Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Δευτέρα, 9 Μαΐου 2011

Ποτέ δεν θα πειράξω τα ζώα τα καημένα... Θα τους γράψω και κάτι.

-->
Στα πλαίσια της διδασκαλίας του ποιήματος του Νίκου Καββαδία (εδώ και εδώ) "Οι γάτες των φορτηγών" και καθώς είχε προηγηθεί η διδασκαλία του αφηγήματος του Αντώνη Σουρούνη (εδώ και εδώ) "Άνθρωποι και δελφίνια", ζητήθηκε από τους μαθητές του Β2 και του Β3 του Γυμνασίου Αφάντου να γράψουν ένα κείμενο με θέμα τα ζώα... (Για τις αντιλήψεις μου περί δημιουργικής γραφής στο σχολείο ανατρέξτε εδώ). Τα κείμενα αυτά καθυστέρησαν να βγουν στο φως λόγω φόρτου εργασίας  (διδακτικής ή στα πλαίσια της Λ.Α.Γ.Α.) αλλά δεν λησμονήθηκαν. Ιδού λοιπόν οι επινοήσεις, οι διασκευές και οι σκέψεις των παιδιών μου...


Πριν ξεκινήσουμε όμως ένα τραγουδάκι για την αποκατάσταση των (κακών) λύκων
 
(In the Doutch mountains)       του Γιάννη Π. Β3

Πριν από μερικά χρόνια σε ένα χωριό της Ολλανδίας ζούσε ένας άνθρωπος, απομακρυσμένος από τους υπόλοιπους. Το όνομα του ήταν Χαλ και ήταν 46 χρονών. Δεν ήταν παντρεμένος και η μοναδική τους συντροφιά ήταν ένας σκύλος που τον έλεγαν Ρίκι.  Όσοι τον έβλεπαν έφευγαν γρήγορα από κοντά του, γιατί  δεν έβγαινε συχνά από το σπίτι και όλοι νόμιζαν ότι ήταν κακός. Ο σκύλος του ήταν ένα πολύ μεγάλο σκυλί, με μεγάλα μάτια και πολύ τριχωτό.
Μια μέρα αποφάσισε να πάρει τον σκύλο του και να πάνε για κυνήγι στο δάσος. Στον Ρίκι όμως δεν άρεσε να σκοτώνει άλλα ζώα. Έτσι έφυγε και πήγε σε ένα ξέφωτο όπου βρήκε όλα τα άλλα ζώα και τους είπε να γίνουν φίλοι. Αλλά η ώρα περνούσε και το αφεντικό του άρχισε να ανησυχεί ολοένα και περισσότερο για τον Ρίκι. Ο Ρίκι περνούσε τέλεια  με τα υπόλοιπα ζώα χωρίς να τον νοιάζει για το αφεντικό του. Άρχισε να νυχτώνει και ο Χαλ δεν έβρισκε τον Ρίκι πουθενά. Έτσι αποφάσισε να γυρίσει σπίτι με την ελπίδα ότι ο σκύλος του θα  ήταν εκεί. Όμως ο Ρίκι δεν ήταν στο σπίτι.
Την επόμενη μέρα ο Χαλ ξύπνησε από τα χαράματα για να βρει τον Ρίκι. Καθώς περπατούσε συνάντησε τρεις κυνηγούς και τους ρώτησε αν είδαν κάποιο σκύλο. Αυτοί γέλασαν μαζί του και του είπαν πως αν  έβρισκαν κάποιο σκύλο σιγά να μην του το έλεγαν. Θα τον κρατούσαν  για τον εαυτό τους.  Ο Χαλ εκνευρισμένος συνέχισε το δρόμο του φωνάζοντας ξανά και ξανά το όνομα του σκύλου του. 
Ο Ρίκι όλο το βράδυ κοιμόταν με τ’ άλλα ζώα, μα όταν ξύπνησε δεν βρήκε κανένα  ζώο εκεί. Τη στιγμή εκείνη θυμήθηκε το αφεντικό του και σκέφτηκε ότι θα ανησυχούσε πολύ γι’ αυτόν. Έτσι αποφάσισε να πάει σπίτι.  Στο μεταξύ ο Χαλ , καθώς αναζητούσε το σκύλο του, συνάντησε έναν μεγάλο και άγριο λύκο. Ο λύκος του επιτέθηκε και  τον σκότωσε.  Ο Ρίκι, όταν γύρισε στο σπίτι και δεν βρήκε τον Χαλ ακολούθησε τη μυρωδιά του και άρχισε να τον αναζητά.  Αφού προχώρησε πολύ βρήκε το αφεντικό του που ήταν νεκρό. Ο Ρίκι άρχισε να κλαίει από πάνω του.
Τα χαράματα της επόμενης μέρας δυο κυνηγοί είδαν το σκύλο και το σώμα  του Χαλ και είπαν να πλησιάσουν να δουν τι είχε συμβεί. Όταν πλησίασαν είδαν τον σκύλο να ξεψυχά από την στεναχώρια του για το θάνατο του αφεντικού του.  Οι δυο κυνηγοί έθαψαν στον ίδιο τάφο τον άνθρωπο και το σκύλο και έγραψαν από πάνω σε μια πέτρα: « Και τα ζώα έχουν καρδιά».


(The Band of Brothers)                       Της Τσαμπίκας   Π.             Β3
 Μια φορά και έναν καιρό,  σ’ ένα μακρινό δάσος πάνω σ’ ένα βουνό, ζούσε μια ασυνήθιστη  παρέα από ζώα. Ένας λαγός, μια χελώνα, ένας σκαντζόχοιρος και ένας λέοντας. Ο λαγός ονομαζότανε Τζο, η χελώνα Μαίρη, ο σκαντζόχοιρος Ζακ και το λιοντάρι Κόντι.  Και περνούσαν ήρεμα και ξέγνοιαστα τις μέρες τους.
Μια μέρα, λοιπόν, πετάχτηκε πάνω ο Κόντι και λέει:
«Δεν πάει άλλο, πρέπει να οργανώσουμε την ομάδα μας».
Τα άλλα ζώα αναρωτήθηκαν τι να εννοούσε ο λέοντας  και τον ρώτησαν:
« Τι προτείνεις?»
Κι εκείνος απάντησε:
«Πρέπει να ορίσουμε κάποιον αρχηγό, που θα ελέγχει τα τρόφιμα, την συμπεριφορά και θα  βάζει μια τάξη σ’ αυτό το μέρος!»
Τα ζώα συμφώνησαν άλλα είχαν ακόμα μια απορία. Τότε πετάχτηκε η Μαίρη και είπε:
«Καλά όλα αυτά, αλλά ποιος θα γίνει αρχηγός? »
Και απαντάει το λιοντάρι:
«Ποιος άλλος βέβαια? Εγώ θα γίνω ο αρχηγός σας!»
Τα ζώα το σκέφτηκαν πολύ και τελικά αποφάσισαν να γίνει ο Κόντι δοκιμαστικά αρχηγός.
Οι μέρες  κυλούσαν και το λιοντάρι ήταν αρχηγός, χωρίς να κάνει αυτά που έπρεπε και να ελέγχει το χώρο γύρω του. Το μόνο που έκανε ήταν να λέει συνεχώς ότι είναι ο καλύτερος κι ο ομορφότερος απ’ όλα τα ζώα. Αντίθετα, τ’ άλλα ζώα προσπαθούσαν για το καλύτερο και φρόντιζαν για τα πάντα.  Καθώς περνούσαν οι μήνες, τα ζώα δεν άντεχαν άλλο. Ο αρχηγός που είχαν επιλέξει ήταν ένας κακός, ο οποίος το μόνο που έκανε ήταν να τους διατάζει και να τους προσβάλλει συνεχώς. Έτσι αποφάσισαν να του μιλήσουν.
Ύστερα από λίγες μέρες, λοιπόν, ο Ζακ αποφάσισε πρώτος να του μιλήσει. Αφηγήθηκε τα γεγονότα και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν, αλλά ο Κόντι δεν ασχολήθηκε πολύ και έδιωξε τον Ζακ. Έτσι εκείνο το βράδυ τα ζώα αποφάσισαν να εγκαταλείψουν το λιοντάρι.
Το πρωί, λοιπόν, όταν ξύπνησε ο Κόντι , έψαχνε, έψαχνε, πουθενά οι φίλοι του. Ξαφνικά εκεί που φώναζε ακούει ένα πυροβολισμό. Γυρίζει και πίσω του βλέπει δυο κυνηγούς. Προσπαθεί να φύγει αλλά δεν τα καταφέρνει. Οι κυνηγοί τον πιάνουν και τον κρατάνε φυλακισμένο σε ένα φορτηγό για να τον πάνε την επόμενη μέρα στην πόλη, στο ζωολογικό κήπο. Έτσι καθώς έκλαιγε ο Κόντι, βλέπει ξαφνικά την πόρτα του φορτηγού ν’ ανοίγει. Ήταν οι φίλοι του, τα ζώα. Μόλις τους είδε, τους αγκάλιασε και τους ζήτησε ταπεινά συγγνώμη. Έπειτα τον ελευθέρωσαν και επέστρεψαν πίσω στο δάσος.
Όπου ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.


(Η ισχύς εν τη ενώσει)                   της Χαρούλας .       Β2
Κάποτε υπήρχαν δυο σκιουράκια που ζούσαν σε ένα δάσος. Τα δυο σκιουράκια ήταν αχώριστοι φίλοι, μα όλοι τα κορόιδευαν, γιατί δεν είχαν την συνηθισμένη φουντωτή ουρά που έχουν τα περισσότερα  σκιουράκια.  Και που και που ερχόταν ένας άνθρωπος και έφερνε τροφή στα ζώα του δάσους. Αυτός ο άνθρωπος αγαπούσε ιδιαίτερα τα δυο σκιουράκια για κάποιο λόγο και γι’ αυτό τα υπόλοιπα ζώα ζήλευαν.
Μια μέρα λοιπόν, τα δυο σκιουράκια μάζευαν βελανίδια και άκουσαν δυο ανθρώπους να λένε ότι θα κάψουν το δάσος το βράδυ. Τότε τα δυο ζωάκια σκέφτηκαν ότι κάτι πρέπει  να κάνουν , για να μην καεί το δάσος. Αρχικά, προσπάθησαν να μιλήσουν στα άλλα ζώα, μα αυτά δεν έπαιρναν τους δυο φίλους στα σοβαρά. Τότε, ήρθε ο άνθρωπος που τάιζε τα  ζώα. Είχε πάει 8 η ώρα κιόλας και ο άνθρωπος ήταν ακόμη στο δάσος. Τότε ήρθε στα σκιουράκια μια φοβερή ιδέα. Σκέφτηκαν να κρατήσουν τον καλό άνθρωπο στο δάσος, μέχρι να έρθουν οι εμπρηστές.  Τότε ο καλός άνθρωπος θα τους έδιωχνε και θα έσωζε το δάσος.
Έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο τους αμέσως. Αφού ο άνθρωπος τάισε και έπαιξε λίγο με τα ζώα, σηκώθηκε από τον κορμό που καθόταν, για να φύγει. Αλλά πρόλαβε και έκανε λίγα βήματα μόνο, γιατί τα σκιουράκια τον τραβούσαν από τα μπατζάκι και του έκαναν νοήματα να μείνει. Αυτός δεν μπορούσε να χαλάσει χατίρι σε κανέναν και ειδικά στα αγαπημένα του σκιουράκια κι έτσι έμεινε.
Η ώρα πήγε 9:30. Ο άνθρωπος και τα σκιουράκια άκουσαν ένα θόρυβο σαν να περπατούσε κάποιος στις φυλλωσιές. Τότε τα ζωάκια κρύφτηκαν και ο καλός άνθρωπος πήγε να δει από που ερχόταν ο θόρυβος.  Είδε τους δυο εμπρηστές να αδειάζουν μπιτόνια με βενζίνη στα χόρτα. Όταν οι εμπρηστές είδαν τον άνθρωπο άρχισαν να τρέχουν. Έτσι δεν έβαλαν τη φωτιά και το δάσος σώθηκε.

(Χάπι εντ)        Της Παραμυθίας      Β2
Είναι ένα ήσυχο πρωινό στο δάσος όπου  καθένα από τα ζώα έκανε τη δική του δουλειά. Όλα ήταν μονιασμένα μεταξύ τους και…….. Ξαφνικά ακούγεται ένας πυροβολισμός!!!! Όλα ξαφνιάστηκαν και φοβήθηκαν τόσο πολύ. Το καθένα μπήκε στη φωλιά του.  Η χελώνα στο καβούκι της, τα μυρμήγκια στην μυρμηγκοφωλιά, όλα τα ζώα κρύφτηκαν… Μόνο τα ελαφάκια δεν έχουν που να πάνε…
Όταν ακούστηκε δεύτερος, πιο δυνατός, πυροβολισμός, τα ελαφάκια κατάλαβαν ότι κινδυνεύουν. Από το φόβο τους δεν ήξεραν τι να κάνουν και άρχισαν να τρέχουν από δω κι από κει. Ο κυνηγός πλησίαζε…
Τα πουλιά σταμάτησαν να κελαηδούν και  τίποτα δεν ακουγόταν. Μόνο τα βήματα του κυνηγού. Αυτός δεν είχε βρει ακόμα κάποιο ζώο να σκοτώσει και, επειδή έκανε πολύ κρύο,  για να ζεσταθεί,  αποφάσισε να ανάψει μια φωτιά.  Λοιπόν, την άναψε. Μετά από λίγο όμως η φωτιά έγινε ανεξέλεγκτη. Ο κυνηγός δεν μπόρεσε να τη σβήσει κι  αυτή όλο μεγάλωνε. Τότε πήρε την Πυροσβεστική. Τα ζωάκια είχαν πανικοβληθεί και άρχισαν να φεύγουν όπου τύχει. Για καλή τους τύχη ήρθε γρήγορα η Πυροσβεστική και έσβησε τη φωτιά.
Μετά ο κυνηγός μπήκε φυλακή και δεν ξαναβγήκε ποτέ…        


(Γάτες τα λαγούδια...)                                          Της Φωτεινής     Λ.         Β2
Μια φορά και ένα καιρό σε ένα μεγάλο δάσος  ζούσε η οικογένεια των λαγουδιών. Είχε 4 μικρά άσπρα λαγουδάκια που ζούσαν χαρούμενα στο δάσος. Έπαιζαν στη φύση, κάνανε βόλτες και απολάμβαναν τη ζωή.
Μια μέρα η μητέρα λαγουδίνα και ο πατέρας λαγός έπρεπε να φύγουν για ένα ταξίδι. Έτσι τα τέσσερα λαγούδια θα αναγκαζότανε να μείνουν στο σπίτι. Γιατί στο δάσος ζούσε  και ένας κατάμαυρος σκύλος, πολύ μεγάλος, που όλο πεινούσε και έτρωγε ότι έβρισκε.
Έτσι, αφού οι γονείς έφυγαν, τα λαγουδάκια έμειναν μόνα, κλεισμένα στο σπίτι. Η ώρα  κυλούσε ευχάριστα,  ώσπου ήρθε το βράδυ. Έξω από το σπίτι ακούστηκε ένας περίεργος θόρυβος, ήταν γαύγισμα. Ήταν ο κακός μαύρος σκύλος. Εκείνη τη στιγμή τα λαγουδάκια πανικοβλήθηκαν, γρήγορα όμως βρήκαν τον εαυτό τους και κρύφτηκαν πίσω από την πόρτα κρατώντας ένα μεγάλο  καζάνι καυτό νερό.  Όταν ο σκύλος μπήκε μέσα, τα λαγούδια  ρίξανε επάνω του το νερό. Έτσι ο κακός σκύλος έφυγε και δεν τον ξανάδε ποτέ κανείς…

Το λιοντάρι και το ποντίκι   της Ματίνας Ν. Β2
Μια φορά κι ένα καιρό, στα βάθη της ζούγκλας ζούσε ένα πανέμορφο, δυνατό,  λιοντάρι που δεν φοβόταν τίποτα και κανέναν. Μια νύχτα ξύπνησε ξαφνιασμένο. Κάτι γαργαλούσε τα πόδια του. Άνοιξε τα μάτια του και βλέπει ένα μικρό ποντίκι να έχει μπλεχτεί στα νύχια του και να προσπαθεί να ξεφύγει.  Το λιοντάρι έβαλε τα γέλια.
-          «Τι θες μικρούλη μου?» είπε στο ποντίκι.
-          «Αχ, γενναίο μου λιοντάρι, πήγαινα  να κρυφτώ στη φωλιά μου αλλά έχασα τα δρόμο », απάντησε το ποντίκι.
Το λιοντάρι έσκασε στα γέλια και το ποντίκι δεν  ήξερε τι να απαντήσει …
Πέρασαν μέρες. Το λιοντάρι περπατούσε στη ζούγκλα και έπεσε στην παγίδα ενός κυνηγού. Γερά δίχτυα το τύλιξαν και δεν μπορούσε να τα  ξεμπλέξει από πάνω του. Το μικρό ποντικάκι έτρεξε κοντά του και  άρχισε με τα μυτερά του δοντάκια να ροκανίζει τα σκοινιά.
Σε λίγο το λιοντάρι ήταν ελεύθερο.  Αμέσως είπε στο ποντικάκι να σκαρφαλώσει στην πλάτη του και πήρε το δρόμο για τη φωλιά του.
Από τότε το λιοντάρι και το ποντίκι έγιναν οι καλύτεροι φίλοι.

Η κότα η χαζή.                    Της Ματίνας , Β2

Μια φορά και έναν καιρό ήταν μια  χαζούλα κότα κάτω από μια βελανιδιά. Εκεί που καθόταν ξέγνοιαστη της ήρθε κατακέφαλα ένα βελανίδι. Τρόμαξε τόσο πολύ κι άρχισε να φωνάζει και νόμισε ότι πέφτει ο ουρανός.
 «Πρέπει να τρέξω να το πω στο βασιλιά!» σκέφτηκε.
Πηγαίνοντας στο παλάτι συνάντησε  την φίλη της την κότα που ήταν το ίδιο χαζούλα.
«Που πας?» τη ρώτησε.
«Τρέχω να πάω να  πω στο βασιλιά πως  πέφτει ο ουρανός» απάντησε η κότα.
«Τότε, θα ‘ρθω και γω μαζί» κακάρισε η φίλη της.
Στο δρόμο τις βρίσκει ο κόκορας και πηγαίνει κι αυτός μαζί. Στη συνέχει συναντούν την χήνα με τον άντρα της και τους ακολουθούν, παρακάτω ήταν η πάπια και πήγε κι αυτή η μαζί τους.
Πίσω από ένα θάμνο παραμόνευε η κυρά - αλεπού.   
-          «Για πού το βάλατε όλοι τόσο βιαστικοί?» ρώτησε.
-          «Πάμε να βρούμε το βασιλιά να του πούμε πως πέφτει ο ουρανός» απάντησε η κότα.
-          «Ελάτε μαζί μου να πάμε από ένα μονοπάτι πιο γρήγορα » λέει η αλεπού.
Όλοι τη ακολούθησαν  κι η αλεπού τους οδήγησε όλους στο σπίτι της όπου περίμεναν ξελιγωμένοι από την πείνα ο άντρας της και τα πέντε νηστικά παιδιά της.
Και αυτό- και λυπάμαι που το λέω- ήταν το τέλος για την χαζούλα κότα και όλη την παρέα,  γιατί η αλεπού με την οικογένεια της τους έφαγαν και έτσι ο βασιλιάς ποτέ δεν έμαθε ότι ο ουρανός είχε πέσει στο κεφάλι της χαζούλας κότας…

(Το συναξάρι του τιμημένου γαϊδάρου. Part deux)               της Σπυριδούλας  Β3
Μια φορά κι ένα καιρό, πάνω  ψηλά σ’ ένα  βουνό, ζούσε μια πολύ χαρούμενη οικογένεια που είχε ένα γάιδαρο που τον φώναζαν Νάνο.  Έτσι το ονόμασαν τα δυο αγόρια της οικογένειας, γιατί ήταν κοντό και φιλόξενο… Το γαϊδουράκι όμως δεν ήξερε να γκαρίζει γιατί ήταν ακόμα μικρό.
Μια μέρα, τα αγόρια πήραν τον Νάνο βόλτα στην κορυφή του βουνού, πράγμα που δεν τους επέτρεπε να κάνουν ο πατέρας τους, αν δεν ήταν  κι αυτός πάρων… Όταν ανέβηκαν στο βουνό, λοιπόν, το ένα παιδί σκόνταψε και χτύπησε άσχημα κι άρχισε να αιμορραγεί πολύ. Το παιδί έκλαιγε από πόνο και το άλλο άρχιζε να φωνάζει για βοήθεια.  Τότε το γαϊδουράκι, ο Νάνος,  κατάλαβε τι έγινε και έτρεξε για βοήθεια.
Βρήκε τους γονείς των παιδιών και άρχισε να μουγκρίζει. Ο πατέρας, γνωρίζοντας ότι το γαϊδουράκι  δεν μπορούσε να γκαρίξει, αντιλήφθηκε ότι κάτι συμβαίνει και το ακολούθησε μέχρι την κορυφή του βουνού όπου βρίσκονταν τα παιδιά. Όταν έφτασαν, ο πατέρας  σήκωσε το παιδί, το έβαλε πάνω στο γαϊδουράκι και το πήγε σπίτι στη μητέρα να το περιποιηθεί.
Στο τέλος,  το παιδί έγινε καλά, το γαϊδουράκι έμαθε να γκαρίζει, τα δυο παιδιά μάθανε να μην πηγαίνουν βόλτα με το Νάνο χωρίς τον πατέρα και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα…

(Ο Αράπης, ο μαύρος, ο σκύλος …)  του Δανιήλ   Χ.   Β3
«Τα ζώα στην ζωή του ανθρώπου είναι    συντροφιά, ανάγκη, δέκτης της φροντίδας του, της φιλίας του, της αγάπης του,…  ». Κι άλλα πολλά είπε ο πάππους, μα δεν τα συγκράτησα. Εγώ τα ζώα τα αγαπώ, αλλά φοβάμαι. Για αυτά. Πολλές φορές μου γεννήθηκε η ανάγκη να έχω ένα ζώο -μικρό όμως, λόγου χάρη ψαράκι, χελώνα, πουλάκι-  για να το φροντίζω…
Η επιθυμία και ο φόβος μου γεννήθηκε, όταν μου μίλησε ο παππούς μου για τον Αράπη.  Ένα μαύρο μαλλιαρό σκύλο που δεν ξέρω τη ράτσα του και τον αγάπησα πολύ χωρίς καν να τον ξέρω . Ήταν το σκυλάκι του παππού μου, όταν ήταν δέκα χρονών.    Ήταν αδέσποτος και τον μάζεψε… Η ιδιαιτερότητα του σκυλιού αυτού? Ήταν τυφλός. Έτσι ο πάππος μου τον είχε συνέχεια μαζί του. Αλλά μια μέρα ξέφυγε από την προσοχή του, πέρασε τον δρόμο και τον σκότωσε ένα αυτοκίνητο. Ο πάππος μου από τότε δεν ήθελε να έχει άλλο ζώο-φίλο.
Τα ζώα πρέπει να υπάρχουν στη ζωή μας, γιατί μας διδάσκουν τον τρόπο να γίνουμε περισσότερο άνθρωποι. Άλλωστε, δεν μας χωρίζουν πολλά από αυτά!  Μόνο που εμείς έχουμε μυαλό να χρησιμοποιούμε. Πράγμα που δεν κάνουμε πολλές φορές. 
(Αψού, αψού το παπί)                                                                        Της Χριστίνας Π. Β3
Κάποτε ήταν ένα παπάκι που ανυπομονούσε να βρέξει, για να γίνει μούσκεμα. Ωστόσο η μαμά του το συμβούλευε να  μην κάθεται με τις ώρες στη βροχή, γιατί θα αρρωστήσει. Μα ποτέ δεν την άκουγε και πάντα περίμενε να βρέξει, για να βγει έξω.
Η μαμά του είχε αγανακτήσει, γιατί φοβόταν για το παιδί της. Προκειμένου να μην αρρωστήσει,  του πρότεινε να φοράει την αδιάβροχη σκούφια του, έτσι ώστε να μην ανησυχεί για αυτό. Δυστυχώς, το παπάκι δεν άκουγε τις συμβουλές της.
Μια μέρα, λοιπόν, το παπάκι γύρισε σπίτι του τραυματισμένο και άρρωστο. Τότε η μαμά του για τιμωρία το κράτησε όλη μέρα κλεισμένο στο σπίτι. Φυσικά, αυτό δεν άρεσε στο παπάκι.
Την άλλη μέρα υποσχέθηκε στη μαμά του πως δεν θα ξαναβγεί ποτέ χωρίς την αδιάβροχη σκούφια του, γιατί κατάλαβε ότι εκθέτει τη ζωή του σε κίνδυνο. 

Τα ζώα.            Της Μιχαέλας    Β2 
Όλα τα ζώα είναι υπέροχα. Υπάρχουν πολλών ειδών ζώα και το καθένα έχει τις δικές του ιδιαιτερότητες. Τα περισσότερα είναι φιλικά προς τον άνθρωπο, αρκεί κι  εμείς να τους φερόμαστε σωστά.
 Εγώ αγαπώ πολύ τα ζώα. Και κάποτε πήγα σε ένα μεγάλο κτίριο στο οποίο ήταν όλων των ειδών  τα ζώα και μπορούσες να τα αγοράσεις. Καθώς περπατούσα, έβλεπα τα ζώα και μου φαινόταν όλα καταπληκτικά. Ήταν όλα τόσο όμορφα! Αυτό που ξεχώρισα ήταν ένας παπαγάλος. Σε ότι τον ρωτούσα απαντούσε «Δεν ξέρω». Είχε πολύ πλάκα! Κάθε φορά που τον ρωτούσα,  το επαναλάμβανε. Τον συμπάθησα πολύ.
Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο ήταν ο Μπρουκ.  Ο Μπρουκ  ήταν ένα νεογέννητο πόνυ, το οποίο, όταν με είδε, ήρθε και στάθηκε δίπλα μου. Στη συνέχεια με ακολουθούσε παντού, όπου πήγαινα. Το είχα αποφασίσει˙  Τον Μπρουκ  θα αγόραζα. Μετά όμως το ξανασκέφτηκα και κατάλαβα ότι ήταν νεογέννητο και χρειαζόταν τη μητέρα του, για να το μεγαλώσει. Δεν ήθελα να τους χωρίσω.
Παρακάτω ένας καλός κύριος που δούλευε εκεί μου είπε ότι υπήρχε ένα μικρό πόνυ του οποίου  είχαν χάσει τη μητέρα. Ήταν το ίδιο συμπαθητικός με τον Μπρουκ . Τον έλεγαν Ρόκυ. Τελικά αποφάσισα ότι αυτόν θα αγόραζα! Στο σπίτι του ετοιμάσαμε στην αυλή ένα σπιτάκι και σκεφτόμουν ότι ευτυχώς που είχαμε μεγάλη αυλή και θα μπορούσα να παίζω μαζί του. Για κακή μου τύχη όμως, τρεις μέρες μετά μας ειδοποίησαν ότι βρήκαν την μητέρα του. Μας είπαν να το φέρουμε πίσω μόνο αν το θέλουμε. Αλλά εγώ σκέφτηκα ότι θα ήταν καλύτερο για αυτόν να πάει πίσω με τη μαμά του.
Εγώ όμως  ήθελα οπωσδήποτε ένα ζωάκι.  Αυτό που διάλεξα ήταν ο παπαγάλος. Τον είχα συμπαθήσει πάρα πολύ.  Περνούσαμε πολλές ώρες  μαζί  και αυτό με έκανε να τον αγαπήσω πολύ. Και κάθε φορά επέμενε. «Δεν ξέρω».

( Τιμωρία χωρίς έγκλημα)                                   της Μαρίας Σ.     Β3

Όταν ήμουν μικρή, επιθυμούσα να πάρω ένα κουταβάκι. Οι γονείς μου αρνήθηκαν λέγοντας ότι είμαι πολύ μικρή, για να το φροντίζω. Όταν έκλεισα τα δώδεκα , ο μπαμπάς μου έκανε την έκπληξη και μου αγόρασε ένα κουταβάκι.
Ήταν τόσο μικρό… Το κράτησα στην αγκαλιά μου και δέθηκα από την πρώτη στιγμή μαζί του. Το χρώμα του ήταν μαύρο και τα ματάκια του έλαμπαν. Ήταν πολύ ναζιάρικο και , όταν με έβλεπε, κουνούσε την ουρά του. Όλη η οικογένεια μου το αγαπούσε πολύ και του είχαμε δώσει το όνομα Miley .
Δυστυχώς, οι γείτονες είχαν πρόβλημα μαζί του.  Έλεγαν ότι το βράδυ κάνει θόρυβο και δεν τους άφηνε να κοιμηθούν.  Η Miley, μετά από κάποιο διάστημα, ήταν συνέχεια στους δρόμους. Επειδή εγώ δεν ήμουν συνέχεια στο σπίτι κι ούτε και οι γονείς μου, δεν μπορούσαμε να την προσέχουμε κι έτσι είχε μεγάλο κίνδυνο να σκοτωθεί.
Το κακό όμως δεν ήρθε από εκεί. Κάποιος της έβαλε φόλα. Όλοι στεναχωρηθήκαμε που πέθανε η Miley και περισσότερο εγώ και η αδερφή μου. Τέλος, ξέρω ότι την Miley δεν θα την ξαναδώ ποτέ, αλλά είναι συνέχεια στο μυαλό μου και δεν περνάει μέρα που να μην τη σκέφτομαι…

('Εγκλημα και τιμωρία)                                                                      Της Νικολέττας  Ν.      Β2
Από μικρή ηλικία είχα ιδιαίτερη αδυναμία στα ζώα και είχα ως όνειρο μου να αποκτήσω  ένα σκύλο για κατοικίδιο μου . Όταν εξέφρασα την επιθυμία μου  και το όνειρο μου για πρώτη φορά  στους γονείς μου, μου απάντησαν απότομα. «Όχι!», μου είπαν.  Την δεύτερη φορά, με συμβούλεψαν και μου είπαν πως είμαι μικρή ακόμα και δεν έχω την ικανότητα να αναλάβω την φροντίδα ενός σκύλου.
Και την τρίτη φορά, με κοίταξαν απελπισμένοι και πήραν την απόφαση να μου αγοράσουν ένα κουταβάκι. Το λάτρεψα από την πρώτη φορά που το είδα και περάσαμε μαζί αξέχαστες στιγμές.
Όμως, μέρα με τη μέρα, καθώς μεγάλωνε άρχιζε να αγριεύει. Ώσπου κάποια στιγμή δάγκωσε το πατέρα τον μικρό μου αδελφό με αποτέλεσμα να οδηγηθεί στο νοσοκομείο.  Ο πατέρας μου τότε οργίστηκε και αποφάσισε να οδηγήσει στο σκύλο μου σε ευθανασία. Και γω θυμάμαι, στεναχωρήθηκα πολύ εκείνη τη στιγμή, παρόλο που την άξιζε την τιμωρία …

(«Η μαύρη γάτα»)     του Γιάννη Χρ.    Β3
Οι άνθρωποι, όταν μένουν μόνοι τους, σκέφτονται τις δυσκολίες και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν και προσπαθούν να βρουν λύσεις.  Ο ήρωας της ιστορίας μας ήταν ένας από αυτούς.
Κάθε φορά που έβλεπε μια μαύρη γάτα, το θεωρούσε μεγάλη γρουσουζιά. Άλλαξε όμως τελείως τη στάση του όταν γνώρισε μια μαύρη γάτα, την Έβελιν. Γιατί η Έβελιν τους βοήθησε, κι αυτόν και όλους τους άλλους, να εξοντώσουν τα ποντίκια  από τα σπίτια τους.
Έτσι όλοι έπαψαν να φοβούνται και να σκοτώνουν τις μαύρες γάτες κι έτσι  η Έβελιν μπορούσε να φροντίζει με ασφάλεια και ζεστασιά τα μικρά  της στην αυλή του ήρωα της ιστορίας μας.

(Τα τέσσερα χρυσόψαρα)  του Σταμάτη Π.       Β3
Η  παρακάτω ιστορία αναφέρεται στα τέσσερα χρυσόψαρα που κάποτε υπήρξαν τα κατοικίδια μου.
Όταν ήμουν δέκα χρονών,  ήθελα να πάρω ένα σκυλάκι για κατοικίδιο, αλλά οι γονείς μου δεν με άφηναν. Τότε αποφάσισα να διαλέξω κάτι άλλο ως κατοικίδιο.  Το καλοκαίρι εκείνης της χρονιάς πήγα στο Λούνα Παρκ  που είχε φέρει ο δήμαρχος στο χωριό μας. Εκεί είδα  ένα παιχνίδι στο οποίο έπαιρνες τόσα χρυσόψαρα, όσα μπαλάκια έριχνες με σε άδειες γυάλες.  Εμένα οι εύστοχες βολές μου ήταν τέσσερις και έτσι πήρα τέσσερα ψαράκια.
Μέχρι να πάω στο σπίτι είχα ένα βάρος και μου έφυγε, όταν είδα ότι οι γονείς μου δεν είχαν πρόβλημα. Πάντως, τελικά ήμουν άτυχος, γιατί τα χρυσόψαρα μου πέθαναν τον άλλο χρόνο, την ημέρα των γενεθλίων μου…

Τα κουταβάκια των δωματίων.      Της Τσαμπίκας Στ.    Β2
Το όνειρο κάθε παιδιού είναι να έχει ένα μικρούλι κουταβάκι (το οποίο θα μείνει για πάντα μικρούλι) στο δωμάτιο του. Σίγουρα δεν υπάρχει παιδί ή ενήλικας  που να μην το θέλει … Ακόμα κι αν δεν το παραδέχεται μέσα του το θέλει σαν τρελός!
Για τα παιδιά, τα κουταβάκια αυτά είναι σαν  αδερφάκια. Το φροντίζουν, το αγαπάνε, παίζουν μαζί του, κάποιες φορές το μαλώνουν (αλλά χωρίς βία). Προστατεύει ο ένας τον άλλον κι αν πάθει κάποιος κάτι, ο άλλος του συμπαραστέκεται. 
Για του ενήλικες, το να έχουν ένα μικρό κουταβάκι στο δωμάτιο τους είναι σαν να έχουν ένα μωρό. Θα μαζεύουν τις ακαθαρσίες του, θα το μαλώνουν για λίγο, αλλά θα γελάνε με την αφέλεια του, θα το παίρνουν αγκαλιά και θα του συμπεριφέρονται σαν να είναι μωρό.
Και στις δυο περιπτώσεις το κουταβάκι θα αισθάνεται ότι έχει οικογένεια, το παιδί ή τον ενήλικα, αλλά και σπίτι, το δωμάτιο, μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος.
  
(Πάμε, Ντόλυ)                                                                    Της Χριστίνας Μπ.    Β2
 Είχα κάποτε ένα αλογάκι
Που ‘ταν όλο ζαβολιά.
Τον ελέγανε Μαυρούλη
Κι ήταν μες την τρελή χαρά.
Ήταν πάντα φιλικός
Κι ήταν φίλος μου καλός.
Μου ‘κανε πολλά χαδάκια
Κι ήταν πάντα γελαστός.

(Άνθρωποι και υπάνθρωποι)                                                                             Της Δήμητρας Μ.    Β2
Ο άνθρωπος έμαθε από την αρχή του χρόνου να συνυπάρχει με τα ζώα που υπάρχουν στο περιβάλλον και αυτό πρέπει να συνεχίσει να κάνει.  Πρέπει ξεκάθαρα να συνειδητοποιήσουμε ότι τα ζώα αποτελούν κομμάτι της ζωής μας.  
Κάποιοι άνθρωποι τα φροντίζουν και τα αγαπούν ιδιαίτερα. Οι άνθρωποι αυτοί έχουν κατοικίδια τα οποία δέχονται όλη τη στοργή που τους αξίζει κι ακόμα , ίσως, περισσότερη! Δυστυχώς, υπάρχουν και κάποιοι άνθρωποι  δεν αγαπούν τα ζώα. Οι άνθρωποι αυτοί τα κακομεταχειρίζονται και, εξαιτίας αυτού του αδικαιολόγητου μίσους που τρέφουν για αυτά, φτάνουν σε ακραίες καταστάσεις. Τα δηλητηριάζουν ή, ακόμα χειρότερα τα σκοτώνουν εν ψυχρώ.  Αλλά το ακόμα χειρότερο, κατά τη γνώμη μου,  είναι  πως συχνά αγοράζουν κατοικίδια και ξαφνικά τα παρατούν στην μέση του δρόμου. Το ζώα τότε είναι απροστάτευτα και τα βρίσκει ένας βασανιστικός και απρόσμενος θάνατος.
Τα καλά νέα στην όλη υπόθεση είναι ότι υπάρχουν πολλές οργανώσεις που προστατεύουν όλα τα είδη των ζώων. Ακόμα, πέρα από τις οργανώσεις, γίνεται προσπάθεια να ευαισθητοποιηθεί η κοινωνία και οι πολίτες, ώστε να καταλάβουν ότι και τα ζώα έχουν δικαιώματα.
Τέλος, εγώ πιστεύω ότι πρέπει να αγαπάμε, να φροντίζουμε και να μην κακομεταχειριζόμαστε τα ζώα, γιατί είναι μέρος της ζωής μας.  Ακόμα,  κάποια είδη είναι υπό  εξαφάνιση. Για αυτό, αυτά ειδικά, πρέπει να τα προστατεύουμε περισσότερο.

Οι σκύλοι και οι άνθρωποι                           της Έλλης      Β3
Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι έχουν ένα  σκύλο που τον αγαπούν και τον προσέχουν και που όταν δει το αφεντικό του τρέχει και οι άνθρωποι τον αγαπούν πάρα πολύ αλλά δεν ξέρουν το γιατί.
Το μεσημέρι τους ταΐζουν με ότι τρώνε και αυτοί και πηγαίνουν και παίζουν μαζί τους , σαν να είναι ένα μικρό παιδί.  Τα χαϊδεύουν και αυτά πηδάνε από χαρά από δω και κι από κει.
Από την άλλη τα σκυλάκια, όταν μεγαλώσουνε πολύ, είτε αρσενικό είτε θηλυκό θα βρουν για να κάνουνε παιδί.  Και μόλις φτάσει η  ώρα εκείνη ψάχνουνε για να βρουν φαί.
Μόλις γεννήσει η σκυλίτσα κουταβάκια μικρά- μικρά, τότε το αφεντικό του σκύλου θα πετάει από χαρά.

(Break on through to the other side)                                 του Γιώργου Α.   Β2
Κατά τη γνώμη μου, τα ζώα δεν πρέπει να τα έχουμε κλειδωμένα σε κλουβιά ούτε σε ζωολογικούς κήπους.  Τα ζώα δεν πρέπει να τα σκοτώνουμε, ειδικά αυτά που ανήκουν σε είδη υπό εξαφάνιση. Σκοτώνοντας τα διαλύουμε την τροφική αλυσίδα.  Επίσης δεν πρέπει να τα διώχνουμε, να τα βαράμε ή να τα δολοφονούμε με διάφορους τρόπους, όπως λ.χ. με τη φόλα που χρησιμοποιούν για τα σκυλιά και τα γατιά.
Τα ζώα πρέπει να τα προστατεύουμε και να τα έχουμε πάντα ελεύθερα. Γιατί χωρίς τα ζώα δεν μπορούμε να επιβιώσουμε στον πλανήτη αυτό.

(Take me your way)     Της Μαρίας Μ.    Β2
Τα ζώα είναι η καλύτερη συντροφιά του ανθρώπου, όταν είναι μόνος.  Τα περισσότερα είδη όμως κινδυνεύουν. Είναι υπό εξαφάνιση κι έτσι διαταράσσεται η τροφική αλυσίδα. Γιατί, αν εξαφανιστεί ένα ζωάκι, το άλλο που τρεφόταν από αυτό θα πεθάνει,  γιατί δεν θα έχει  φαγητό. Κάτι τέτοιο συμβαίνει, ας πούμε, με την υπερβολική αλιεία.
Τα κατοικίδια σου κρατάνε συντροφιά. Έναν σκυλάκο π.χ. τον βγάζεις βόλτα, παίζεις μαζί του, περνάς καλά και τον εκπαιδεύεις και έτσι διασκεδάζετε μαζί και περνάτε ευχάριστες στιγμές.


(Just say no)                                Της Μαργαρίτας Μ.      Β2
Τα ζώα είναι πολύ σημαντικά. Τα χρειαζόμαστε στη ζωή μας για διάφορους λόγους. Πολλοί έχουν κατοικίδια κι αυτά είναι οι καλύτεροι μας φίλοι.
Εμείς οι άνθρωποι σκοτώνουμε πολλά ζώα, για να τα φάμε. Πρέπει να καταλάβουμε ότι αυτό είναι άδικο για  τα ζώα, γιατί, όπως έχουμε εμείς ζωή, έτσι έχουν κι αυτά.
Τα ζώα διαφέρουν από τους ανθρώπους ανάλογα με τον τρόπο που μεγαλώνουν. Οι άνθρωποι  μεγαλώνουμε με τον ίδιο τρόπο, ενώ πολλά ζώα έχουν διαφορετικό τρόπο ανάπτυξης. Παραδείγματος χάριν οι  βάτραχοι γίνονται πρώτα  γυρίνοι και μετά βάτραχοι.
Κάθε ζώο που υπάρχει στη Γη είναι πολύτιμο και είναι χρήσιμο για κάτι. Στην τροφική αλυσίδα και γενικά στη φύση.

Μια περιγραφή ζώου                                                      Του Μανώλη Μ.      Β2
Όταν κάποιος άνθρωπος μπορεί να προσφέρει σε ένα ζώο αυτά που χρειάζεται, είναι καλό να το κρατάει κοντά του. Ένα ζώο μπορεί να σου κρατάει συντροφιά και να σε βοηθάει να δεις την ζωή από την άλλη της πλευρά, κάνοντας, σε πιο υπεύθυνο και πιο ευαίσθητο, δείχνοντας σου πόσο πολύ σε αγαπάει και σε χρειάζεται.
Για να έχεις ένα ζώο πρέπει να του εξασφαλίσει καλές συνθήκες. Αυτό χρειάζεται φροντίδα και περιποίηση. Πρέπει κάθε μέρα να το πηγαίνεις βόλτα, να του έχεις καθαρό νερό, φαγητό.  Να το πηγαίνεις συχνά  στο γιατρό του για εξέταση και εμβολιασμούς. Να του κρατάς συντροφιά. Και θα στο ανταποδώσει , από τη μεριά του, με απέραντη αγάπη, αφοσίωση και πίστη για όλη του τη ζωή.
(Η ζωή των ζώων)                           του Γιώργου Π. Β2
Υπάρχουν πολλά είδη ζώων: Τα σκυλιά, τα φίδια, οι γάτες, οι ελέφαντες. Το καθένα το ΄χει φτιάξει ο Θεός πάνω στη Γη για διαφορετικό λόγο.
Τα σκυλιά είναι ο καλύτερος φίλος του ανθρώπου και, επίσης, καλός φύλακας, οι γάτες είναι αξιολάτρευτες και παιχνιδιάρες, τα φίδια δεν σε πειράζουν, αν δεν τα ενοχλήσεις, και οι ελέφαντες είναι και αυτοί καλά ζώα, τα χρησιμοποιούν στην Αφρική και στην Ασία ως μέσα μεταφοράς.
Τα σκυλιά, αν το ενοχλείς, μπορεί να σε δαγκώσουν, οι γάτες, αν τις πειράζεις, μπορεί να  σε γρατζουνίσουν, τα φίδια να σε δαγκώσουν και να πεθάνεις, και οι ελέφαντες, αν τους νευριάσεις , να σε πατήσουν.
Αυτά εγώ ήθελα να γράψω για τη ζωή των ζώων…



Δεν υπάρχουν σχόλια: