Δεν είναι σπάνια η περίπτωση να έχει ασχοληθεί ένα ποιητής με το ίδιο θέμα ή/ και να γράψει ποιήματα με τον ίδιο ή παρόμοιο τίτλο, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει υποχρεωτικά ότι τα ποιήματα αυτά έχουν κάποια παραπάνω σχέση μεταξύ τους, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις δυο "Πατρίδες" που έγραψε ο Μαβίλης (εδώ η μία κι εδώ η ανάλυση της άλλης). Τα δυο ποιήματα όμως που έγραψε ο Νίκος Καββαδίας για την Θεσσαλονίκη ("Θεσσαλονίκη" και "Θεσσαλονίκη ΙΙ") εντάσσονται στην αντίθετη κατηγορία, καθώς συνομιλούν μεταξύ τους, ανήκουν στο ίδιο σύμπαν θα λέγαμε με κινηματογραφικούς όρους, όπως συμβαίνει, ξέρω γω, με το Σπάιντερμαν και το Σπάιντερμαν 2, κι αυτό, μεταξύ άλλων, δηλώνει με μια πρώτη ματιά ο αριθμητικός δείκτης στο δεύτερο ποίημα. Φαντάζομαι, επιπλέον, δεν είναι τυχαίο πως και τα δυο ποιήματα είναι αφιερωμένα σε μέλη της ίδιας οικογένειας.
Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα με τη σειρά.
Ένας ναυτικός, καθώς μπαίνει στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης με τρικυμία, σκέφτεται μια αγαπημένη γυναίκα με την οποία διατηρούσε σχέση παλιά κι αναρωτιέται για τις επιλογές και τις αποφάσεις της ζωής του.
Αυτό σε γενικές γραμμές είναι το περιεχόμενο και των δυο ποιημάτων. Η μόνη διαφορά είναι ότι στο πρώτο ποίημα οι σκέψεις που βασανίζουν τον ναυτικό αποτελούν βιωμένη εμπειρία που εκείνη τη στιγμή αποκρυσταλλώνεται και γίνεται συνείδηση, ενώ στο δεύτερο αποτελούν διαπιστώσεις πάνω σε μια παγιωμένη πια συμπεριφορά και τελευταία εφαρμογή ενός κανόνα, η οποία τον επαληθεύει τελεσίδικα.
Όλα αυτά, τα προφανή ενδεχομένως, εγώ τα συνειδητοποίησα ένα πρωί καλοκαιριού που περπατούσα δίπλα στην θάλασσα και τόσο χαρούμενος αισθάνθηκα που, επειδή δεν μπορούσα να... ανέβω στο πιο ψηλό κλαδί του δάσους, αποφάσισα να αποτολμήσω να γράψω εδώ την σύγκριση ή, μάλλον καλύτερα, συνεξέταση και δη χαλαρή κι επιφανειακή των δυο ποιημάτων που ακολουθεί...
Το πρώτο ποίημα, η "Θεσσαλονίκη", περιλαμβάνεται στο "Πούσι" (1947), την δεύτερη, πιο ώριμη και κατασταλαγμένη, ποιητική συλλογή του ποιητή, και έγινε ιδιαίτερα γνωστό από την δεκαετία του '80 κι έπειτα, καθώς τέσσερις από τις έξι στροφές του ποιήματος μελοποιήθηκαν από τον Θάνο Μικρούτσικο και συμπεριλήφθηκαν στον εμβληματικό δίσκο του συνθέτη "Ο Σταυρός του Νότου". Αποτέλεσαν δε, μαζί με το "Κούρο Σίβο" και τον "Σταυρό του Νότου", τα αγαπημένα τραγούδια του γράφοντος κατά την παιδική του ηλικία. Η μελοποίηση αυτή συμπεριλαμβάνεται και σε όλες τις επόμενες δουλειές του συνθέτη πάνω στον ποιητή... ("Γραμμές των οριζόντων" 1991, "Σταυρός του Νότου" 2005, "Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία" 2020).
Σε ένα απροσδιόριστο παρόν, ο αφηγητής απευθύνεται σε β΄ πρόσωπο στον εαυτό του, καθιστώντας έτσι το ποίημα εσωτερικό μονόλογο, και θυμάται τις σκέψεις που έκανε και τα συναισθήματα που
ένιωθε μια βραδιά σε ένα ακαθόριστο παρελθόν κατά την οποία το καράβι του έφτανε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης μέσα στην καταιγίδα. Πρόκειται για μια σημαδιακή βραδιά, όπως φανερώνει ο προσδιορισμός "κείνη". Όχι δηλαδή μια τυχαία βραδιά, αλλά μια, συγκεκριμένη και με μεγάλο, όπως φαίνεται, ειδικό βάρος για τον αφηγητή, καθώς τον απασχολεί ακόμα μετά από τόσον καιρό και τον κάνει να την σκέφτεται ακόμα και να συζητάει για αυτήν με τον εαυτό του. Μέσα στον σκοτάδι, την καταιγίδα και τις ριπές του Βαρδάρη το καράβι με δυσκολία κινούνταν, όπως δηλώνει η υπερβολή ότι η πλώρη του καραβιού κέρδιζε λίγο λίγο το κύμα. Ο αφηγητής στάλθηκε από τον καπετάνιο να μετρήσει το βάθος των νερών ώστε να προχωρήσει με ασφάλεια το καράβι. Όμως αυτήν την σημαντική για την ασφάλεια του καραβιού διαδικασία που την επιτελεί μηχανικά, καθώς έχει βυθιστεί στην ανάμνηση της Σμαρώς, μιας γυναίκας που γνώριζε στο παρελθόν και έμενε στην Καλαμαριά. Έχουμε δηλαδή κι εδώ μια τυπικά καββαδιακή ερωτική σχέση που ατύχησε, μια σχέση που, αν και δεν κατάφερε να κρατήσει τον αφηγητή στην στεριά, είναι tόσο ισχυρή, ώστε η μνήμη της να επιστρέφει συχνά και να τον ταλιανίζει.
![]() |
| Νίκος Καββαδίας |
ένιωθε μια βραδιά σε ένα ακαθόριστο παρελθόν κατά την οποία το καράβι του έφτανε στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης μέσα στην καταιγίδα. Πρόκειται για μια σημαδιακή βραδιά, όπως φανερώνει ο προσδιορισμός "κείνη". Όχι δηλαδή μια τυχαία βραδιά, αλλά μια, συγκεκριμένη και με μεγάλο, όπως φαίνεται, ειδικό βάρος για τον αφηγητή, καθώς τον απασχολεί ακόμα μετά από τόσον καιρό και τον κάνει να την σκέφτεται ακόμα και να συζητάει για αυτήν με τον εαυτό του. Μέσα στον σκοτάδι, την καταιγίδα και τις ριπές του Βαρδάρη το καράβι με δυσκολία κινούνταν, όπως δηλώνει η υπερβολή ότι η πλώρη του καραβιού κέρδιζε λίγο λίγο το κύμα. Ο αφηγητής στάλθηκε από τον καπετάνιο να μετρήσει το βάθος των νερών ώστε να προχωρήσει με ασφάλεια το καράβι. Όμως αυτήν την σημαντική για την ασφάλεια του καραβιού διαδικασία που την επιτελεί μηχανικά, καθώς έχει βυθιστεί στην ανάμνηση της Σμαρώς, μιας γυναίκας που γνώριζε στο παρελθόν και έμενε στην Καλαμαριά. Έχουμε δηλαδή κι εδώ μια τυπικά καββαδιακή ερωτική σχέση που ατύχησε, μια σχέση που, αν και δεν κατάφερε να κρατήσει τον αφηγητή στην στεριά, είναι tόσο ισχυρή, ώστε η μνήμη της να επιστρέφει συχνά και να τον ταλιανίζει.
Στις επόμενες στροφές, σκηνές από τη ζωή του καραβιού συμπλέκονται με μνήμες κι αναμνήσεις του αφηγητή, συνδεδεμένες όμως με την μνήμη της συγκεκριμένης γυναίκας και την αίσθηση δυσθυμίας που του αφήνει αυτή. Στην δεύτερη στροφή, βυθισμένος στις σκέψεις του αυτές ξεχνάει
έναν παρηγορητικό σκοπό που τραγουδούν Χιλιανοί ναυτικοί για να ξεπεράσουν τον φόβο τους κατά την τρικυμία, όπως φανερώνει η αναφορά στον Άγιο Νικόλα και την Αγία Μαρίνα, τους προστάτες των ναυτικών. Κι εκείνη την ώρα συνειδητοποιεί ότι την ζωή του κυβερνάν οι εφήμεροι έρωτες που γνωρίζει στα λιμάνια, όμοιοι με εκείνους που ζουν όλοι οι άλλοι ναυτικοί, όπως για παραδείγματά κάποιος δόκιμος και δυο Μαρμαρινοί. Ο χαρακτηρισμός δε του κοριτσιού που συμβολίζει τους θαλασσινούς έρωτες ως τυφλός δεν είναι προφανώς κυριολεκτικός, ειδικά μιας και παρουσιάζεται ως παιδί του Μοντιλιάνι. Ο Μοντιλιάνι ήταν Ιταλός ζωγράφος, από τους αγαπημένους του Καββαδία, ο οποίος συνήθιζε να ζωγραφίζει τις γυναικείες ειδικά μορφές στους πίνακες του με γαλάζιο ή λευκό χρώμα στη θέση των ματιών. Σε ένα πρώτο επίπεδο αυτό ίσως είναι μια αναφορά είτε στα εξωτικά χαρακτηριστικά των γυναικών που γνωρίζει ο αφηγητής στα μακρινά του ταξίδια είτε στις απρόσωπες, εφόσον τα μάτια αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό της εικόνας κάθε ανθρώπου, ερωτικές σχέσεις που συνάπτει στα μακρινά λιμάνια , που, όπως φαίνεται, υποκαθιστούν την ανάγκη του για ουσιαστική επαφή, σαν κι εκείνη που είχε ή θα μπορούσε να έχει με την γυναίκα εκείνη που θυμήθηκε μπαίνοντας "κείνη" την βραδιά στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης (στην οποία βέβαια δεν κατάφερε να πείσει τον εαυτό του να μείνει παλιά). Σε ένα δεύτερο επίπεδο πάλι, εισάγοντας το στοιχείο της τυφλότητας, το κορίτσι οδηγός του αφηγητή αποτελεί μια συνειδητοποίηση ότι η ζωή του κυλάει στα τυφλά, δεν έχει προορισμό, δεν έχει στόχο, δεν έχει νόημα. Σαν ένας Τειρεσίας από την ανάποδη. Στον "Οιδίποδα Τύραννο" ο τυφλός Τειρεσίας οδηγείται από ένα παιδί, εδώ ο αφηγητής αφήνετα να οδηγηθεί από ένα τυφλό κορίτσι, το οποίο είδαμε τι μπορεί να συμβολίζει, και διερωτάται για την κατεύθυνση της ζωής του.
![]() |
| "Τυφλό κορίτσι σ' οδηγάει, παιδί του Μοντιλιάνι" |
Στην τρίτη στροφή, δίνεται η μεγάλη ένταση της τρικυμίας, τα κύματα της οποίας είναι τόσο μεγάλα που, καθώς κλυδωνίζεται το καράβια, κατακλύζουν την πλώρη του καραβιού, καθώς βυθίζεται στο νερό [Σόρι, δεν κατάλαβα τι ακριβώς είναι το fore peak και τα πανιόλα, το μόνο που κατάλαβα είναι ότι βρίσκονται στη πλώρη και ότι κανονικά δεν βρέχονται από την θάλασσα]. Η ζαλάδα που αισθάνεται όμως ο ναυτικός δεν είναι ναυτία ούτε αποτέλεσμα της θαλασσοταραχής, αλλά απόρροια της ψυχολογικής κατάστασης στην οποία τον οδηγούν αυτές οι σκέψεις. Και χαρακτηρίζεται παράξενη γιατί προκαλείται από την μνήμη των γυναικείων μορφών με τις οποίες έζησε εφήμερους έρωτες κατά την διάρκεια των ταξιδιών του και τον έχουν πια σταμπάρει, τον έχουν σημαδέψει ανεξίτηλα γιατί συμβολίζουν τα μακρινά ταξίδια. Κι έτσι λειτουργούν ως αντίβαρο στην ερωτική σχέση με την κοπέλα από την Καλαμαριά που ταλαιπωρεί την μνήμη του, ένα έρωτα μεγάλο που όμως για να τον βιώσει θα έπρεπε να παρατήσει τα θάλασσα. Κι αυτά τα αντικρουόμενα συναισθήματα είναι εκείνα που προξενούν την παράξενη ζάλη στον παρελθοντικό εαυτό του αφηγητή, καθώς βρίσκεται μετέωρος ανάμεσα στο "θέλω" του μεγάλου έρωτα, που έγινε ανάμνηση, και στο "θέλω" των μεγάλων ταξιδιών, που έγινε παρόν.
Οπότε, επιστρέφοντας στον αφηγηματικό τώρα, ο αφηγητής συλλογίζεται στην επόμενη στροφή την μοναξιά στην οποία τον έχει οδηγήσει η ναυτική ζωή. Στο γιατάκι του, την κουκέτα του στο καράβι, κοιμάται φίδι νεκρό, μας λέει. Το φίδι που είναι ψυχρόαιμος οργανισμός, επιπλέον είναι νεκρό. Οπότε, η φράση αυτή κατά την γνώμη μου λειτουργεί ως σύμβολο της ανάγκης του ποιητικού υποκειμένου για ανθρώπινη επαφή, την οποία όμως την αυτοκυρώσει παγώνοντας εν τέλει την καρδιά του. Η μαϊμού δε που χοροπηδάει επάνω του αποτελεί ταυτόχρονα μια απόδειξη της αγάπης του για τα μακρινά ταξίδια, όντας ένα μη συνηθισμένο είδος κατοικίδιου, και ταυτόχρονα υποκατάστατο της ανθρώπινης επαφής για την οποία διψάει. Είναι το μόνο όν που τον παίρνει αγκαλιά, αλλά δεν καλύπτει την μοναξιά του. Έτσι, καταλήγει να χαρακτηρίσει την ζωή του την οποία έχει ταυτίσει με τα ναυτικά ταξίδια, ως μια πορεία προς την καταστροφή, μέσα σε απόλυτη μοναξιά, καθώς το μοναδικό του σταθερό σημείο, η μόνη γυναικεία παρουσία που τον θυμάται, υποχρεωμένη ίσως εκ του ρόλου της θα έλεγε κανείς, είναι η μάνα του. Γιατί οι ερωτικές ιστορίες που βιώνει στα λιμάνια είναι παροδικές και δεν έχουν κάποια άλλη αξία και τις σημαντικές ερωτικές ιστορίες που βιώνει στην στεριά τις υπονομεύει και τις ναρκοθετεί ο ίδιος γιατί φοβάται ότι θα τον παγιδεύσουν εκεί.
Στην επόμενη στροφή, ο αφηγητής αναφέρεται πάλι σε σκηνές από τη ζωή του καραβιού και παρουσιάζει γενικά τους ναυτικούς να βρίσκονται μέσα σε μια συνθήκη παρόμοια με την "παράξενη ζαλάδα" που ανέφερε πιο πάνω, καθώς βασίζουν στην τύχη της ζωή τους ή/και βυθίζονται στις ουσίες. Έτσι, αδυνατούν να καταλάβουν που πάνε και τι φταίει για τα λάθη τους, με αποτέλεσμα να ξεφεύγει η πορεία της ζωής τους από αυτό που ίσως πραγματικά ήθελαν. Έπειτα, παρακινεί τον εαυτό του να θυμηθεί εκείνη την άτυχη ερωτική ιστορία σε ένα κινέζικο λιμάνι, που συνειρμικά του ήρθε στο νου, η οποία τελείωσε με την γυναίκα να κλαίει πνιχτά την ώρα του αποχωρισμού, πιθανώς γιατί και σε αυτόν τον έρωτα δεν κατάφερε να φανεί αντάξιος. Άρα αυτή η συμπεριφορά του έχει γίνει συνήθεια, το βάζει στα πόδια σε κάθε μέρος κι από κάθε μέρος και μένει παντού ξένος.
Στην τελευταία στροφή του ποιήματος αποκαλύπτεται η αιτία της δυσθυμίας που οδήγησε τον αφηγητή σε αυτόν τον διάλογο με τον εαυτό του και διαπιστώνεται από αυτόν τελικά και τελεσίδικα η
απώλεια όλων αυτών που αξίζουν, χωρίς όμως να μετανιώνει γι' αυτό, καθώς αναγνωρίζει ότι νομοτελειακά έτσι θα έπρεπε να γίνουν τα πράγματα, Φτάνοντας, λοιπόν, στο λιμάνι στο αφηγηματικό τώρα, παρακολουθεί τα φώτα της πόλης που κοιμάται, το κόκκινο χρώμα των οποίων παραπέμπει και στο κόκκινο φως των οίκων ανοχής και τον αγοραίο έρωτα που αντικαθιστά πια τον έρωτα για την κοπέλα από την Καλαμάρια, την οποία θυμήθηκε τότε. Ο αφηγητής απευθύνεται σε εκείνη στον επόμενο στίχο στίχο σε β΄ πρόσωπο και θυμάται ότι ακριβώς δέκα χρόνια πριν ήταν που του είπε πώς τον αγαπάει. Η ξαφνική αυτή αποστροφή προς την κοπέλα καθώς και η χρήση της πρωτοπρόσωπης προσωπικής αντωνυμίας "μου" υποδηλώνουν το ειδικό βάρος που είχε και συνεχίζει να έχει για κείνον η ερωτική εξομολόγηση της κοπέλα και πώς πρόκειται για μια στιγμή που την διατηρεί ζωντανή μέσα του, άρα σημαντική για την προσωπική του μυθολογία. Ακόμα κι έτσι όμως, η ερωτική εξομολόγηση αυτή υπονομεύεται και μάλιστα με πολλούς τρόπους. Από το χρόνο που πέρασε, από το γεγονός ότι μπορεί και να μην ήτανε ειλικρινής αλλά να ήταν λόγια του μεθυσιού, από το γεγονός ότι χρειάστηκε να μεθύσει για να την κάνει και, κυρίως, από το γεγονός ότι, όπως φαίνεται. η εξομολόγηση αυτή της κοπέλας έμεινε χωρίς ανταπόκριση. Κι ο λόγος που κατακλύστηκε από αυτές τις αναμνήσεις ο ναυτικός είναι ότι συνειδητοποίησε πως συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την μέρα της άφιξης του στη Θεσσαλονίκη "τότε" και η μνήμη της ημερομηνίας από τον αφηγητή υποδεικνυει την αξία που έχει για αυτόν. Κι έτσι, όπως διαπίστωσε και τότε, κατά την άφιξη του, διαπιστώνει και στο αφηγηματικό τώρα ότι είναι μάταιο να ψάχνει το στρατί που πάει στο Ντεπό, το μέρος δηλαδή που ήταν το σπίτι της αγαπημένης γυναίκας, γιατί είναι το μονοπάτι μιας επιστροφής την οποία έχει πια χάσει οριστικά. Γιατί όσο κι αν η απουσία της αγαπημένης γυναίκας τον στενοχωρεί και τον κάνει να αναρωτιέται μήπως οδηγεί τη ζωή του στην καταστροφή, αδυνατεί να τον κάνει να ξεχάσει την ναυτική ζωή, παρόλες τις πίκρες και τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτή και παρά το γεγονός ότι έχει παραμείνει ένας απλός ναυτικός, δεν έχει κερδίσει κανένα αξίωμα που θα τον κάνει να βάλει χρυσά σιρίτια στο μανίκι της ναυτικής στολής του . *
![]() |
| "Κάτω από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη" |
Το δεύτερο ποίημα, η "Θεσσαλονίκη ΙΙ", είναι γραμμένο το 1974 και περιλαμβάνεται στο "Τραβέρσο" (1975), την τρίτη και τελευταία ποιητική συλλογή του ποιητή, η οποία κυκλοφόρησε μετά τον θάνατό του. Το ποίημα θεωρώ παραπάνω από βέβαιαο ότι σχετίζεται με τον τελευταίο μεγάλο και άτυχο έρωτα του ποιητή, την καταγόμενη από τον Πολύγυρο Θεανώ Σουνά, την οποία συναντούσε κυρίως στην Θεσσαλονίκη. Ο ποιητής ήταν πάνω από 60 χρονών, όταν γνώρισε την 25χρονη Σουνά, και παρά την έντονη έλξη που υπήρχε μεταξύ τους, φοβήθηκε την διαφορά ηλικίας και απομακρύνθηκε. Όταν όμως άλλαξε γνώμη κι επέστρεψε, τον απέρριψε τη Σουνά. Το ποίημα περιλαμβάνεται στο "S/S Ιόνιον 1934",τον μοναδικό δίσκο των "Ξέμπαρκων", που περιλαμβάνει μελοποιήσεις ποιημάτων του Καββαδία, από όπου το έμαθα εγώ ως φοιτητής, θεωρώ μάλιστα ότι είναι η καλύτερη τους μελοποίηση.
Το ποίημα συνομιλεί με το... προγενέστερο αδελφάκι του στο οποίο αναφερθήκαμε πιο πάνω σε πολλά επίπεδα. Ουσιαστικά σηματοδοτεί ακόμα μια σκληρή και τελεσίδική επαλήθευση αυτού που ήδη ο αφηγητής έχει διαπιστώσει στο πρώτο ποίημα, με αφορμή μια ακόμα δυνατή και εξίσου άτυχη ερωτική ιστορία που στράβωσε για τους ίδιους λόγους και με τον ίδιο τρόπο. Η ερωτική αυτή ιστορία παρουσιάζεται θρυμματισμένα, καθώς ο αφηγητής άλλοτε απευθύνεται στην γυναίκα που επιθυμεί σε β΄ πρόσωπο, άλλοτε στον εαυτό του σε α΄ πρόσωπο, όταν εκφράζει τις προσωπικές του εμπειρίες και συμπεράσματα, και άλλοτε, με διάθεση εξομοληγητική ή διδακτική, στον εαυτό του σε β΄ πρόσωπο.
Στην πρώτη στροφή ο αφηγητής ετοιμάζεται να μπει στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης ενώ μαίνεται μια μεγάλη καταιγίδα η οποία με διάθεση υπερβολής παρουσιάζεται να κάνει τον Χορτιάτη, το βουνό της
Θεσσαλονίκης, να κουνιέται. Η καταιγίδα αυτή αποτελεί σύμβολο της ταραγμένης ψυχής του ποιητή και προοικονομία της ατυχής κατάληξης του έρωτα του, στοιχείο που τονίζει το γεγονός ότι εκλαμβάνει τους κεραυνούς που πέφτουν ως μηνύματα προς αυτόν, τα οποία μάλιστα εκφράζονται ορμητικά, εξακοντίζονται, δεν στέλνονται απλώς. Στην συνέχεια ο αφηγητής απευθύνεται στην αγαπημένη γυναίκα που και παραδέχεται ότι το δυσνόητο (αν κατάλαβα καλά το νόημα της φράσης) γράμμα της αποτέλεσε φάρμακο για την θρυμματισμένη του ψυχή. Τα πράγματα όμως δεν είναι τόσο απλά, όπως φανερώνει ο επόμενος στίχος, όποιαν από τις δυο ερμηνείες που μου φαίνεται ότι έχει δεχτούμε. Αν δεχτούμε πώς η Τούμπα, η συνοικία της Θεσσαλονίκης η οποία αναφέρεται, είναι το σπίτι της αγαπημένης γυναίκας και ο τόπος που βρίσκεται ερωτικό τους κρεββάτι, ο αφηγητής εκφράζει επιφυλάξεις για το πόσο μπορεί η ερωτική τους σχέση να τελεσφορήσει, το μέλλον της είναι ακόμα εκκρεμές, ρευστό και εξαρτάται από την μοίρα, όπως υποδηλώνουν τα χαρτιά που ρίχνονται. Αν πάλι υποθέσουμε, βασιζόμενοι στην παρωνυμία της λέξης "Τούμπα" με την λέξη "Τρούμπα" (η οποία έχει περάσει στο συλλογικό υποσυνείδητο ως ο κατεξοχήν χώρος που ταυτίζεται με τους οίκους ανοχής λόγω της διαβόητης συνοικίας του Πειραιά και της αποτύπωσης αυτής πολύ συχνά στον ελληνικό κινηματογράφο της εποχής) και στο συσχετισμό των μηνυμάτων σε κόκκινη γραφή που αναφέρθηκαν πιο πριν με τα κόκκινα φανάρια των οίκων ανοχής, ότι ο αφηγητής στον τελευταίο στίχο αναφέρεται στον αγοραίο έρωτα τον οποίο ως ναυτικός συναντά στα ταξίδια του, τότε το νόημα είναι ότι παρόλο που κατάφερε το γράμμα της να τον θεραπεύσει, ο τρόπος με τον οποίο έχει μάθει να προσεγγίζει τον έρωτα και σχετίζεται με το είδος της ζωής που επέλεξε, τον εμποδίζει να αφεθεί σε έναν έρωτα διαφορετικό, δεμένο με τη στεριά, όπως ο δικός της.
![]() |
| "Κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη γραφή" |
Στην επόμενη στροφή, ο αφηγητής απευθύνεται στον εαυτό του σε β΄ πρόσωπο και θυμάται προηγούμενες αποτυχημένες απόπειρες του να παρατήσει τη ζωή του ναυτικού. Φαίνεται σαν να τον επιπλήττει που χάρισε τα σύνεργα του καπνίσματος τα οποία είναι για αυτόν στοιχείο συνδεδεμένο με τα θαλάσσια ταξίδια και την ναυτική ζωή. Αποτέλεσαν όμως ένα είδος θυσίας το οποίο έκανε στο παρελθόν για να είναι με την αγαπημένη γυναίκα. Το δίστιχο αυτό συνδέεται πιστεύω ξεκάθαρα με συγκεκριμένο περιστατικό της ζωής του ποιητή, καθώς, όπως ο ίδιος ο Καββαδίας αναφέρει σε συζήτηση που είχε με τον Μήτσο Κασόλα, η οποία είχε ηχογραφηθεί και δημοσιεύτηκε αργότερα, όσον καιρό ήταν μαζί με την Σουνά είχε κόψει για το χατίρι της το κάπνισμα. Η προσπάθεια αυτή να αλλάξει ώστε να βρεθεί κοντά με την αγαπημένη γυναίκα, περιγράφεται συμβολικά με την καταστροφή του μεσιανού καταρτιού, του κεντρικού δηλαδή σε ένα καράβι, που συνιστά άρα ένα είδος απόρριψης της ναυτικής ζωής. Η προσπάθεια αυτή ωστόσο αποκαλύπτεται ότι είναι κίβδηλή, συνεπώς ανεπιτυχής, καθώς παρουσιάζεται αντίστοιχη με τα ψέματα που λένε στους άλλους αλλά πρωτίστως στον ίδιο τους τον εαυτό του ένας δύτης ή ένας ναυτικός- καληώρα- για να κοκορευτούν ή εκείνα που λέει ένας κάποιος που τα έχει χάσει...
Έτσι, ο αφηγητής, επειδή πρόκειται για μια πολύ έντονη στιγμή από την οποία δεν μπορεί να αποστασιοποιηθεί, αναθυμάται, σε α΄ πρόσωπο πια, πόσο πολλές ήταν οι προσπάθειές του να αλλάξει ζωή και οι υποσχέσεις του ότι θα παρατήσει την θάλασσα. Παρά το πλήθος τους όμως, την έντασή τους και την ειλικρίνεια των προθέσεών του, οι προσπάθειες αυτές είναι μάταιες και οι υποσχέσεις αποδεικνύονται κενές, καθώς τις σβήνουν και τις διαγράφουν τα σαράντα κύματα, τα θαλάσσια ταξίδια δηλαδή σε άγνωστα, εξωτικά μέρη, που τον φέρνουν σε επαφή με σπάνια και πρωτόγνωρα για αυτόν πράγματα, όπως τα σάρια που μπορεί να βρει στο ινδικό λιμάνι της Άγρας ή το μετάξι στο κινέζικο λιμάνι της Σοντούν. Καθίσταται έτσι ένας είδος Οδυσσέα, αλλά από την ανάποδη. Ο Οδυσσέας έλεγε ότι ήθελε να δει αναθρώσκοντα καπνό, τον καπνό δηλαδή που βγαίνει από το τζάκι του σπιτιού στην Ιθάκη, κι ας πεθάνει, προκειμένου να δηλώσει πόσο πολύ λαχταρά την μέρα του γυρισμού. Ο αφηγητής θυμάται μεν τις υποσχέσεις να κόψει τα ταξίδια, ενδεχομένως επηρεασμένος κι από τις ταλαιπωρίες που συνεπάγονται αυτά, όταν βλέπει τελικά τον αναθρώσκοντα καπνό, την ώρα της επιστροφής δηλαδή. Γρήγορα όμως, τις λησμονεί ξανά γιατί τον αντικαθιστά με τον ανωθρώσκωντα καπνό που ξεπηδάει από τα φουγάρα του πλοίου, εγκαταλείπει, με άλλα λόγια, την στεριανή ζωή για τα μακρινά ταξίδια που συνεπάγεται η ζωή του ναυτικού.
Την αδυναμία του αυτή να σ τ ε ρ ι ω σ ε ι την φανερώνει υπαινικτικά στην επόμενη στροφή, συνεχίζοντας σε α' πρόσωπο κι ενδεχομένως απευθυνόμενος στην αγαπημένη γυναίκα. Διαπιστώνει πικρά, λοιπόν, ότι δεν έχει πια το δακτυλίδι που έφερνε γιατί του έκλεψε κάποια Οράγια. Αυτό σημαίνει ότι έχει την πρόθεση κάθε φορά που γυρνάει (όπως φανερώνει η χρήση του παρατατικού) να αφεθεί σε μια ουσιαστική ερωτική σχέση, σύμβολο της οποία αποτελεί το δαχτυλίδι, η οποία θα τον έδενε με την στεριά. Η επιθυμία του αυτή, όμως, προσκρούει στην αγάπη του για την θάλασσα που τον οδηγεί να συνάπτει εφήμερες παροδικές σχέσεις στα μακρινά του ταξίδια, όπως φανερώνει το εξωτικό όνομα της γυναίκας που αναφέρεται ως η δράστρια της υποτιθέμενης κλοπής του δαχτυλιδιού. Ο παπαγάλος του δε, που για έναν ναυτικό λειτουργεί ως υποκατάστατο της ανθρώπινης παρουσίας, σταμάτησε να μιλάει. Η συμβολική αυτή αλαλία του παπαγάλου που τον στερεί από ό,τι ανθρώπινο μπορεί να προβάλλει πάνω του ο αφηγητής, αποτελεί ένδειξη της δικής του απανθρωποποίησης και φανερώνει την απομόνωση που βιώνει, η οποία τον οδηγεί σε συναισθηματική αποστασιοποίηση στα όρια της συναισθηματικής αναπηρίας. Εύχεται μόνο η αγαπημένη γυναίκα να κατέβαινε στο λιμάνι την ώρα που το καράβι ετοιμάζεται να φύγει για να τον καταλάβει, να δει την σημασία που έχουν για κείνον η θάλασσα και τα μακρινά ταξίδια, ώστε να τον καταλάβει καλύτερα .
Για αυτό και στην επόμενη στροφή, επικαλούμενος την μάνα του (η οποία, όπως είδαμε στον προηγούμενο ποίημα, είναι η μόνη που τον θυμάται "σε τούτο το τρομακτικό ταξίδι του χαμού"), επιχειρεί μια αποτίμηση της ζωής του και βλέπει τον εαυτό του ως ένα χαμένο κορμί που δεν πέτυχε κανέναν από τους στόχους του. Ούτε ευτυχισμένος ερωτικά έγινε ούτε φόρεσε "χρυσάφι στο μανίκι", δεν έγινε δηλαδή επιτυχημένος επαγγελματικά. Και από την κατάσταση αυτή δεν μπορεί να τον γλιτώσει τίποτα, ούτε τα ξόρκια ούτε τα φυλαχτά. Το μόνο που έχει είναι η θάλασσα και η αγάπη του για τα ταξίδια και το μόνο πράγμα που σιχαίνεται στη ζωή του είναι ένας ναυτικός που προδίδει την θάλασσα, μια πράξη που την θεωρεί επαίσχυντη, όπως μαρτυράει το ρήμα "κατουράει" που χρησιμοποιείται. Έτσι, αν αφεθεί στον πειρασμό που αποτελεί η αγαπημένη γυναίκα που τον περιμένει στη Θεσσαλονίκη, βλέπει τον εαυτό του να καταντάει αυτό που κορόιδευε.
Κι αφού η κατάσταση είναι τέτοια, η επόμενη και τελευταία στροφή του ποιήματος έχει τη τελική
και τελεσίδικη διάσταση που έχει το τέλος ενός διηγήματος. Ο ποιητής απευθύνεται σε β' πρόσωπο στον εαυτό και σε διδακτικό αλλά αυστηρό τόνο του υπαγορεύει τι πρέπει να κάνει, ένα πρέπει που μπορεί να ξεκίνησε ως αυθαίρετο αξίωμα και κατέληξε να γίνει ένας αδιαμφισβήτητος κανόνας. Η Θεσσαλονίκη, ο τόπος και ο χώρος όπου βρίσκεται η αγαπημένη γυναίκα, πρέπει να προσεγγίζεται μόνο από τη καράβι, από τη θάλασσα. Να είναι σταθμός και όχι σπίτι. Γιατί η πόλη συμβολίζει την στεριά και την μίζερη για τον αφηγητή ζωή, η οποία απειλεί, με πρόσχημα ή αφορμή τον έρωτα, να τον εγκλωβίσει και να τον οδηγήσει σε "μια κηδεία σαν τον πολλών ανθρώπων την κηδείες". Πρέπει - και η λέξη χρησιμοποιείται κυρίως με την έννοια της ηθικής επιταγής, να την προσεγγίζει ως ναυτικός- ως μια βάση δηλαδή στην οποία θα επιστρέφει για λίγο, πριν ξεκινήσει πάλι το επόμενο μακρινό ταξίδι, όσο κι αν του λείπει, και η ίδια η πόλη και το αγαπημένο πρόσωπο που εκπροσωπεί αυτή, κατά την διάρκεια του ταξιδιού. Και επικυρώνει την απόφαση του αυτή, να παραμείνει ναυτικός ακυρώνοντας τον μεγάλο έρωτα, χρησιμοποιώντας το σχήμα το αδυνάτου. Αν οποιαδήποτε γυναίκα, όπως εκείνη από την Καλαμαριά, που αναφέρεται στο προηγούμενο ποίημα, του ράβει ένα πουκάμισο ως άλλη Πηνελόπη, τον δελεάζει δηλαδή σε μια τυπικά στεριανή ερωτική σχέση, υπόσχεται ότι θα έρθει για αυτήν στην Θεσσαλονίκη με την φυρονεριά, δηλαδή την ώρα της άμπωτης. Ποτέ δηλαδή, εφόσον ο συγκεκριμένος καιρός αντενδείκνυται για την είσοδο των καραβιών στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης... Και μάλιστα ενδεχομένως να έρθει, όχι σίγουρα δηλαδή, ακόμα κι έτσι!
![]() |
| "Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι" |
Κι έτσι η ιστορία που αφηγούνται τα δυο ποιήματα τελειώνει σε σχήμα κύκλου κι ολοκληρώνεται ο κύκλος της προδοσίας. Κάπως έτσι, ο αφηγητής δεν βρήκε ούτε το στρατί που πάει για Ντεπό ούτε εκείνο που πάει για την Τούμπα και ο Πολύγυρος δεν "γίνηκε λιμάνι" για τον μπάρμπα Κόλια...
Γενικεύοντας επι τροχαδήν, αρκεί να αναφέρουμε το προφανές. Ο αφηγητής είμαστε εμείς, καθένας από εμάς και όλοι μαζί, καθώς "κινούμε συρφετός γυρεύοντας ομοιοκαταληξία". Αυτοπαγιδευόμαστε σε κάτι που μπορεί να είναι η πιο μεγάλη μας επιθυμία ή απλά μια βαρετή ρουτίνα, το θεωρούμε μοίρα μας, το κουβαλάμε και μας κρατάει φυλακισμένους όπως τα καράβια το "Κουρο Σίβο", Φτιάχνει ο καθένας μας την δική του Θεσσαλονίκή που επιθυμεί κι επιτρέπει ταυτόχρονα στη δική του Οράγια να την κλέψει. Κι περνάμε τη ζωή μας κλυδωνιζόμενοι ανάμεσα σε ένα θέλω που δεν μπορούμε να δεχτούμε και σε ένα μπορώ που μας αφήνει ανικανοποίητους, οδηγώντας μας εν τελει σε ένα είδος συναισθηματικής απουσίας κι απανθρωποποίησης, να κοιτάμε απλά το μπούσουλα να παίζε "καρτίνι με καρτίνι" .
Για να δικαιολογήσω τον τίτλο του κειμένου, ας πω ότι Οδυσσέας Ιωάννου για να τα εκφράσει ολα αυτά χρησιμοποιεί την νιτσεϊκή εικόνα λύκου που τρώει τα χέρια εκείνου που τον ταΐζει.
Ο Καββαδίας που ήταν ναυτικός χρησιμοποιεί ναυτικό λεξιλόγιο και ορολογία. Τα οποία τσίμπησα από εδώ κι εδώ...
* Στη “Θεσσαλονίκη” προβληματίστηκα λίγο με
τα αφηγηματικά χρονικά επίπεδα. Τελικά, αποφάσισα να προσεγγίσω το ποίημα με
βάση την υπόθεση ότι υπάρχουν τρία αφηγηματικά επίπεδα, όσον αφορά τον χρόνο. Το πρώτο
είναι εκείνο το απώτατο παρελθόν στο οποίο ο αφηγητής ζει τον έρωτα για την Σμαρώ, το δεύτερο
είναι "κείνη η βραδιά" στην οποίο επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη μέσα στην καταιγίδα και
θυμάται τον τελειωμένο πια έρωτα και το τρίτο είναι το αφηγηματικό «τώρα», δέκα χρόνια μετά από "κείνη τη βραδιά", στο
οποίο ο συγγραφέας συνομιλώντας με τον
εαυτό του σχολιάζει κι αναθυμάται τις σκέψεις και τα συναισθήματά του κατά την επιστροφή
του στην Θεσσαλονίκη στο προηγούμενο αφηγηματικό επίπεδο.
Εναλλακτικά, ωστόσο, μπορούμε να το προσεγγίσουμε εντοπίζοντας δυο χρονικά επίπεδα. Ένα παρελθοντικό στο οποίο ο αφηγητής επιστρέφει μέσα στην καταιγίδα στην Θεσσαλονίκη, ενώ η σχέση με την αγαπημένη γυναίκα είναι ζωντανή και, βυθισμένος καθώς είναι στην προσμονή για την συνάντηση μαζί της, αδιαφορεί για την καταιγίδα και αφήνει πίσω του για τις εξωτικές εμπειρίες που έζησε στα ταξίδια του. Κι ένα δεύτερο που ταυτίζεται με αφηγηματικό «τώρα», στο οποίο ο αφηγητής, έχοντας γνώση για την εξέλιξη της ερωτικής ιστορίας, σχολιάζει την στάση του εαυτού τότε και την κατάστασή στην οποία τον οδήγησαν οι επιλογές της ζωής του σήμερα.
Μπορεί να άλλαζε λιγάκι η ερμηνεία κάποιων σημείων του ποιήματος σε κάθε περίπτωση, αυτήν που επέλεξα και την εναλλακτική που αναφέρω εδώ, ωστόσο τα τελικά συμπεράσματα μου θα ήταν τα ίδια.
Εναλλακτικά, ωστόσο, μπορούμε να το προσεγγίσουμε εντοπίζοντας δυο χρονικά επίπεδα. Ένα παρελθοντικό στο οποίο ο αφηγητής επιστρέφει μέσα στην καταιγίδα στην Θεσσαλονίκη, ενώ η σχέση με την αγαπημένη γυναίκα είναι ζωντανή και, βυθισμένος καθώς είναι στην προσμονή για την συνάντηση μαζί της, αδιαφορεί για την καταιγίδα και αφήνει πίσω του για τις εξωτικές εμπειρίες που έζησε στα ταξίδια του. Κι ένα δεύτερο που ταυτίζεται με αφηγηματικό «τώρα», στο οποίο ο αφηγητής, έχοντας γνώση για την εξέλιξη της ερωτικής ιστορίας, σχολιάζει την στάση του εαυτού τότε και την κατάστασή στην οποία τον οδήγησαν οι επιλογές της ζωής του σήμερα.
Μπορεί να άλλαζε λιγάκι η ερμηνεία κάποιων σημείων του ποιήματος σε κάθε περίπτωση, αυτήν που επέλεξα και την εναλλακτική που αναφέρω εδώ, ωστόσο τα τελικά συμπεράσματα μου θα ήταν τα ίδια.








Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου