                                                                          της Εύης Γ.  (Γ1)
«Γοργά ντύσου, γοργά άλλαξε, γοργά να πάς το γιόμα,
γοργά να πας και να διαβείς της Άρτας το γιοφύρι. »
Αυτά είπε το πουλάκι και σιώπησε. Αλλά ο Πρωτομάστορας, στο μεταξύ, είπε να πάει στο σπίτι, μήπως και βρει κάποια λύση. Έτσι όμως είχε παρακούσει τις εντολές του πουλιού. Κι  εκείνο τον περίμενε έξω από το σπίτι του να βγει,  για να τον μαλώσει.  Αλλά ο Πρωτομάστορας είχε και μια γάτα, τη Ζιζέλ. Αυτή, όταν είδε το πουλάκι, του όρμησε. Το πουλάκι καθ’  όλη τη διάρκεια της ζωής του δεν είχε αντιμετωπίσει ποτέ παρόμοιο πρόβλημα, ούτε και πίστευε ότι θα αντιμετωπίσει ποτέ.  Η γάτα έπιασε το πουλί και το πλήγωσε άσχημα. Ο Πρωτομάστορας  άκουσε τις φωνές και βγήκε έξω. Το πουλάκι του ζήτησε βοήθεια κι εκείνος απάντησε:
«Λόγο βαρύ ξεστόμισες,  πριν λίγο στο γιοφύρι,
κι αν θέλεις τώρα να σωθείς, εμπρός,  πάρε τον πίσω.»
Το πουλάκι, επειδή ήθελε να ζήσει κι άλλο, πήρε πίσω όσα είπε. Ο Πρωτομάστορας  πήρε τήρησε τη συμφωνία και το έσωσε. Το πουλάκι έφυγε μακριά. Σε λίγο καιρό το γιορύρι ήταν έτοιμο κι ο Πρωτομάστορας με τη γυναίκα του  και τη Ζιζέλ πήγαν στα εγκαίνια…


                                                                                                                        της Αντωνίας  Β. (Γ1)
Την πρώτη νύχτα που η Λυγερή, η γυναίκα του Πρωτομάστορα,  ήταν κλεισμένη στο  γιοφύρι έβρεχε καταρρακτωδώς. Εκείνη φοβισμένη καθόταν σε μια γωνιά και έκλαιγε.  Σκεφτόταν γιατί να της το κάνει αυτό ο άντρας της, αφού την αγαπούσε.  Καθώς καθόταν, κάποια στιγμή, το δάπεδο άρχισε να κουνιέται και οι τοίχοι να τρέμουν. Γινόταν σεισμός. εκείνη βρέθηκε σε σύγχυση και έτρεχε μια από δω και μια από κει. Ο άντρας της την σκεφτόταν συνέχεια και τον έπνιγαν οι ενοχές.  Όταν κατάλαβε ότι γινόταν σεισμός, έτρεξε αμέσως στο γιοφύρι για να βρει τη γυναίκα του. Η Λυγερή είχε καταλάβει ότι γινόταν σεισμός και φοβόταν πάρα πολύ. Ο σεισμός ήταν πολύ δυνατός και το γεφύρι άρχισε να γκρεμίζεται. Την στιγμή εκείνη έφτασε ο άντρας της. Σαν από θαύμα την έβγαλε ζωντανή από τα ερείπια, την αγκάλιασε και όλα πήγαν καλά.

                                                                                                                                του Γιωργου  Γκ. (Γ1)
Η Λυγερή τελικά δεν χτίζεται μέσα στο γιοφύρι και με ένα μυστήριο τρόπο τελικά επιζεί. Το γιοφύρι το χτίζουν χωρίς να χρειαστεί η θυσία της  και ζει ευτυχισμένη μαζί με τον Πρωτομάστορα. Ίσως να έβρισκαν μια λύση,  ώστε να μη χρειαστεί να θυσιαστεί κάποιος.  Ή αν αυτό δεν ήταν δυνατό,  να μην έχτιζαν το γεφύρι,  καθώς η ζωή ενός ανθρώπου αξίζει περισσότερα.

                                                                                                                     της Άννας  Μαρίας Δ.  (Γ1)
Στο τέλος δεν κατέβηκε η γυναίκα του Πρωτομάστορα να πιάσει το δακτυλίδι. Έτσι κατάλαβαν ο Πρωτομάστορας και οι μαθητάδες ότι το γιοφύρι δεν πρόκειται να στεριώσει. Έτσι το   έμεινε άχτιστο. Μετά οι μαθητάδες άρχισαν να μοιρολογούν που έχασαν τα υλικά και τους κόπους τους. Μετά από καιρό, ένας άλλος μάστορας με τους μαθητάδες του το έβαλε πείσμα να τελειώσει το γιοφύρι.  Ξεκινήσανε πρωί – πρωί με κέφι.  Είχανε ακούσει στο χωριό ότι έπρεπε να στοιχειώσεις κάποιν για να φτιαχτεί το γιοφύρι, Αλλά  ο πρωτομάστορας , αντί για άνθρωπο έχτισε ένα πρόβατο και προσευχόταν να στεριώσει το γιοφύρι. Όταν τελείωσε, έκαναν τα εγκαίνια και τώρα το γιοφύρι είναι ακόμα εκεί. Έτσι, δεν ξέρουμε αν ήταν μύθος ή αλήθεια…

                                                                                                                                του Γιώργος Κ.  (Γ1)
Αφού οι εργάτες έχτισαν την γυναίκα του Πρωτομάστορα, άρχιζαν να χτίζουν το γιοφύρι της Άρτας και ως το βράδυ το είχαν τελειώσει.  Και χαρούμενοι για το έργο τους πήγαν να κοιμηθούν.
Μαζί τους ήταν και ο Πρωτομάστορας. Κουρασμένος πήγε στο κρεββάτι του να κοιμηθεί. Ήταν μια νύχτα με καταιγίδα και δυνατούς ανέμους. Ο Πρωτομάστορας δεν κοιμόταν καλά. Ο ύπνος του ήταν γεμάτος από τρομερούς εφιάλτες.
Ξαφνικά ακούγεται μια φωνή.  Ο πρωτομάστορας ξυπνάει καταιδρωμένος και κατατρομαγμένος.  Πάει σιγά -  σιγά στην πόρτα του δωματίου και βλέπει κάτι που του κόβει την ανάσα.
Ήταν η γυναίκα του! Ή κάτι σαν την γυναίκα του. Ίσως το φάντασμα της . Την πήρε τότε από το χέρι και την οδήγησε έξω από το σπίτι του. Έπειτα, πήγε στην καμάρα που ήταν κλεισμένη η γυναίκα του.  Ο Πρωτομάστορας βλέπει ότι εκεί ήταν μια πόρτα και ήταν ανοιχτή. Μπήκε έτσι μέσα να δει τι γίνεται. Μόλις όμως μπήκε μέσα , η πόρτα έκλεισε με αστραπιαία ταχύτητα. Μάταια ο Πρωτομάστορας χτυπούσε την πόρτα. Κι ενώ ήταν απελπισμένος κι έκλαιγε την μοίρα του, άκουγε το σατανικό γέλιο του φαντάσματος που έφευγε.
Με αυτόν τον τρόπο, τελικά πέθανε και ο Πρωτομάστορας και η γυναίκα του, το φάντασμα της οποίας πήρε εκδίκηση από τον άντρα της.

                                                                                                                              της Αγγελικής Γ.  (Γ1)
Μόλις η γυναίκα φτάνει στο γιοφύρι, ο άντρας της αναγκάζει τον εαυτό του να της πει την αλήθεια και αυτή αρνείται να θυσιαστεί για την κατασκευή ενός γεφυριού.  Τελικά κατορθώνουν και την χτίζουν με το ζόρι, καθώς  σύμφωνα με τα λόγια του πουλιού μόνο έτσι θα στεριώσει το γιοφύρι. Την επόμενη μέρα όμως παρατηρούν ότι ξαναγκρεμίστηκε. Εμφανίζεται πάλι το πουλί και τους ενημερώνει ότι το γιοφύρι θα στέριωνε μόνο με την συγκατάθεση της γυναίκας να θυσιαστεί και πως, εφόσον την έχτισαν παρά την θέληση της, το γιοφύρι δεν θα στέριωνε ποτέ.  Πραγματικά, κάθε μέρα προσπαθούσαν να το χτίσουν και πάντα γκρεμιζόταν.  Ο Πρωτομάστορας εξαιτίας του ότι πέθανε η γυναίκα του άδικά, ένιωθε τύψεις και πέθανε από τη στενοχώρια του και από αλκοολισμό.

                                                                                                                                  Της Βαλασίας (Γ1)
Καλά έκανε και άλλαξε την κατάρα η Λυγερή, γιατί την άλλη μέρα πέρασε από το γιοφύρι  ο αδερφός της και πήγε και βρήκε τον Πρωτομάστορα. Αμέσως μόλις έφτασε, ρώτησε για την αδελφή του και ο Πρωτομάστορας γεμάτος θλίψη του εξήγησε τι συνέβη. Ο αδερφός της Λυγερής άρχισε να του φωνάζει και να τον κατηγορεί τονίζοντας πόσο άκαρδος ήταν και ότι δεν την αγάπησε πραγματικά ποτέ.  Μετά από αυτή την έντονη συζήτηση, ο Πρωτομάστορας έφυγε και  πήγε μια βόλτα για να σκεφτεί. Για μια στιγμή σκέφτηκε να πεθάνει κι αυτός, ώστε να του συμβεί ό,τι  συνέβη στην αγαπημένη  γυναίκα του.  Αργότερα κι ενώ είχε βραδιάσει,  πήρε το δρόμο για το σπίτι του, αλλά πρώτα πέρασε από το γιοφύρι, έκατσε σε ένα σημείο και κοιτούσε συντετριμμένος τη βέρα του. Εκεί που καθόταν, ξαφνικά, άκουσε μια φωνή. Προχώρησε προς τα κει που ακουγόταν  και είδε ότι βγαίνει από ένα άνοιγμα σε ένα σημείο  του γιοφυριού που δεν είχε ακόμα κλειστεί καλά.
Μπήκε μέσα και ακολούθησε το άνοιγμα και βρήκε ακόμα ζωντανή τη γυναίκα του που ήταν εγκλωβισμένη μέσα στο γιοφύρι. Την βοήθησε να βγει έξω και την αγκάλιασε σφιχτά , λέγοντας της ότι ποδεν θα επιτρέψει  ξανά να της  συμβεί κάτι κακό.  Αυτή όμως ήταν πολύ δυσαρεστημένη από αυτό που της έκανε κι έτσι την επόμενη κιόλας μέρα μάζεψε τα πράγματα της κι έφυγε μαζί με τον αδερφό της.  Μετά από αυτό, ο Πρωτομάστορας  έπεσε σε βαθιά κατάθλιψη κι εκείνη, όταν το έμαθε,  ήταν πολύ στεναχωρημένη.  Μετά από ένα μήνα κατάλαβε ότι δεν ήθελε να ζήσει χωρίς αυτόν, γύρισε πίσω και του ανακοίνωσε και το ευχάριστο γεγονός που και η ίδια μόλις είχε καταλάβει, ότι ήταν έγκυος.  Έτσι τα ξαναβρήκανε και έζησαν κι οι δυο ευτυχισμένοι με τα παιδιά τους.

                                                                                                                                 
                                                                                                                           του Γιώργου Γ.  (Γ1)

Αφού, λοιπόν, έκλεισαν τη Λυγερή στο γιοφύρι, εκείνη έκανε την κατάρα, η οποία ήταν πολύ βαριά. Παρόλη την επιμονή του Πρωτομάστορα  να την αλλάξει, η γυναίκα δεν το έκανε και ξεψύχησε. Από εκείνη τη στιγμή, το γιοφύρι παρέμεινε στοιχειωμένο και συνέχιζε να γκρεμίζεται,αυτή τη φορά λόγω της κατάρας. Ο Πρωτομάστορας και οι υπόλοιποι έφυγαν απογοητευμένοι από το μέρος που ήταν το γιοφύρι. Την άλλη μέρα επέστρεψαν και το είδαν να έχει πέσει πάλι στο ποτάμι.  Έπειτα, το πουλί που ήταν και την προηγούμενη μέρα εκεί, εμφανίστηκε ξανά λέγοντας του ότι για να απαλειφθεί η κατάρα πρέπει να θυσιαστεί  ακόμα ένας, αυτή τη φορά ο Πρωτομάστορας, Έτσι, λοιπόν,  όλοι έμειναν άναυδοι. Αφού σκέφτηκε ότι δεν υπάρχει άλλη λύση, ο Πρωτομάστορας αποφάσισε να θυσιαστεί. Αφού τον χτύπησαν στο κεφάλι με μια μεγάλη πέτρα, πριν ξεψυχήσει, καταράστηκε το γιοφύρι με μια ήπια κατάρα,  η οποία  αναίρεσε την προηγούμενη.  Στη συνέχεια του έδωσαν την χαριστική βολή και ξεψύχησε.  Το γιοφύρι στοιχειώθηκε ξανά και αυτή τη φορά η θυσία είχε αποτέλεσμα. Από κείνη τη στιγμή, το γιοφύρι δεν γκρεμίστηκε ποτέ ξανά.

του Παντελή Δ. (Γ1)
«… Να τηνε  κι εξαφάνηκε από την άσπρη στράτα.
Τη βλέπει ο πρωτομάστορας, ραγίζεται η καρδιά του…»
Πλησιάζει τον Πρωτομάστορα και τον ρωτάει γιατί είναι στεναχωρημένος.  Αυτός της εξηγεί τι έχει συμβεί με κάθε λεπτομέρεια. Αυτή φοβισμένη στην αρχή πισωπάτησε δειλά – δειλά. Στη συνέχεια όμως, παίρνοντας μια βαθιά ανάσα είπε στο πρωτομάστορα πως αφού πρέπει να θυσιαστεί «Θα θυσιαστώ».  Όλοι όσοι ήταν εκεί ήταν λυπημένοι για το γεγονός, αλλά παράλληλα χαρούμενοι και περήφανοί για το θάρρος της γυναίκας να θυσιαστεί.  Λίγα λεπτά μετά ο δυστυχισμένος Πρωτομάστορας σκότωσε με «γλυκό τρόπο» την γυναίκα, ώστε να πραγματοποιηθεί αυτό που είχε πει το πουλί.

                                                                                                                                του Γιώργου Α. (Γ1).

Ένα χειρόγραφο που ανακαλύφθηκε τελευταία, φανερώνει το πραγματικό τέλος του τραγουδιού.
Να κι ο αδερφός που πέρασε το ξακουστό γιοφύρι
κι ανάθεμα την ώρα αυτή που η συμφορά τον ήβρε.
Γιατί αυτή  ήταν μοίρα του, να πέσει, να πεθάνει.
Καθώς επέφταν τα πουλιά, να κι η κατάρα πιάνει.
Που να ‘ξερε η Λυγερή, τι συμφορά τον ήβρε.
Και ότι αυτή  θα έφταιγε για τον μονάκριβός της.
¨Όπως φύγαν οι αδερφές, φεύγει κι ο αδερφός τους
αντίο  σε σένα, αδερφέ, και ο καημός δικός τους.
Φαίνεται δηλαδή ότι η Λυγερή δεν άλλαξε την κατάρα σε ευχή, κι ας είχε έναν αδερφό στην ξενιτιά,  ή , αν την άλλαξε, δεν έπιασε.  Έτσι πέρασε τυχαία της Άρτας το γιοφύρι έπεσε και πέθανε. Έτσι όλα τα αδέρφια ήταν αδικοχαμένα.


                                                                                                                      της Κωνσταντίνας Φ. (Γ3)

Αφού είχε πια εγκλωβιστεί η γυναίκα του στο γιοφύρι, ο Πρωτομάστορας  συνήλθε λίγο κι αισθάνθηκε μεγάλο δίλημμα. Να την στοιχειώσει τελικά ή να την απελευθερώσει; Τελικά, αποφασίζει να μπει κι αυτός μέσα στο γιοφύρι, ώστε να βρουν κοινό θάνατο. Άλλωστε, γι’ αυτόν η ζωή χωρίς την πολυαγαπημένη γυναίκα του θα ήταν ανούσια. Έτσι προκειμένου να μην τη χάσει, επιλέγει να πεθάνει μαζί της, δείχνοντας έτσι τη μεγάλη αγάπη που της έχει.  Στην συνέχεια, με εντολή του  Πρωτομάστορα οι μαστόροι ολοκληρώνουν το χτίσιμο του γιοφυριού. Το ποίημα τελειώνει μα την ευχή που ξεστομίζουν ταυτόχρονα ο Πρωτομάστορας και η Λυγερή, ώστε το γιοφύρι να στεριώσει και να μην γκρεμιστεί ποτέ.


                                                                                                                             του Κώστα Φ.  (Γ3)
Εγώ θα προτιμούσα μια πιο ευχάριστη εξέλιξη. Όταν η γυναίκα του Πρωτομάστορα  φτάνει στο γιοφύρι, πληροφορείται για το χαμένο δακτυλίδι του άντρα της και ,πρόθυμη, κατεβαίνει να το ψάξει. Μετά από αρκετή προσπάθεια δεν καταφέρνει να το βρει και ζητά από τον άντρα της να την βοηθήσει να ανέβει ξανά. Με βαριά καρδιά ο Πρωτομάστορας ρίχνει το μέγα λίθο. Ο πόνος του είναι τόσο μεγάλος! Αλλά αναγκάζεται να το κάνει, ώστε να στεριώσει το γιοφύρι.  Η γυναίκα ξεσπάει σε μοιρολόι για την τραγική της μοίρα και τα δάκρυα της τρέχουν στο χώμα. Ξαφνικά η γη αρχίζει και τρέμει.  Φοβισμένοι όλοι, ξαπλώνουν κάτω κι ύστερα από μερικά λεπτά με μεγάλη τους έκπληξη …

  [Δεν θα μάθουμε ποτέ τι προξένησε τόσο μεγάλη έκπληξη στους χτίστες, γιατί … έχασα την επόμενη σελίδα.  : ((      ] 

                                                                                                                               της Αγγελικής Φ.  (Γ3)
Η Λυγερή είχε κατεβεί να βρει τη βέρα του Πρωτομάστορα. Αλλά ενώ είχαν αρχίσει να την χτίζουν, έγινε θεϊκή παρέμβαση. Μ ένα ανεξήγητο τρόπο  σταμάτησε το χτίσιμο του γιοφυριού και η γυναίκα βρέθηκε δίπλα στον άντρα της. Έτσι, μπορεί να καταλάβει κανείς ότι όλο αυτό ήταν μια δοκιμασία του θείου. Βλέποντας ο Θεός την αφοσίωση των πολιτών στο κοινό συμφέρον, απέτρεψε τη θυσία.  Την ίδια στιγμή εμφανιστήκαν εκεί που χτιζόταν το γιοφύρι εννιά διαφορετικά είδη ζώων, έτοιμα για θυσία. Μ’ αυτόν τον τρόπο δόθηκε λύση στο πρόβλημα και το γιοφύρι στεριώθηκε για πάντα. Έτσι, ο Πρωτομάστορας και η Λυγερή έζησαν ευτυχισμένοι για το υπόλοιπο της ζωής τους.

                                                                                                                                       της Ζωής Σ. (Γ3)
Εκεί που μπαίνει η Λυγερή στο γιοφύρι ,για να βρει το δακτυλίδι, αρχίζουν οι μαστόροι να την χτίζουν μέσα σ’ αυτό.  Ο Πρωτομάστορας δεν άντεξε και έδωσε διαταγή να σταματήσουν το χτίσιμο και να χτίσουν εκείνον στο  γιοφύρι, σώζοντας την γυναίκα που αγαπούσε.  Έτσι έβγαλαν την γυναίκα του, την αποχαιρέτησε και διέταξε να αρχίζουν να τον κτίζουν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν. Έτσι η Λυγερή γλύτωσε και έζησε μόνη της, χωρίς τον σύζυγο της που την έσωσε.

                                                                                                                             του Γιώργου Π . (Γ3)
Καθώς η Λυγερή πλησίαζε στο γιοφύρι, κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά και άρχισε να τρέχει, Δυστυχώς όμως, οι χτίστες την πιάσανε και πήγαν να την σταυρώσουν πάνω στο γιοφύρι. Ο Πρωτομάστορας έβλεπε τη γυναίκα του να υποφέρει πάνω γεφύρι και άρχισε να κλαίει και να παρακαλεί να την σκοτώσουν για να πάψει να υποφέρει.  Μα όλοι είπα πως έπρεπε να υποφέρει για να γίνει το γιοφύρι πιο γερό.  Όταν πια ξεψύχησε, πήραν το πτώμα της και το κρέμασαν έξω από το σπίτι του Πρωτομάστορα,  για να την θυμάται…

                                                                                                                                Της Γαβριέλας Π. (Γ3)
Όταν ήρθε η γυναίκα του, ο Πρωτομάστορας στην αρχή δεν της είπε τίποτα.  Όλοι ήταν λυπημένοι.  Προσπάθησε να της μιλήσει και τελικά της το είπε.  Πως θέλανε να την θυσιάσουνε, για να μην ξαναγκρεμιστεί η γέφυρα.  Αυτή δεν δέχθηκε και, πάρα πολύ λυπημένη, πήγε στην οικογένεια της  και τους είπε τι θέλουν να κάνουν. Όλη η οικογένεια ήταν πολύ λυπημένη και σκεπτική. Δεν ήξεραν τι έπρεπε να κάνουν. Μέχρι που η μητέρα της ήθελα να θυσιαστεί αντί για την κόρη της.  Όταν το άκουσε η γυναίκα του Πρωτομάστορα, θύμωσε. Την αγαπούσε πάρα πολύ η μητέρα και για αυτό έδινε τη ζωή της για την κόρη της.  Ο Πρωτομάστορας ήταν αμίλητος.  Τότε, η Λυγερή πήγε και του είπε ότι τον αγαπάει και θα θυσιαστεί για το γιοφύρι. Εκείνος ήταν πολύ στεναχωρημένος.  Τα πάντα ήταν χάλια.  Η γυναίκα πήγε στη γέφυρα, φώναξε τους άλλους μαστόρους και τους είπε ότι θα θυσιαστεί.  Όταν τη χτίζανε, ευχήθηκε να μην ξαναγκρεμιστεί το γιοφύρι και είπε στον άντρα της πως τον αγαπάει και να μην στεναχωριέται.  

                                                                                                                            του Μάριου Π. (Γ3)
Όταν ο Πρωτομάστορας είδε την γυναίκα του να έρχεται από μακριά και τους βοηθούς του να είναι έτοιμοι να την θάψουν, έτρεξε και την αγκάλιασε. Και μόλις φύγανε από το μέρος που φτιάχνανε το γιοφύρι, έπεσε το γιοφύρι πάνω στους άλλους μαστόρους και τους πλάκωσε. Και ο Πρωτομάστορας έχτισε το γιοφύρι μ’  αυτούς.

                                                                                                                                      Της Ελένης Φ. (Γ3)
Όταν μπήκε η γυναίκα μέσα στο γιοφύρι το κατάλαβε  ότι θα την έκτιζαν. Βγήκε μόνη της.  και έριξε έναν από τους χτίστες και αμέσως μετά χτίστηκε αυτός μέσα. Έτσι η Λυγερή και ο Πρωτομάστορας έζησαν καλά, δίχως έννοια για το αν είχε χτιστεί το γιοφύρι.

                                                                                                                               του Μιχαλη Σ. (Γ3)
Μπήκε μέσα στο γιοφύρι η Λυγερή να βρει το δακτυλίδι, αλλά πουθενά δεν το έβρισκε.  Άρχισαν, λοιπόν, ένας-  ένας  να τη χτίζουν την καημένη, ενώ αυτή πήγε να τους βοηθήσει για να βρουν το δακτυλίδι. Η Λυγερή θυμήθηκε τις αδερφές και προσπάθησε μόνη της να βγει. Δεν τα κατάφερε και έτσι άρχισε  να λέει βαριές κατάρες, διότι την γέλασαν, τις οποίες αρνήθηκε να ανασκευάσει.

                                                                                                                            του Μανόλη Τ. (Γ3)
Η γυναίκα έβλεπε τους εργάτες που αργοπορούσαν και έτσι κατέβηκε να τους δώσει ένα χέρι. Κατέβηκε μ ένα σκοινί για να χτίσει, αλλά το σκοινί δεν την άντεξε. Κι έτσι κρατήθηκε από το χτίσμα. Ήταν όμως ή ώρα που το γιοφύρι γκρεμιζόταν κι έτσι έπεσε και σκοτώθηκε. Μετά οι μάστοροι την έκτισαν μέσα.

                                                                                                                              του Αλέξανδρου Σ.   (Γ1)
Αποφασίζουν τελικά να θυσιάσουν τη Λυγερή.  Αυτή, όταν το άκουσε, το δέχτηκε και αποφάσισε να θυσιαστεί, για να χτιστεί το γιοφύρι και να γλυτώσουν την κούραση οι εργάτες.  Αλλά το πρωί που ξύπνησε ήταν άρρωστη και είχε ζαλάδα και θα την έχτιζαν στο γιοφύρι μια άλλη μέρα. Στο μεταξύ οι εργάτες συνέχιζαν και έχτιζαν το γιοφύρι για να περάσει η ώρα. Κι έφτασε η μέρα που θα χτίζανε τη Λυγερή και , καθώς την πήγαιναν, είδαν ότι το γεφύρι ήταν ακόμα χτισμένος και δεν είχε πέσει.  Αποφάσιζαν να συνεχίσουν να το χτίζουν μέχρι να τελειώσει και να μην κτίσουν τη Λυγερή. Ονόμασαν το γιοφύρι «Λυγερή» προς τιμή της.

                                                                                                                               της Ανθής (Γ3)
Δεν πήραν τελικά τη γυναίκα του Πρωτομάστορα κι έτσι αυτός δεν την έχασε, Έτσι δεν είπε η Λυγερή καμιά κατάρα. Αντίθετα είπε μια πολύ καλή ευχή που κράτησε για πάντα.

2 σχόλια:

Σωτηρία Σιαμαντούρα είπε...

Tι φτιάξαν πάλι τ' Αρχαγγελούδια μας... Σκέφτομαι ολους αυτούς που τα έφτιαξαν και συγκινούμαι.. Καλή αρχή να χουνε στη Β Λυκείου πλέον!!!

Kakos Lykos είπε...

Λέγαμε με την Αφροδίτη ότι θα λέμε ότι είναι παλιόπαιδα, για να μας μένουν οι θέσεις... Μην καρφώνεσαι!!!