Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Πέμπτη, 23 Οκτωβρίου 2014

Με αφορμή το ποιήμα "Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος" (Ν. Βρεττάκος), μέρος 1ο: Το τέλος της επιστροφής: Από το Προσήλιο στα Κοψολεμέικα (Καταφύγιο) Τσερίων

 Στις εξετάσεις του Σεπτέμβρη -  γιατί μια και έκανα ανάρτηση το κείμενο του Ιούνη,  ας κάνω κανα δύο και γι' αυτό  - η μπίλια της τράπεζας θεμάτων όσον αφορά την Λογοτεχνία Α΄Λυκείου έκατσε στην... γειτονιά μου. Πρόκειται για το ποίημα του Λάκωνα Νικηφόρου Βρεττάκου "Έτσι μου στάθηκε ο Ταΰγετος" από την ποιητική συλλογή  του 1949 " Ο Ταΰγετος κι  η σιωπή" (το κριτήριο εδώ, στη σελίδα 380).
   Ο Ταΰγετος αποτελεί ένα από τα πιο συχνά εμφανιζόμενα μοτίβα στην αυτοβιογραφικού χαρακτήρα  ποίηση του Βρεττάκου. Συμβολίζει τον ακοίμητο προστάτη, το πρότυπο δικαιοσύνης, τον δάσκαλο και καθοδηγητή προς την ηθική εξύψωση του ατόμου  και λειτουργεί , μεταξύ άλλων και στο συγκεκριμένο ποίημα, ως δημιουργός και φορέας των βασικών αξιών του ποιητικου υποκειμένου, της ποίησης και της αγάπης μπλαμπλά. μπλάμπλα μπλα μπλάμπαμπλα, μούμπλε μούμπλε... Μπουρμπουρ μπλα.
Σόρρυ,  αδυνατώ να σχολιάσω το ποίημα  αποστασιοποιημένα...
 Γιατί με τον πισωμερίτη (έτσι  λέμε οι αποσκιαδεροί Μανιάτες όσους κατοικούν στην λακωνική πλευρά του Ταϋγέτου) Νικηφόρο Βρεττάκο (τον οποίο έχουμε γνωρίσει και προσωπικά,  ο πατέρας μου τουλάχιστον, δεν θυμάμαι αν ήμουν κι εγώ εκεί αλλά και να 'μουν πόσο να ενδιαφερθεί  για συζητήσεις περί ποίησης ένα παιδάκι, μάλλον να βρω κάτι να παίξω θα έψαχνα) μπορεί να βλέπουμε το βουνό από διαφορετική μεριά - από τα δυτικά εγώ, από τα ανατολικά εκείνος- αλλά κοινός είναι ο δεσμός που μας συνδέει μαζί του. Ένας δεσμός έχει να κάνει με την προσωπική  ταυτότητα ή τις απαρχές της - και σε καμιά περίπτωση με κοντόφθαλμους τοπικισμούς. Μακριά από μάς κάτι τέτοια...
  Για αυτό, αντί περαιτέρω ανάλυσης/ερμηνείας/σχολιασμού κτλ, θα μου επιτρέψετε - κι ας μου συγχωρεθεί η αυτοαναφορικότητα- να αναδημοσιεύσω - σε αυτήν και στην επόμενη ανάρτηση- δυο παλιότερα,  σχετικά κείμενά μου στο μη εκπαιδευτικό ιστολόγιό μας  "Ταπεινή Τέχνη"... Ή  ας πούμε ότι ακολουθώ την θεωρία της πρόληψης κι ότι ένα κείμενο δεν  είναι αυθύπαρκτο εκ προοιμίου κι από μόνο του, αλλά ο αναγνώστης  το "ξαναγράφει" κάθε φορά που το διαβάζει,  κτλ κτλ κτλ, πάλι άρχισε ο φιλόλογος... 

Το τέλος της επιστροφής:  Από το Προσήλιο στα Κοψολεμέικα (Καταφύγιο Τσερίων)

    Πώς ο Οδυσσέας έλεγε πως του αρκεί να δει καπνός να βγαίνει από την καμινάδα του σπιτιού του για να νοιώσει πως επέστρεψε;  Έτσι, με το που στρίβεις την λεγόμενη "Στροφή του Σβολέα", λίγο μετα τα όρια Προσηλίου -Σταυροπηγίου, και βλέπεις τα "Τρία Κουτρουμπελάκια", αρχίζουν και μυρίζουν
Τα Τρία Κουτρουμπελάκια (που είναι τέσσερα)
Τσέρια. Τα  Τρία Κουτρουμπελάκια είναι μια σειρά χαμηλών βουνοκορφών του Ταϋγέτου, απέναντι από τα Τσέρια και μετά το φαράγγι του Βιρού, τοποθετημένα σε διάταξη αστερισμού. Φαίνεται δηλαδή ότι είναι συνεχόμενα και  στην ίδια ευθεία, αλλά στην πραγματικότητα αυτό δεν ισχύει  παρά μόνο τα τα δυο πρώτα. Επιπλέον, σαν τους Τρεις σωματοφύλακες, είναι τέσσερα, είναι δε Ντ' 'Αρτανιάν η ανατολικότερη μακρουλή και λίγο επικλινής κορυφή κι ίσως για αυτό να παραλήφθηκε στην αρίθμηση ή ίσως γιατί την ονομασία την έφερε η μάνα σου, που είναι από τα Γιατρέικα κι εκεί δεν φαίνεται. Τα Τρία Κουτρουμπελάκια (κουτρούμπελα στην Μάνη ονομάζουν τις πρόχειρες στήλες από πέτρες που  με σημαδεύουν σε διάφορες πειρστάσεις  τα χωράφια, δηλώνοντας ιδιοκτησία, ψεκασμένο χωράφι, παραχωρημένο βοσκοτόπι κ.α.) στέκονται εμβληματικά πάνω  από τους νοτιότερους οικισμούς των Τσερίων (στα Πέρα Τσέρια δεν θυμάσαι αν φαίνονται, όλα τουλάχιστον) και ειδικότερα τα Κοψολεμέικα, το δικό σου χωριό, επίσημα ονομασμένο ως Καταφύγιο. Τόσο εμβληματικά στέκονται που ο αδερφός σου αφηγείται πως σοκαρίστηκε παιδάκι, όταν κάποτε ταξίδεψε στην Καλαμάτα κι ανακάλυψε ότι δεν φαίνονταν. Ως κουτρούμπελα σηματοδοτούσαν το όρια του μικρού σου κόσμου, μαζί με την Μεγάλη Μύτη, το ακρωτηριάκι που χωρίζει τον όρμο της Καρδαμύλης από τον όρμο των Κιτριών και τον Μεσσηνιακό κόλπο (Τα όρια του μεγάλου κόσμου σου τα καθόριζε η κορφή του Ταυγέτου, ορατή λίγο πιο μακριά από το χωριό, και το ακρωτήριο Ακρίτας (η Κορώνη συνεκδοχικά) και  Βενέτικο, Πινακουλάκι (= μικρή σκάφη στα Τσεριώτικα, λόγω του σχήματος του..), το αναλικότερο και μικρότερο νησάκι των Οινουσών  Μπορεί, νοιώθεις, να φαίνεται λίγο φλύαρη η παρέκβαση αλλά ήταν ο μόνος τρόπος για να περιγράψεις χωρίς συναισθηματολογίες το είδος εκείνο της συγκίνησης που αισθάνεσαι παίρνοντας τη στροφή και  βλέποντας τα  Τρία -πραγματικά πια -Κουτρουμπελάκια - σηματώρούς να λειτουργούν όπως εκείνες οι επισημάνσεις - βελάκια σε κάτι χάρτες στις  πλατείες μερικών  πόλεων. "Βρίσκεσαι εδώ". 
    Έπειτα από λίγο, μετά μια επόμενη στροφή, βλέπεις τα Πάνω Τσέρια να εμφανίζονται ψηλά στο βουνό κι η οικειότητα γίνεται ακόμα μεγαλύτερη στην "Ένωση"  στα Λιασίνοβα (Προσήλιο).  Βλέπεις την πινακίδα:" Προσήλιο. Τσερια 5". Τώρα σωστά, παλιότερα τραμπαλιζόταν  η χιλιομετρική απόσταση ανάμεσα στα δυο χωριά, προκαλώντας σύγχυση στους αγνοούντες. Εκεί που ενώνονται οι δρόμοι, εκεί ήταν που χρόνια πολλά περίμενες, και από τις δυο πλευρές του δρόμου, τα λεωφορεία που σε πηγαίναν στο σχολείο, στην Καλαμάτα, στην πενθήμερη, στο στρατόπεδο, στην  Αθήνα, στην Ρόδο, στην κηδεία του φίλου σου, στον γάμο του συμμαθητή σου, στη γυναίκα που ερωτεύτηκες,  παντού... Μετά διασχίζεις τα Λιασίνοβα, προσεχτικά να μην τρακάρεις στα στενά δρομάκια,  νοιώθοντας πως είσαι στην Γευγελή, ένα συνοριακό φυλάκιο ανάμεσα στο οικείο, που δεν φοβάσαι πια γιατί γνωρίζεις πως  δεν κινδυνεύεις πλέον να  σε εγκλωβίσει,  και στο οικειοποιημένο, οικειοποιημένο μετά από τα  δυο χρόνια που πήγαινες σχολείο και διέσχιζες μετά  ίδια  δρομάκια που περνάς  τώρα , σπρώχνοντας την ώρα μέχρι να έρθει το λεωφορείο της γραμμής, πολύ μετά, για να σε πάει στο σπίτι. 'Έπειτα περνάς μπροστά από το σχολείο,   που πήγες για δυο χρόνια  και δεν το αισθάνθηκες ποτέ δικό σου, κι όμως του ρίχνεις μια  κρυφή ματιά - κλεισμένο, εγκαταλελειμμένο, σκυθρωπό, μα μ' ένα κομμάτι από σένα παιδί να κρυφοπαίζει σκανταλιάρικα  μέσα στις σκοτεινές πια αίθουσες. Λίγο μετά  βλέπεις την οδική  πινακίδα που διαγράφει το Προσήλιο, ακριβώς εκεί  που τελειώνει το τσιμέντο και ξαναρχίζει η άσφαλτος κι από και κει και πέρα πια, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στα Τσέρια, ο ένας δηλαδή και κακοφτιαγμένος, και τον παίρνεις οδηγώντας αργά, αλλά πολύ πιο γρήγορα από τότε που τον ανέβαινες με τα πόδια παιδάκι, γιατί γύρναγες από το σχολείο και δεν είχες μέσο να σε γυρίσει σπίτι. Και πιο μεγάλος, γιατί σου λείπανε τα φράγκα να πάρεις το ταξί.  Κι ακόμα πιο μεγάλος, γιατί σου περίσσευε ενέργεια και δεν ήξερες πού να την ξοδέψεις. 
      Ανάβεις τσιγάρο και ψιθυρίζεις μέσα από τα δόντια σου τα ονόματα από τα μέρη που περνάς, ήχοι ιδιαίτεροι, μυστηριακοί σχεδόν, σαν φθαρμένο ξόρκι αρχαίας, χαμένης θρησκείας: Καταλάγκαδο, Μπρέγονιο, Ύσβαρη (που πάντα θεωρούσες το μέσο της διαδρομής και καθόσουν για να πάρεις μια ανάσα κάτω από τον πλάτανο, να  φας μια μπανάνα από το κολατσιό  που σου είχε βάλει η μάνα σου ή να κάνεις ένα τσιγάρο αργότερα,, Κι έβρισκες πάντα άδικο ωστόσο που, ,πάντα διψασμένος,  το χειμώνα έτρεχε και η υπερχείλιση της πηγής  και το ποταμάκι, ενώ  το καλοκαίρι τίποτα...), Παναγία, Λεφτίνι, Λινά (που κάποτε ο πατέρας σου είχε μελίσσια και σε παίρνανε μαζί τα καλοκαίρια, κι εσύ  ξόδευες την ώρα σου κοιτώντας τα αυτοκίνητα που περνούσαν με τ' άλλα παιδάκια που πηγαίναν για μπάνιο και διαολιζόσουνα, αλλά δεν μπορούσες να καταλάβεις γιατί, εφόσον εσένα δε σου άρεσε  καν η θάλασσα), Καρκαντέρη (που παρακολούθησες κάποτε μια μαζική σφαγή  ζώων και φρίκαρες), Σκάλα (εκεί που περίμενες κάθε πρωί στις εξήμισι επί δυο χρόνια το λεωφορείο, αφού είχες περπατήσει με βροχές, χιόνια και κρύα όλο το δρόμο από το χωριό σου  τρέχοντας πάντα στην ανηφόρα μη χάσεις το λεωφορείο, κι ήσουν κάθε μέρα σίγουρος ότι θα το χάσεις, κι ακόμα σε ταλαιπωρεί αυτό  το άγχος του ταξιδιού, κι ας μην έχεις χάσει ποτέ λεωφορείο. Κι εκεί που σε άφηνε στις τρεισήμισι κάθε μέρα το ίδιο λεωφορείο κι έτρεχε τις Δευτέρες να προλάβεις να ακούσεις στο ραδιόφωνο το τέλος της εκπομπής "3:05 ώρα για σπορ" ).
 Αυτό το δρόμο βγάζεις φλας για να πάρεις και τώρα, και κατεβαίνεις την ίδια κατηφορίτσα που έβλεπες  τα φώτα του πατέρα σου, όταν ερχότανε τη νύχτα, να βουτάνε, να αιωρούνται ελάχιστα για μια στιγμή κι ύστερα σταθερά να κατηφορίζουν, όπως κατηφορίζεις κι εσύ τώρα, για να παρκάρει εκεί που τώρα θα παρκάρεις εσύ, που για την ώρα κατεβαίνεις προσεκτικά συνεχίζοντας να μουρμουρίζεις τα ονόματα των τόπων  που περνάς:  Αμυγδαλεώνας, Πέρα Κάμπος, Λαγκατσέικο, Λαγκαδάκι.
 Έφτασες... Δεν ήσουν μόνος αυτή τη φορά...

Το βίντεο που προηγήθηκε περιέχει πλάνα από δυο διαδρομές που κάναμε το Πάσχα με τη gia_des, η οποία είναι και ο εικονολήπτης. Από την έξοδο του Προσηλίου μέχρι το Λαγκαδάκι και τα Κοψολεμέικα. Το τραγούδι που συνοδεύει το βίντεο είναι το ονειρικό, ατμοσφαιρικό και ταξιδιάρικο  "Night ride in Caucasus" της Λορίνα ΜακΚένιτ...  Ελπίζω να σας άρεσε!!!

Η διαδρομή και από ψηλά...

Άλλο Υ.Γ.:  Δυο οδοιπορικά στον Ταΰγετο γραμμένα από την Ολυμπία Βενιζελέα, την αδερφή μου, μπορείτε να δείτε εδώ κι  εδώ. 



Δεν υπάρχουν σχόλια: