Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Τετάρτη, 21 Ιανουαρίου 2015

Η ποίηση ως επαναστατική πράξη:"Όταν" και "Η διαθήκη μου" του Μιχάλη Κατσαρού (Και λίγα λόγια για το "Τους έχω βαρεθεί" του Βολφ Μπίρμαν)

    Εναλλακτικοί τίτλοι της ανάρτησης θα μπορούσαν να είναι "Μολότωφ με λέξεις", "Οράματα και θάματα", "Το όπλο μου ρίχνει στίχους", "Η σιωπή μου προς απάντηση σας", "Η ποίηση είναι στους δρόμους"... Κάθε τι από τα παραπάνω αποδίδει την ατμόσφαιρα της ποίησης του Μιχάλη Κατσαρού.
     Το ποίημα "Όταν" αποτελείται από δυο εξαιρετικά ανισομερείς  ως προς την έκταση στροφές. Η μία πολύστιχη και η άλλη μονόστιχη, γεγονός που- δεν μπορεί- θα 'χει τη σημασία του. Ο τίτλος του ποιήματος είναι εξαιρετικά λιτός, μια μόνο λέξη, ο χρονικοϋποθετικός σύνδεσμος "όταν" που λειτουργεί ως προπομπός για εκείνα που πραγματεύεται το ποίημα.  Πρόκειται δηλαδή να αναφερθούν πράγματα που γίνονται ή θα γίνουν εν ευθέτω χρόνω, αλλά μόνο αν ικανοποιούνται ορισμένες προϋποθέσεις.
  Το βασικότερο εκφραστικό σχήμα είναι η αντίθεση και πάνω σ΄ αυτό στηρίζεται  η ανάπτυξη του ποιήματος. Η αντίθεση αυτή εμφανίζεται με δύο τρόπους.  Η μία αντίθεση είναι χρονική.  Η πρώτη  «ενότητα» της πρώτης στροφής διαδραματίζεται στο τώρα (άρα και ο χρόνος  των ρημάτων είναι ενεστώτας) και η επόμενη αναφέρεται στο μέλλον, γεγονός που σημαίνει ότι χρησιμοποιείται ο μέλλοντας. Η δεύτερη, είναι αυτή ανάμεσα στην ομιλία των πολλών και στη σιωπή του ποιητικού υποκειμένου. Και η λέξη "ομιλία" χρησιμοποιείται εδώ με το σύνολο του σημασιολογικού της φορτίου, δηλαδή και ως "κουβέντα" και ως "συναναστροφή". 
  Στην πρώτη «ενότητα», λοιπόν, το ποιητικό υποκείμενο παραθέτει δυο μπουκέτα/δέσμες/πακέτα περιπτώσεων στις οποίες αντιπαραβάλλει τη σιωπή του. Πράγμα φαινομενικά οξύμωρο, καθώς γράφοντα αυτό το ποίημα ουσιαστικά μιλάει. Άρα, η ποίηση του κάποια άλλη σημασία έχει ή μάλλον θα αποκτήσει, όπως θα συμπεράνουμε αν συνεχίσουμε την ανάγνωση. 
  Βαριέμαι να ξαναγράφω συνεχώς "το ποιητικό υποκείμενο", από δω και πέρα θα γράφω "ο ποιητής"· άλλωστε ποιητής είναι το ποιητικό υποκείμενο, έτσι δεν είναι; Ο ποιητής, λοιπόν, σωπαίνει αρχικά όταν ακούει να μιλάν για τον  καιρό, δηλαδή απέχει από ανούσιες συζητήσεις, από κοινότυπες κουβέντες που προδίδουν ανία και βαρεμάρα. Σιωπά και όταν ακούει να μιλάνε για τον πόλεμο, όταν τον παρουσιάζουν δηλαδή  εξωραϊσμένο ως κάτι ηρωικό,  ρεαλιστικό,  δίκαιο. Ή ακόμα , απέναντι σε και όσους- ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος είναι σχετικά πρόσφατος- εξάρουν την συμμετοχή τους σ’ αυτόν για να εξάρουν έμμεσα τον εαυτό τους. Συνεπώς, τα βέλη του ποιητή στρέφονται και έναντι όλων εκείνων (αριστερών ή δεξιών) που συμμετείχαν στο αυτονόητο, την Εθνική Αντίσταση, και  υπερηφανεύονται γι΄ αυτό ή προσπαθούν να εξαργυρώσουν την συμμετοχή τους για να αποκομίσουν προσωπικό ή κομματικό όφελος. Μια ερμηνεία που υποστηρίζεται από αυτά που ακολουθούν μετά την αναφορά του στην τέχνη μέσω της ποίησης. Διότι ο ποιητής σωπαίνει και όταν  έρχεται σε επαφή- και αντιπαράθεση ως εκ τούτου-  με την εξημερωμένη τέχνη της εποχής του,  κύριο- αλλά προφανώς όχι μοναδικό -  εκφραστή της οποίας θεωρεί, όπως δηλώνει η νύξη "βλέπω το Αιγαίο να γίνεται ποίηση", τον Οδυσσέα Ελύτη. Γιατί πρόκειται για μια τέχνη ματαιοδοξίας, κίβδηλη και ωραιοπαθή. Κι αυτό διότι έχει χάσει το σφρίγος και την ορμή της, έχει γίνει συμβιβασμός, άρα είναι ακίνδυνη και έχει οδηγήσει τον δημιουργό της να έχει εκπέσει σε ρόλο γελωτοποιού της Αυλής, άρα  εκπρόσωπος μιας τέχνης εκφυλισμένης. 
   Στη συνέχεια, ο ποιητής στρέφεται ενάντια στο κλίμα ανελευθερίας το οποίο κατακλύζει την μετεμφυλιακή Ελλάδα αλλά και γενικότερα, λιγότερο ή περισσότερο, ως πρακτική ή και ως επιθυμία/πρόθεση, όλες τις οργανωμένες κοινωνίες, καθώς η τάση που υπάρχει είναι να ταξινομούνται και να  στοχοποιούνται οι άνθρωποι με βάση και μόνο τις ιδέες τους. Ταυτόχρονα, όμως στρέφεται και ενάντια σε όλους εκείνους που θέτουν ως στόχο τους βασικό  να κόψουν στα μέτρα τους τις ιδέες, ορίζοντας με βάση τις δικές τους νόρμες τι περιλαμβάνουν και τι όχι αυτές, άρα και τι είναι ορθό και τι όχι. Και με αυτόν το τρόπο εξελίσσονται οι ιδέες από φορείς πνεύματος σε ομολογίες πίστεως. Γιατί  μια πραγματικά επαναστατική ιδέα, όταν αντιμετωπίζει μια τέτοια προσέγγιση από τους ίδιους τους υποστηρικτές της, εκπίπτει και αφοπλίζεται, ακόμα κι αν είναι μια κήρυγμα αγάπης και δικαιοσύνης. Μια κατηγορία που στρέφεται γενικά (π.χ. σε όλους τους "ταλιμπάν" ανεξαρτήτως θρησκείας, τους φανατικούς και μισαλλόδοξους  οι οποίοι καπηλεύονται  τα λόγια των ιερών- με ή χωρίς εισαγωγικά-  βιβλίων και τα χρησιμοποιούν ως μέσο ελέγχου των μαζών) αλλά και ειδικότερα. Ενάντια δηλαδή στον σταλινισμό και στην τακτική της  «επίσημη γραμμής του Κόμματος», αντιπρόσωπος της οποίας υπήρξε στην Ελλάδα την εποχή εκείνη (και σε λιγότερο βαθμό αργότερα, όχι γιατί δεν το επιθυμούσε) το Κ.Κ.Ε. (το οποίο για τον ίδιο ακριβώς λόγο είχε  διαγράψει τον Μιχάλη Κατσαρό παρεμπιπτόντως), πρακτικές δηλαδή που ξεδόντιασαν ουσιαστικά την θεωρία του Μαρξ καθιστώντας την πρακτικά σε υποκατάστατο της θρησκείας και ανάγοντάς την σε "ιερό βιβλίο",   μοναδικοί και αλάθητοι ερμηνευτές του οποίου ήταν  οι  Στάλιν και οι συν αυτώ, δρώντας ως  το υπέρτατο ιερατείο. 
   Μέχρι το σημείο αυτό, ο ποιητής έχει συγκρουστεί με το επίσημο πολιτικό κατεστημένο, με την "εξουσία" του μέσου όρου, την κοινοτυπία της καθημερινής ζωής που εκπροσωπεί τους πολλούς, με την πνευματική εξουσία και με την εναλλακτική πολιτική πρόταση εξουσίας (αυτή που εκπροσωπούσε το Κ.Κ.Ε. τότε) . Στρέφεται δηλαδή ενάντια σε όλες τις εξουσίες, ορίζοντας τελικά την σιωπή του- άρα και την ποίηση του που είπαμε ότι οξυμώρως [sic] ντύνει αυτή τη σιωπή- ως σύγκρουση. Η σύγκρουση αυτή γενικεύεται και παίρνει ευρύτερες διαστάσεις με τη χρήση της λέξης "σένα" στον επόμενο στίχο με τον οποίο τελειώνει και η πρώτη παρτίδα «αψιμαχιών».   Καταλαβαίνουμε εύκολα την αιτία της χρήσης β΄ προσώπου. Προσδίδει στο ποίημα δραματικότητα, και βάθος καθώς το μετατρέπει σε  διάλογο κι έτσι η αντίθεση  εντείνεται,  καθώς η σιωπή  του ποιητή  γίνεται... εκκωφαντική. Εύλογο όμως είναι το ερώτημα που προκύπτει... Σε ποιόν απευθύνεται ; Σε ένα πρώτο επίπεδο αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες έχει αναφερθεί μέχρι τώρα και σε όσες άλλες θα μπορούσε. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, δοθέντος ότι έχουμε να κάνουμε με ένα ποίημα, στον αποδέκτη του, δηλαδή στον αναγνώστη. Στρέφεται δηλαδή ο ποιητής ενάντια ακόμα και σε εκείνον που θα θελήσει να έρθει σε επαφή με το έργο του και μοιραία και εκ των πραγμάτων θα αποπειραθεί να το σχολιάσει, να το ταξινομήσει και να το ερμηνεύσει, εν προκειμένω ενάντια σε μένα που κάνω αυτήν την ανάρτηση, ενάντια σε όσους τη διαβάσουν, ενάντια σε σας που το σχολιάσατε στην τάξη. Πράγμα που φανερώνει εκ νέου τη συγκρουσιακή φύση της ποίησης, όπως την αντιλαμβάνεται  ο ποιητής. Δεν τη χρησιμοποιεί για να χαϊδέψει αυτιά, δεν λαϊκίζει λέγοντας στους αναγνώστες του αυτά που θέλουν να ακούσουν, δεν εξωραΐζει καταστάσεις για κολακέψει ,ώστε να αρέσει και να κερδίσει την αναγνώριση και την αθανασία. Πετάει τους στίχους του στη μούρη των αναγνωστών του αδιαφορώντας για την απήχηση ή την ερμηνεία τους, γιατί σκοπός του είναι να πει την αλήθεια. Φόρα παρτίδα... Αρέσει, δεν αρέσει!
   Εκκινώντας η δεύτερη παρτίδα περιπτώσεων στις οποίες αντιδρά ο ποιητής σιωπώντας, χαρακτηρίζει "βέβαια" τα αυτιά του. Σχήμα υπαλλαγής βεβαίως. "Βέβαιες" είναι οι πληροφορίες που φτάνουν στα αυτιά του ή μάλλον, γενικότερα, στις αισθήσεις του, με βάση αυτές καθορίζει την σκέψη του και από εκεί ορμώμενος γράφει τους στίχους του. Κι αυτό σημαίνει ότι η ποίηση του βασίζεται σε μια αυθεντική μαρτυρία, συνεπώς το ίδιο αυθεντική είναι και η σιωπή του ποιητή. Εκείνη που αντιτίθεται σε  ψιθύρους μακρινούς. Δηλαδή λόγια ακατάληπτα ή λόγια που αφορούν λίγους, μουρμουρητά τα οποία δεν κατορθώνουν να γίνουν ποτέ διαυγής και καθαρός λόγος. Κι εξελίσσονται σε μια βουβή οργή, η οποία καθώς ποτέ δεν εκφράζεται , διαιωνίζεται αέναα και εν τέλει εξουθενωτικά. Η ίδια σιωπή βρίσκεται αντιμέτωπη με παράξενους ήχους. Λέξεις δηλαδή που στερούνται σημασίας και άλλα νοήματος. Και κατ’  επέκτασιν όλα εκείνα με τα οποία  καθένας  προσπαθεί να κατευνάσει τους φόβους και τις ανησυχίες του ή να "χορτάσει" το κενό  που θεριεύει μέσα του. Και όλες τις θεωρίες - μεταφυσικές, κοινωνικές, αισθητικές, πολιτικές, ...-  που διαλαλούν ότι έχουν τη λύση σε όλα εκείνα τα προβλήματα που προκύπτουν από την απουσία νοήματος, αλλά στην πραγματικότητα αποδεικνύονται μονάχα ψευδοφάρμακα που δρουν τελικά αποπροσανατολιστικά, κατασιγάζοντας την όποια ορμή ενδεχομένως έφερνε την αλλαγή.
  Στη συνέχεια στρέφεται με τη σιωπή του ενάντια στους θούριους και της σάλπιγγες, δηλαδή ενάντια στην πολεμολαγνεία, την πολεμοκαπηλία κάθε είδους για την υποτιθέμενη υπεράσπιση και την κατ' όνομα υποστήριξη μιας «μεγάλης», αφηρημένης ιδέας. Κι ενάντια στους επίσημους λόγους οι οποίοι όμως είναι κενοί περιεχομένου και το μοναδικό τους ταλέντο είναι να κρύβουν ακριβώς αυτήν την  απουσία σημασίας.  Αλλά πώς εξηγείται το επόμενο; Να είναι δηλαδή, ενάντια και στην ελευθερία. Εύκολα, γιατί η ελευθερία στην οποία αντιτίθεται είναι κίβδηλη είναι κατ' όνομα ελευθερία, ένας ευφημισμός, η προβιά μιας αθέατης υποδούλωσης. Το ίδιο και οι νόμοι που γίνονται ευαγγέλια, δηλαδή ειδωλοποιούνται , θεοποιούνται κι αποσκοπούν τελικά στην κατασκευή μιας κατ’ επίφασιν τάξης. Τούτο σημαίνει οδηγούν στο συμβιβασμό, στην θανάτωση της δημιουργικότητας, στην ρουτίνα και την ανία, στον εξοστρακισμό της φαντασίας, στην προγραφή της ιδιαιτερότητας και του διαφορετικού.  Τέλος, στρέφεται ενάντια  και σε εκείνους που γελούν. Διότι προφανώς το γέλιο τους δεν είναι πηγαίο, προκύπτει ως απότοκο της αλλοτριωμένης τους ζωής. Ή διότι η χαρά τους ακριβώς προδίδει την άγνοια τους ή την αδιαφορία τους για ό,τι πραγματικά συμβαίνει, παρατείνοντας εν τέλει επ’  άπειρον την εθελούσια ομηρία τους.
    Και η «υποενότητα»- και μαζί η « ενότητα»- τελειώνει με τον ποιητή να επαναλαμβάνει την αντίθεση του. Σωπαίνει όταν όλοι οι άλλοι- γ' πληθυντικό πια το πρόσωπο- μιλούν. Γιατί πλέον έχει αποκαλυφθεί το πραγματικό νόημα της ομιλίας τους.  Τα λόγια των άλλων στα οποία αντιτίθεται η σιωπή του ποιητή είναι φλυαρίες, λόγια άσημα, καινά περιεχομένου. Άρα και οι συναναστροφές τους εξελίσσονται σε συναγελασμό, αγελοποίηση, μαζοποίηση, εργαλείο αλλοτρίωσης... 
  Την διάσταση με τα παραπάνω  με αυτά η πρώτη λέξη της επόμενης «ενότητας», η οποία μεταφέρει τον αναγνώστη  στο μέλλον, γεγονός που μετατρέπει τον ποιητή σε προφήτη και οραματιστή, και επαναφέρει την ποίηση στην αρχική της κοίτη, όταν η ποίηση θεωρούταν "θεόπνευστη" και ο λόγος των ποιητών δεν λαθροβιούσε στις παρυφές της κοινωνίας, ώστε να μην ακούγεται. Και η επιστροφή αυτή επεκτείνει το "ένθεο" στοιχείο της ποιητικής δημιουργίας, ανατρέποντας το (γιατί δεν πρόκειται για αναπαραγωγή δογματισμών και, ως εκ τούτου, όργανο ελέγχου, όπως συχνά στο συνέβαινε παρελθόν, αλλά ως κάλεσμα απελευθέρωσης ). Διότι η βασική  αντίθεση του ποιήματος, η σιωπή του ποιητή σε σχέση με τα λόγια των άλλων ανθρώπων, θα πάρει διαφορετική μορφή. Οι ''άσημες φλυαρίες" των άλλων είναι αυτές που θα μετατραπούν σε σιωπή,  μια διαφορετική σιωπή όμως από την γόνιμη, όπως θα αποδειχθεί ,σιωπή του ποιητή. Πρόκειται για την νοσηρή σιωπή που θα προκύψει μοιραία και αναπόφευκτα,  όταν οι άλλοι θα έχουν ξοδέψει τα λόγια τους, όπως ένα γιγάντιο άστρο καταναλώνει την ενέργεια του και καταρρέει. Σε αυτές τις συνθήκες του γενικού μηδενισμού θα είναι η κατάλληλη στιγμή ώστε η σιωπή του ποιητή να γίνει λόγος. Θα εκραγεί σαν σουπερνόβα και καθώς οι συνθήκες θα είναι πλέον κατάλληλες, η λάμψη του  θα εξελιχθεί σε πύρινο λόγο απελευθέρωσης ,καθώς θα έχει διατηρηθεί άφθαρτος και αμίαντος.
     Η απελευθέρωση αυτή παρουσιάζεται μέσω τριών εικόνων.  Κήποι που γεμίζουνε με καταρράκτες: Οι στίχοι θα λειτουργήσουν δηλαδή ως το νερό εξαιτίας του οποίου θα ανθίσει ορμητικά σαν καταρράκτης  μια καινούργια ομορφιά, γεμάτη αλήθεια και νόημα αυτήν τη φορά. Βρώμικες συνοικίες που γίνονται οπλοστάσια: Οι εξαθλιωμένοι άνθρωποι θα εμπνευστούν από το λόγο του ποιητή και θα εξεγερθούν ενάντια στην ασχήμια της προηγούμενης φλυαρίας. 
    Η τρίτη εικόνα, η οποία είναι τελευταία στη σειρά και καταλαμβάνει όχι τυχαία δυο στίχους, εστιάζει στους νέους στη στάση τους σε κείνον το μελλοντικό κόσμο που οραματίζεται ο ποιητής.  Και όχι τυχαία, καθώς είναι προφανής η σημασία της νέας  γενιάς  για την αλλαγή. Διότι  οι νέοι  με την ορμή και το σφρίγος της ηλικίας τους έχουν ενδεχομένως άγνοια  ή αδιαφορία για πιθανούς κινδύνους, είναι άφθαρτοι από προηγούμενες ήττες και  έχουν την δυνατότητα και τη θέληση να ρισκάρουν. Κι αυτά γιατί ακόμα δεν έχουν παραδοθεί στον συμβιβασμό και δεν έχουν νερώσει το κρασί τους. Ο Κατσαρός γράφοντας το ποίημα  εν έτει 1953 φαντάζομαι έχει στο νου του τους συνομήλικούς του  που  ως νέοι σήκωσαν το βάρος της Αντίστασης κατά του κατακτητή και αισθάνεται πίκρα, αγανάκτηση κι οργή για την αδράνεια, την αποστασιοποίηση και την ιδιωτεία τους· και για αυτό στρέφεται στους νέους. Όμως και γενικότερα μπορεί να το παρατηρήσει κανείς αυτό. Τι γίνονται οι νέοι που μεγαλώνουν; Πού πήγαν οι νέοι του 1-1-4 που ξεχείλιζαν τους δρόμους της Αθήνας; Τι απέγιναν οι νέοι του Πολυτεχνείου οι οποίοι σχεδόν μόνοι τους σε ολόκληρη τη χώρα τόλμησαν να τα βάλουν με τη Δικτατορία; Τι έγινε/γίναμε η γενιά του '90 που αντιστάθηκε σθεναρά στην "αναπαλαίωση" που επιχείρησε ο τότε υπουργός Παιδείας και εξαιτίας αυτών δεν φοράτε σήμερα ποδιά; Κι ακόμα ακόμα που πήγαν οι σημερινοί νέοι, οι 15άρηδες που γέμισαν τους δρόμους  2008, τα παιδιά που μεγάλωσαν απότομα εν μέσω κρίσης; (Για να περιοριστώ μόνο στην Ελλάδα και να αφήσω απέξω τα νεανικά κινήματα της δυτικής Ευρώπης) Η απάντηση είναι απλή: Μεγάλωσαν, κουράστηκαν, έκαναν παιδιά, πήραν σκυλιά, βάλαν αποκωδικοποιητή της Nova. Και στην καλύτερη περίπτωση, κρατάνε μόνο τη γραμμή ανοιχτή για τους επόμενους, αλλά παθητικά. Οι ίδιοι αισθάνονται ότι έκαναν το χρέος τους.  Γνωρίζοντάς τα αυτά ο ποιητής, στρέφεται στην νέα γενιά . Οι νέοι, άφθαρτοι από την ασχήμια, είναι οι ιδεώδεις παραλήπτες του απελευθερωτικού του μηνύματος. Και στην μελλοντική κοινωνία που οραματίζεται περιγράφονται "έξαλλοι", τουτέστιν ευρισκόμενοι σε σύγκρουση με οποιονδήποτε κανόνα συμμόρφωσης, με κάθε "τάξη" που αγνοεί και περικόπτει την ελευθερία, τη δημιουργικότητα και τη φαντασία τους.  Και θα ακολουθούν στίχους χωρίς ύμνους. Δηλαδή απαλλαγμένους , αν υποθέσουμε ότι αναφέρεται  στην ποίηση ως εκπρόσωπο της τέχνης γενικά,  από οτιδήποτε περιττό φτιασίδι και γενικότερα από οποιαδήποτε θεωρία/άποψη/ιδέα/γνώμη κ.τ.λ.  δρα ή επιχειρεί να δράσει κανονιστικά, άμεσα ή έμμεσα, επιθυμώντας να οδηγήσει τους ανθρώπους οπουδήποτε και με οποιοδήποτε σκοπό. Τότε και μόνο τότε,  εν κατακλείδι, και με μπροστάρηδες τους νέους  ως αποτέλεσμα  αυτής της διαδικασίας οι άνθρωποι θα κατακτήσουν την πλήρη κι ολοκληρωτική ελευθερία από οποιαδήποτε μορφή εξουσίας: Πολιτική, κοινωνικού κομφορμισμού, πνευματική, συναισθηματική…
  Ο μονόστιχος τελευταίος στίχος μπορεί, πιστεύω,  να εκληφθεί ταυτόχρονα σαρκαστικά, αυτοσαρκαστικά και κυριολεκτικά. Σαρκαστικά διότι οι άνθρωποι  στρέφονται και πάλι για ελπίδα και παρηγοριά στο όραμα ενός άλλου, κι ας είναι αυτός  ο ίδιος ο ποιητής που «εξαναγκάζεται»  να τους δημιουργήσει κάποιο. Αυτοσαρκαστικά, διότι ο ποιητής αντιλαμβάνεται ότι παρουσιάζεται ως αυθεντία, άρα ασκεί μια μορφή εξουσίας. Και ως γνήσιος αντιεξουσιαστής και αρνητής κάθε  αυθεντίας και όντας πιστός και συνεπής στο όραμά του περί της πλήρους ελευθερίας, αυτοϋπονομεύεται αυτοσαρκαζόμενος, γνωρίζοντας όμως  πως ταυτόχρονα ενισχύει αυτά που λέει.  Το κυριολεκτικό του πράγματος σχετίζεται με το  νόημα που αντιλαμβάνεται  πως έχει η ποίηση και για αυτό το λόγο  ουσιαστικά το οξύμωρο που αναφέρθηκε παραπάνω δεν ισχύει . Γιατί η ποίηση  εκλαμβάνεται ως μια συνεχής απελευθερωτική διαδικασία  («Πάλι) και ο ποιητής έχοντας συναίσθηση του ρόλου του («σας δίνω») δεν έχει άλλη επιλογή: Γράφει γιατί οραματίζεται κι οραματίζεται επειδή γράφει.  Και ξέρει ότι η ποίηση είναι στους δρόμους…

     Η ίδια έντονη αμφισβήτηση, η ίδια διάθεση ρήξης, η ίδια απέχθεια για κάθε μορφής εξουσίας, η ίδια άρνηση ενάντια σε κάθε  αυθεντία (με ακόμη περισσότερη αυτοϋπονόμευση), η ίδια δυσαρέσκεια  για την τάξη και τον μέσο όρο στον οποίο υποβιβάζει εκείνη τον άνθρωπο  και η ίδια δίψα για ελευθερία  μπορεί να παρατηρηθεί στο πιο γνωστό ποίημα του Κατσαρού με τίτλο «Η διαθήκη μου» (το οποίο πλατύτερα έχει  γίνει δημοφιλές με τον τίτλο «Αντισταθείτε») την πνευματική παρακαταθήκη του ποιητή στην ανθρωπότητα.
      «Η διαθήκη μου», όπως και το «Όταν», περιλαμβάνεται στην ποιητική συλλογή «Κατά Σαδδουκαίων» η οποία εκδόθηκε το 1953 και με την οποία ο Κατσαρός έκοψε τα γεφύρια πίσω του, στρεφόμενος, πέρα από το αυταρχικό μετεμφυλιακό κράτος, και ενάντια στις ιδεολογικές  αγκυλώσεις που επέβαλλε η «επίσημη»  Αριστερά, την οποία εκπροσωπούσε το σταλινικό Κ.Κ.Ε., καθώς και την πρόθεση της να πάρει την επανάσταση «εργολαβία», στρεφόμενη  πρωτίστως ενάντια σε οποιαδήποτε εναλλακτική πρόταση, με την κατηγορία ότι παραβιάζει την επίσημη γραμμή του κόμματος,  και δευτερευόντως ενάντια στη ανελεύθερη κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα. Αυτή η διάθεση ρήξης του ποιητή είναι πρόδηλη και από τον  τίτλο της συλλογής. (Οι Σαδδουκαίοι ήταν αρχαίο ιουδαϊκό θρησκευτικό κίνημα που αντιπολιτευόταν τους Φαρισαίους.  Εμφάνιζαν πολλά στοιχεία κοινωνικού κινήματος, έδιναν έμφαση στον άνθρωπο, αρνούνταν την ανάσταση και ήταν προσκολλημένοι στην κατά γράμμα εφαρμογή του Νόμου. ) Το αποτέλεσμά ήταν να υποστεί ο ποιητής πέρα από τις διώξεις του κράτους και την απομόνωση από τους πρώην συντρόφους του (ότι συνέβη δηλαδή και στον ήρωα του παρακάτω τραγουδιού).

   Όταν έστειλε  δε προς δημοσίευση στην δημοκρατική εφημερίδα «Δημοκρατικός Τύπος» τη «Διαθήκη», το ποίημα δημοσιεύτηκε τελικά πετσοκομμένο  και λογοκριμένο άγρια. Η οργισμένη αντίδραση του ποιητή ήρθε με το ποίημα «Υστερόγραφο» το οποίο τέλειωνε με το στίχο  «Ελευθερία ανάπηρη πάλι στου τάζουν» (περισσότερα όμως για αυτήν την ιστορία δείτε εδώ).
   Τα βιογραφικά στοιχεία του ποιητή παρατέθηκαν όμως μόνο για να φανεί το ιστορικοινωνικό πλαίσιο της δημιουργίας του ποιήματος  και  σε τελική ανάλυση ελάχιστα έχουν σχέση με την ερμηνεία του. Πόσο μάλλον που ως διαθήκη είναι ένα κείμενο που αναφέρεται στο μέλλον, αποτελεί έκφραση δηλαδή του οραματισμού του ποιητή.  Αν το «Όταν» βασίζεται στην αντίθεση, η επανάληψη είναι το στοιχείο που συνέχει δομικά την "Διαθήκη". Πρόκειται για ένα κάλεσμα αντίστασης με σκοπό την τελική και ολοκληρωτική απελευθέρωση.  Τα βέλη του ποιητή στρέφονται κι εδώ ενάντια σε ότι εμποδίζει την λύτρωση του ανθρώπου. Σταχυολογώντας κάποιες περιπτώσεις για να μην μακρηγορήσω κι επαναλαμβάνομαι, στρέφεται μεταξύ άλλων, ενάντια  στο μέσο ανθρωπάκο που δένεται με τον κόσμο μέσα από σπιτάκι του (θυμηθείτε τον ήρωα του διηγήματος του Μάριου Χάκκα «Το ψαράκι της γυάλας» και πόσο τον «έδεσε με τον κόσμο» το σπίτι που έχτισε και τον έκανε τελικά να είναι εκείνος το ψάρι στην γυάλα)· στην  κρατική εκπαίδευση σκοπός της οποίας πάντα είναι να δημιουργήσει εργαλεία χρήσιμα για την κοινωνία (όποια κοινωνία) και όχι να καλλιεργήσει στους ανθρώπους τα στοιχεία εκείνα που θα τους ολοκληρώσουν· στους φόρους που εθίζουν τον άνθρωπο στην έννοια της συναλλαγής και  οδηγούν τη ζωή του σε καθεστώς ομηρείας, εξαναγκάζοντας τον να πληρώσει για την ύπαρξη του·  στους ελιτιστές  ξερόλες που δίνουν εξεζητημένες ονομασίες σε απλές απολαύσεις της ζωής όπως τα ωραία τραγούδια·  στην αφυδάτωση του πνεύματος και του σώματος των ανθρώπων από αγέλαστα ιερατεία·  στους κόλακες αυτών που παριστάνουν τους σωτήρες· κ.α. Το κάλεσμα αντίστασης μάλιστα στρέφεται κι εναντίον του ιδίου του ποιητή  και αυτών που λέει, και μάλιστα αυτό επαναλαμβάνεται στο τέλος κάθε στροφής, εν είδει λάιτ μοτίβ. Γιατί σκοπός του ποιητή δεν είναι  να αντιμετωπιστούν τα λόγια του ως θέσφατο, συνταγή ή ευαγγέλιο· ούτε ο  ίδιος να εκληφθεί ως αυθεντία και  «ήρωας  της εργατικής τάξης»,

 που θα έλεγε κι ο Τζον Λέννον! Μόνο ως μέσον για αυτό που οραματίζεται και αναφέρει στην τελευταία, μονόστιχη στροφή.  Την ελευθερία!
  Γιατί σκοπός της αντίστασης αυτής σε κάθε μορφή κίβδηλης εξουσίας δεν είναι η στείρα αποδόμηση των πάντων και η επικράτηση του ολοκληρωτικού μηδενισμού. Είναι προϋπόθεση για την επίτευξη της πλήρους και απόλυτης ελευθερίας,  η οποία θα αναδυθεί μέσα από μια αρμονική, αταξική και αντιεξουσιαστική κοινωνία, αναρχική με άλλα λόγια, που θα αποτελείται από ώριμους και συνειδητοποιημένους ανθρώπους που δεν θα χρειάζονται νόμους και κανόνες για να συνυπάρξουν.
   Η συγκεκριμένη αντίληψη βεβαίως δεν εμφανίζεται  μόνο στα ποιήματα  του Κατσαρού.  Αντίστοιχο είναι το μήνυμα που προκύπτει  από το μελοποιημένο από τον Θάνο Μικρούτσικο σε μετάφραση Δημοσθένη Κούρτοβικ  ποίημα του Βολφ Μπίρμαν «Τους έχω βαρεθεί».
   Κι εδώ το ποιητικό υποκείμενο εκφράζει την απέχθεια του για όσα προκαλούν τη στασιμότητα της κοινωνίας και οδηγούν σε ευτελείς συμβιβασμούς.  Για τις εκφυλισμένες ερωτικές και φιλικές  σχέσεις. Για την, σκοπίμως τελικά,  καφκική γραφειοκρατική κρατική δομή που βασανίζει τελικά  τους πολίτες. Για όσους πνευματικούς ανθρώπους  ενδιαφέρονται μόνο για την προσωπική τους ευκολία και την καριέρας τους. Για το εκπαιδευτικό σύστημα που παράγει και αναπαράγει ανθρώπους υποτακτικούς, κρέας για τα κανόνια. Για τον μέσο, συμβιβασμένο άνθρωπο ο οποίος θυματοποιεί τον εαυτό του, παραμένοντας αδρανής και φοβισμένος,  και ενδιαφέρονται μόνο για τον μικρόκοσμό του .  Και τέλος για κείνους των ποιητών οι οποίοι έχουν ξεπουληθεί κι εξωραΐζουν καταστάσεις με σκοπό να αποπροσανατολίσουν τους ανθρώπους,  υπηρετώντας και εξυπηρετώντας σκοτεινούς σκοπούς.

Δεν υπάρχουν σχόλια: