Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2011

"Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε". Η ανάλυση των "Ελεύθερων Πολιορκημένων" ΔΕΝ είναι πρωταπριλιάτικο ψέμα!


Διονύσιος Σολωμός
"Ταυτόχρονα μεστούς από μορφή και μεστούς από πληρότητα, ταυτόχρονα φιλοσοφούντες και πράττοντες, ταυτόχρονα αβρούς κι ενεργητικούς τους βλέπουμε (τους Έλληνες) να ενώνουν τη νεότητα της Φαντασίας με την αντρικότητα του Λόγου σε μιαν υπέροχη ανθρώπινη φύση." 
Ιάκωβος Πολυλάς
Όχι, δε διεκδικώ καμία δάφνη, ούτε για το περιεχόμενο του παραπάνω κειμένου [αυτό ανήκει στον Σίλερ], ούτε για τη σύνδεση του Σίλερ με τον Διονύσιο Σολωμό [αυτό το έκανε ήδη από το 1859, ο πιστός φίλος και "μαθητής" του ποιητή, ο Ιάκωβος Πολυλάς, στην έκδοση-μπούσουλα για τους απανταχού μελετητές του Σολωμού "Απάντων των Ευρισκομένων" του, όπου έβαλε ως προμετωπίδα το ανωτέρω απόσπασμα]. Το -ας πούμε- εισαγωγικό σημείωμα, λοιπόν, για την σολωμική ποίηση μιλά για μια γεφυρωμένη αντίθεση ανάμεσα στο Έργο και τον Λόγο. 
Το προαναφερθέν ζεύγος θεωρείται θεμελιωδώς αντιφατικό, ήδη από την αρχαιότητα, είτε γιατί οι πράξεις δεν μπορούν πάντα να δικαιολογηθούν/περιγραφούν (τουλάχιστον ισόρροπα) με λόγια είτε γιατί τα λόγια κάποτε στέκουν "βουβά" φληναφήματα απέναντι στις περισσότερο πρακτικές-πραγματιστικές και εντέλει πραγματικές πράξεις. Υπεραπλουστευμένη, όμως, η διάκριση αυτή: επειδή έχουμε συνηθίσει να διαχωρίζουμε και να κατηγοριοποιούμε τον κόσμο (προφανώς, σε μια προσπάθεια να τον εκλογικεύσουμε, να τον ταξινομήσουμε και να τον κατανοήσουμε), μας φαίνεται εντελώς λογικό να διχάζουμε και εμάς τους ίδιους ακόμη σε τεχνοκράτες και ιδεολόγους, σε πνευματικούς ανθρώπους και ανθρώπους της πράξης. Και η ερώτηση που θέτεται είναι η εξής: και πού τοποθετούμε τους ποιητές;
Δεν νομίζω ότι η αβασάνιστη και σωρηδόν κατάταξή τους στην κατηγορία των ονειροπόλων και των απαρνητών του χειροπιαστού ενδείκνυται. Ας μην ξεχνάμε την έννοια του ποιητικού χρέους που ταλαιπωρεί τους περισσότερους ποιητές: το χρέος να βαθύνουν τις ιδέες τους, να πλατύνουν τη γλώσσα τους και να μοιραστούν την παραγωγή τους με ένα κοινό υπηρετώντας κάθε φορά μία πρόθεση και στοχεύοντας σε μία δράση.  Ίσως το δόγμα της "Τέχνης για την Τέχνη" (εν προκειμένω, "της Ποίησης για την Ποίηση") να τηρεί αποστάσεις από τις πιο "υλικές" προεκτάσεις της καλλιτεχνικής δημιουργίας,  πάντως, δεν νομίζω ότι ακόμα και τότε αναιρείται η επιθυμία διάχυσης του πνεύματος μέσα στον κόσμο. Η Ποίηση, δηλαδή, είναι κατεύθυνση από το μέσα προς το έξω. Και για να προλάβω αντιδράσεις: ναι, υπάρχουν κι αυτοί που γράφουν και δεν εκδίδουν. Αυτό, όμως, δεν είναι τόσο ουσιαστικό για αυτό που θέλω να δείξω εδώ,  ότι, δηλαδή, σε κάθε καλλιτεχνική δημιουργία -δημοσιευμένη ή μη- ενυπάρχει η κίνηση από το εσωτερικό προς το εξωτερικό, Και φυσικά, και αντίστροφα, από έξω προς τα μέσα:  οι εξωτερικές συνθήκες επηρεάζουν τον -έτσι κι αλλιώς ευαίσθητο- ποιητή γεννώντας του ιδέες, τις οποίες ακολούθως επιστρέφει στην κοινωνία μέσω των ποιημάτων του.


Την ίδια κατεύθυνση (για να έρθουμε και στα πιο δικά μας) ακολουθεί κι ο Σολωμός στους Ελεύθερους Πολιορκημένους, εφόσον αφορμή της ποιητικής σύνθεσης είναι ένα ιστορικό γεγονός. Δε θα επεκταθώ στα γραμματολογικά για τα τρία Σχεδιάσματα, πληροφορίες για τα οποία εύκολα θα βρείτε εδώ.








Στο σχολικό βιβλίο ανθολογούνται κομμάτια από το Σχεδίασμα Β'. Το πρώτο, το οποίο τραγουδήσατε και στην πρόσφατη σχολική γιορτή    περιγράφει την εξασθένηση των πολιορκούμενων Μεσολογγιτών κυρίως από την πείνα, που στερεί από την μάνα (άμαχος πληθυσμός) και τον πολεμιστή (μάχιμος πληθυσμός) ακριβώς αυτές τους τις ιδιότητες: τους αποξενώνει από τη βασικότερη ποιότητά τους -τη μητρική από την πρώτη και την στρατιωτική από τον δεύτερο- τους εξανραποδίζει και κατά έναν τρόπο τους απανθρωποποιεί.
Στο δεύτερο απόσπασμα, η ανθρώπινη παρουσία δε δηλώνεται ρητά καθότι το πιο κοντινό σε ανθρώπινο ον που αναφέρεται είναι η προσωποποίηση του Απρίλη και του Έρωτα που χορεύουν και γελάνε. Όχι και τόσο ανθρώπινο, δηλαδή... Προφανώς, η απουσία της ανθρώπινης φιγούρας είναι σκόπιμη: ο αποδέκτης της αφήγησης εύκολα τοποθετεί με τη φαντασία του μέσα στο ειδυλλιακό σκηνικό, με την φύση σε πλήρη ανθοφορία, τόσο τους εσώκλειστους στην πόλη του Μεσολογγίου όσο και τον ίδιο του τον εαυτό.  [ εδώ ακούτε τη μελοποίηση του αντίστοιχου περιεχομένου αποσπάσματος από το Σχεδίασμα Γ' και διαβάστε εδώ  το σχολιασμό του ]
Μετά την οριοθέτηση του χρόνου (Απρίλης) και της γενικής ατμόσφαιρας (ερωτική), ακολουθεί η περιγραφή του φυσικού τοπίου, η οποία γίνεται με φθίνουσα κλιμάκωση, ξεκινώντας από τον μεγαλύτερο σε μέγεθος έμβιο οργανισμό (ένα κοπάδι προβάτων που καθώς μετακινείται πάνω στο βουνό κάνει την πλαγιά του να μοιάζει χιονισμένη), προς τον μικρότερο (μια πεταλούδα που καθρεφτίζεται στα νερά της λιμνοθάλασσας) έως τον μηδαμινό (ένα σκουλήκι που βρίσκεται στην καλή του ώρα). [Ανάλογη μετακίνηση του "φακού εστίασης" συμβαίνει και με τον χώρο καθώς από τη στεριά, η ματιά μας διαχέεται προς τη λιμνοθάλασσα]. Ωστόσο, η ποιητική φωνή δε σταματάει εκεί και μας κατεβάζει ένα ακόμα επίπεδο, στον κόσμο των άψυχων: μέσα σ' αυτήν την τελειότητα και την  ονειρική μαγεία της φύσης, ακόμα κι η πέτρα και το ξερόχορτο παίρνουν αξία και φαίνονται ολόχρυσα (μισο-κυριολεκτικά, αν εννοηθεί πως γυαλίζουν στο δυνατό φως του ήλιου, ολο-μεταφορικά, αν εννοηθεί πως αναβαθμίζονται γιατί επανασημασιοδοτούνται μέσα από την οργιαστική τελείωση που επικρατεί γύρω τους). 
Και με χίλιους διαφορετικούς τρόπους επιβεβαιώνεται το  μέγιστο δίλημμα των Μεσολογγιτών που προετοιμάζονται για την ηρωική τους Έξοδο                      : είναι δυνατόν να πεθάνουν σήμερα που όλα βρίσκονται στην πιο ζωντανή τους στιγμή; Όποιος πεθάνει σήμερα, χίλιες φορές πεθαίνει. Η επανάληψη του αριθμού χίλια αισθητοποιεί κάπως την τραγικότητα της θέσης των πολιορκούμενων: η Έξοδος σημαίνει θάνατο, ο θάνατος σημαίνει στέρηση της  ζωής και της φυσικής ομορφιάς. Αν δε παρατηρήσουμε τη μορφολογία του στίχου, σημειώνουμε τη χρήση της στιγμικότητας μόνο στο πρώτο ημιστίχιο (πεθάνει), μια και το ποιόν στο ρήμα του δεύτερου ημιστιχίου (πεθαίνει) είναι εξακολουθητικό, αφού μέσω της διεύρυνσης της στιγμικότητας, διαπλατύνεται και βαθύνεται και το αίσθημα του πόνου για την απώλεια.

Το αίσθημα αυτό του αποχωρισμού γίνεται ακόμα πιο έντονο, αν υπολογίσουμε την ιδιαίτερη σημασία που είχε προσλάβει για τους αγωνιζόμενους η Φύση. Το ίδιο ακριβώς θέμα διατρέχει το αυτοσχέδιο τετράστιχο που λέγεται πως απήγγειλε ο Αθανάσιος Διάκος πριν του επιβληθεί η θανατική ποινή, πέντε χρόνια πριν την Έξοδο του Μεσολογγίου, την 24η Απριλίου 1821. 
Για ιδές καιρό που διάλεξε
ο χάρος να με πάρει
τώρα π' ανθίζουν τα κλαδιά
και βγάζει η γης χορτάρι

Δεν είναι, νομίζω, τυχαίο και πάλι το ότι τονίζεται η ιδιαίτερη χρονική στιγμή που διάλεξε ο Χάρος, καθώς θεωρείται εντελώς οξύμωρο κι αντιφατικό κάποιος να  πεθάνει όταν όλα γύρω τον προσκαλούν στη ζωή. Ειδικά σε παλαιότερες μορφές κοινωνίας, οι άνθρωποι αντιλαμβάνονταν τον εαυτό τους ως οργανικό κομμάτι του φυσικού περιβάλλοντος κι όχι ως κυρίαρχοι, ενάντιοι ή ανταγωνιστές του. Επομένως, η απόφαση να τελειώσουν τον βίο τους ακριβώς εκείνη την ώρα της ανοιξιάτικης ευφορίας, κατά την οποία η Φύση τούς καλεί να συμμετάσχουν στην κορύφωσή της, μοιάζει ακόμα πιο δραματική, σχεδόν προδοτική απέναντι στους φυσικούς νόμους που έχουν μάθει να ασπάζονται.      
Κι όμως, αντιβαίνουν -αν μπορούμε να το πούμε έτσι- στον φυσικό νόμο που επιτάσσει ζωή επειδή υπακοούουν στην εσωτερική τους ηθική που τους επιτάσσει ελευθερία. Υπερβαίνουν, επομένως, οι Μεσολογγίτες το ένστικτο της αυτοσυντήρησης, της επιβίωσης, της αναπαραγωγής επειδή προ-τιμούν την πραγματικά ελεύθερη ζωή. Ακόμα κι αν ξαστοχά κάποτε η ψυχή τους από τα θέλγητρα του περιβάλλοντος, αμέσως επιστρέφει στην αίσθηση του καθήκοντος της υπεράσπισης της πατρίδας.

Και στο κάτω-κάτω, αυτοί που είναι μεγαλωμένοι μέσα στη Φύση κι έμαθαν τη φυσική ελευθερία, πώς είναι δυνατόν να ζήσουν και να χαρούν σκλαβωμένοι τα δώρα της; Η Φύση διδάσκει την πλήρη ελευθερία και ισότητα κι εκείνοι έχουν να αντιμετωπίσουν τα όπλα και την υποδούλωση. Είναι κάθε άλλο παρά παράδοξο (ή οξύμωρο και αντιφατικό, για να χρησιμοποιήσω τις ίδιες με πριν λέξεις) που επιλέγουν τον θάνατο: με τις συνθήκες που βιώνουν, μόνον εκεί υπάρχει πλήρης ελευθερία -άρα, μόνον εκεί υπάρχει και ζωή. Βλέπουμε, λοιπόν, ότι όχι μόνο δεν αντιβαίνουν στη φυσική τάξη αλλά την υπηρετούν στο έπακρο: δίνοντας τη ζωή τους,                  κερδίζουν τη Ζωή. 
 Σημειωτέα, τέλος, η έννοια της συνειδητής επιλογής: μόνο ο ελεύθερος άνθρωπος μπορεί να επιλέξει, και οι Μεσολογγίτες είναι στη βάση τους ελεύθεροι άνθρωποι. Γι' αυτό υποθέτουμε πως ο Σολωμός δεν κράτησε τον αρχικό τίτλο που είχε δώσει στην ποιητική του σύνθεση, "Χρέος" (= το χρέος που συναισθάνονταν οι πολιορκούμενοι να αγωνιστούν υπέρ πατρίδος και -εσωτερικής- πίστεως): διατηρώντας το ίδιο περιεχόμενο, έκανε ακόμα ευκρινέστερη και διαυγή σ΄εμάς την νοηματική που προσέδωσε στην Έξοδο του Μεσολογγίου με το οξύμωρο (αλλά, είπαμε, όχι οξύμωρο) "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι".  Κοινώς, αυτοί κάνουν το ανάποδο από τον ήρωα του παρακάτω τραγουδιού: 

3 σχόλια:

Kakos Lykos είπε...

Πολύ χαίρομαι που σε έψησα να αρθρογραφείς εδώ...

Ανώνυμος είπε...

αλλος το εγραψε το αρθρο??

κι ημουν ετοιμη να σου επαναλαβω -απο τα γραφομενα-την προηγουμενη διαγνωση μου...

Τυχαιο...?

ελενη

Kakos Lykos είπε...

Δεν το έχω μόνο μου το βλόγκιον, βρε...

Κατά τα λοιπά, όχι δεν είναι τυχαίο. Εμείς οι εν Ρόδω εκπαιδευτικοί είμαστε γνωστοί για τον παιδαγωγικό έρωτα που μας διακρίνει...