Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2018

Μικροί κριτικοί 2: Ο σατιρικός Καρυωτάκης (Από τη Γ΄Γυμνασίου του Μουσικού Σχολείου Ρόδου)

     Παλιά ήταν αυτοί οι.. μικροί κριτικοί, τώρα που μεγαλώσανε τα μικρά μου Αρχαγγελούδια, την σκυτάλη παίρνει η Γ΄Γυμνασίου του Μουσικού Σχολείου Ρόδου... 
     Η σατιρική ποίηση αποτελεί ένα σημαντικό κομμάτι της ποίησης του Καρυωτάκη και μάλιστα το τελευταίο. Πράγμα εξαιρετικά λογικό. Πρώτα φτάνεις στην απελπισία και στην συνειδητοποίηση της
Το Καρυωτάκη τον πήρανε στρατιώτη...
ματαιότητας κάθε πράγματος κι έπειτα απελευθερωμένος από κάθε ελπίδα αποκτάς και την ελευθερία να το κοροϊδέψεις αλύπητα με ένταση ανάλογη της διάψευσης της ελπίδας.
    Έτσι κι ο Καρυωτάκης. Πρώτα έγραψε τις ελεγείες κι έπειτα τις σάτιρες. Και μετά αυτοκτόνησε.. Γιατί τι άλλο του έμεινε ως ποιητή  να κάνει;
  Η σάτιρα του είναι πικρή και ειρωνική και στρέφεται με άγρια λύσσα απέναντι σε οτιδήποτε:  επιτίθεται στα πάντα και κοροϊδεύει τα πάντα. Ανθρώπους, ιδέες, συμπεριφορές, καταστάσεις, ελπίδες ακόμα και στην ιδία την ιδέα της αυτοκτονίας…  Στα σατιρικά του ποιήματα ο Καρυωτάκης  λειτουργεί λίγο πολύ με τον ίδιο τρόπο που λειτουργεί ο ο Ροΐδης στα «Υαλοπωλεία»: 
    Βασίζεται στην παρατήρηση της πραγματικότητας και στον τονισμό λεπτομερειών οι οποίες σε πρώτη ματιά περνούνε απαρατήρητες ώστε να παρουσιάζει καθετί που έχει την ατυχία να γίνει στόχος της σάτιράς του απογυμνωμένο από οτιδήποτε θα μπορούσε να το εξωραΐσει (άνω τελεία, υποθέστε, βαριέμαι να ψάξω πώς μπαίνει)  και αποκαλύπτει έτσι την πραγματική του ουσία,  την πραγματική του υφή, τα πραγματικά τους κίνητρα. Και τα γελοιοποιεί όλα περαιτέρω παρουσιάζοντας το κοινότοπο και το πεζό με βαρύγδουπες και επίσημες εκφράσεις ή το ανάποδο.
   Και κάποια από τα ποιήματα αυτά διάλεξαν οι μαθητές της Γ΄ Γυμνασίου να ερμηνεύσουν στα πλαίσια του προγράμματος «Χιούμορ και Λογοτεχνία». Το αρχικό πλάνο ήταν να  ασχοληθούμε γενικά με την σατιρική ποίηση, αλλά τα παιδιά προτίμησαν να ασχοληθούμε αποκλειστικά με τα ποιήματα του Καρυωτάκη, καθώς συνέπεσε το δίωρο με τη διδασκαλία των ποιημάτων του Καρυωτάκη "Βράδυ" (εδώ) και "Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα"  (εδώ, εδώ κι εδώ )για το μάθημα της Λογοτεχνίας και τα παιδιά ιντριγκαριστήκανε από το γεγονός ότι η σατιρική ποίηση ήταν το τελευταίο κεφάλαιο της ποιητικής παραγωγής του Καρυωτάκη πριν αυτοκτονήσει.



 Α) Αγγελική, Σάββας, Λ.. Άγγελος, Χρύσανθος - Γ3

Το ποίημα «Δικαίωσις» του Κώστα Καρυωτάκη μιλάει για την μελλοντική του κηδεία, ενώ παράλληλα σατιρίζει την ανθρώπινη ύπαρξη  υπονοώντας πώς «ό,τι και να κάνεις μέχρι να πεθάνεις δεν έχει νόημα ».

1η στροφή

1) Με το «τότε» εννοεί την κηδεία του και μπορούμε να το καταλάβουμε από όλο το ποίημα.

2) «θ’ αφήσω»: Εννοεί πως δεν θα μπορεί να αρχίσει ή να διακόψει  «το τραγούδι», θα είναι ελεύθερο. Αφού δεν χρησιμοποιεί πολλά επίθετα το επίθετο έχει μεγάλη σημασία.

3) «Να βουίζει»: Εννοεί πως δεν θα ακούγεται καλά, επειδή ο ίδιος είναι νεκρός.

4)Τραγούδι: Εννοεί μοιρολόι, αλλά μπορεί και να μην το θεωρεί ως μοιρολόι, αλλά ως ένα απλό τραγούδι ή να μιλάει για ποιήματά του.  Μπορεί επίσης, να χρησιμοποιεί τη λέξη τραγούδι επειδή τα τραγούδια αρέσουν στον κόσμο , που σημαίνει πως του αρέσουν τα μοιρολόγια.

5)  Θεωρεί πως  δεν θα ενδιαφέρει τους παρευρισκόμενους στην κηδεία του ότι πέθανε και δεν θα κλαίνε, διότι δεν του αξίζει κάτι τέτοια

6) Η φράση μέσα στα κόμματα («του ανέμου το σφύριγμα») τονίζουν το γεγονός της κηδείας, ότι δηλαδή είναι έξω όπου γίνεται η κηδεία.

7) Η φράση «τον ίσο» ενισχύει την αίσθηση του μοιρολογιού, είναι δηλαδή το ισοκράτημα που κρατάνε στα μοιρολόγια.

2η στροφή

1) Χρησιμοποιεί α’ ενικό. Δηλώνει πως μόνος του θα «βολευτεί» για την κηδεία, πράγμα που δηλώνει πως είναι έτοιμος και ανυπόμονος.

2) «Θα πω»: Κοροϊδεύει τέτοιους είδους χαιρετισμούς

3) «θα πω στο τελευταίο που θα αντικρύσω»: Η φράση δείχνει  πώς ξέρει τον επικείμενο θάνατό του και τον έχει αποδεχθεί.

3η στροφή

1) «αργά θα παίρνουμε το δρόμο»: Επειδή στις κηδείες αργά περπατούν συνοδεύοντας τους νεκρούς.

2) Χρησιμοποιεί τη λέξη «παρουσία» και προσθέτοντας τη φράση «πρώτη φορά» για να δηλώσει ότι κατά τη διάρκεια της ζωής του αισθανόταν ότι δεν του έδιναν σημασία και δεν τον αναγνώριζαν.

3)  Επεκτείνοντας όσα λέει παραπάνω (στο 2) λέει πως ήταν ανύπαρκτος για τους άλλους . Ήταν αντικοινωνικός και ελάχιστα εξωστρεφής, και οι τέσσερις στους οποίους αναφέρεται πως θα τον κουβαλούν  και θα τους βαραίνει είναι εκείνοι που στις κηδείες μεταφέρουν το νεκρό.

4η στροφή

1) Από τους δυο πρώτους στίχους καταλαβαίνουμε ότι έχει περάσει πολλά και ο θάνατος είναι η αμοιβή του, μια αμοιβή την οποία θέλει.

2) Στον τελευταίο στίχο πιστεύει ότι αγκάθια του αξίζουν κι όχι τριαντάφυλλα με τα οποία ραίνουν συνήθως.  Η φράση « ωραία ωραία» μπορεί να εκληφθεί και ειρωνικά και κυριολεκτικά.  Αλλά επειδή μιλάμε για τον Καρυωτάκη,  η ειρωνική εκδοχή υπερισχύει.





Α) Νίκος, Ακίρα, Καλλιόπη- Γ3

Στο συγκεκριμένο ποίημά του, ο Καρυωτάκης αναλύει το πώς οι άνθρωποι του 20ού αιώνα νομίζουν ότι είναι ελεύθεροι.  Χρησιμοποιώντας την Αμερική, τον κατεξοχήν οπουρτουνιστικό τόπο της εποχής του, σατιρίζει  ποικιλοτρόπως την αίσθηση  της ψευτοελευθερίας που πιστεύω πηγάζει από τον αχαλίνωτο καπιταλισμό που τη χαρακτηρίζει. Εν συνεχεία, αρχίζει και καυτηριάζει ένα ένα τα στοιχεία των συγχρόνων του με τα οποία μετατρέπουν σε μειονέκτημα  ότι παρήγαγαν ως πλεονέκτημα.  Και λέει πώς το φως της ελευθερία που τους προσφέρθηκε τους τύφλωσε.  Προχωρώντας τονίζει την εξάρτησή τους από το χρήμα ενώ τονίζει πως  έτσι θίγεται η υστεροφημία τους στις επόμενες γενιές. Κλείνει το ποίημα, με μια παρομοίωση, περιγράφοντας την ελευθερία ως έπαθλο εκείνων που, αντίθετα με τους άλλους που είπε πιο πριν έχουν πεθάνει συμβολικά αλλά παραμένουν στις επάλξεις μοχθώντας για να την αποκτήσουν  την ελευθερία στην γνήσια εκδοχή της,  παρά τη δυστοπία σην οποία κατοικούν.  Στο ποίημα δεν υπάρχει κάποιο χαρούμενο επιμύθιο, αφού ως στόχο είχε ο Καρυωτάκης να σατιρίσει το κοινωνικό σύστημα και διαπνέεται από τη ματαιότητα που χαρακτηρίζουν τα σατιρικά κύκνεια άσματα του Καρυωτάκη...
Β) Μάρτα, Μαρία, Νίκος, Μιχάλης –Γ1

Ο Κώστας Καρυωτάκης στο ποίημα του «Στο άγαλμα της ελευθερίας που φωτίζει τον κόσμο», σατιρίζει αυτό που υποτίθεται πως συμβολίζει το Άγαλμα της Ελευθερίας. Στην πρώτη στροφή παρατηρούμε πως ο συγγραφέας απευθύνεται στην ελευθερία όπως παρουσιάζεται στο άγαλμα   και σατιρίζει τον τρόπο με τον οποίο την προσβάλλουν οι Αμερικάνοι σχετίζοντάς τη με ότι έχει να κάνει με οικονομικούς λόγους.  Στην δεύτερη στροφή, απευθύνεται   πάλι στο άγαλμα  και το συσχετίζει με τα χρέη της εποχής, οι εποχές τότε ήταν πολύ δύσκολες, όπως και στις μέρες μας άλλωστε, καθώς όπως λέει κάθε γενιά διαβαίνει και κληροδοτεί πολλές  αμαρτίες.  Σαν προβλέπει το σήμερα ο ποιητής με αυτόν το στίχο.  Επίσης μας λέει πως την λευτεριά την εκμεταλλεύονται οικονομικοί παράγοντες , «έμποροι, κονσόρτια κι Εβραίοι»  δρώντας τάχα στο όνομά της.  Για αυτό σ τους τελευταίους δυο στίχους την παρομοιάζει με το πορτραίτο του Ντόριαν Γκρέι , στο πίνακα του οποίου καθρεφτίζονταν όλα  τα εγκλήματα και τα βίτσια χωρίς να απεικονίζονται σε κείνον,  Για αυτό μας παρομοιάζει την ελευθερία με αυτόν τον πίνακα , διότι τα εγκλήματα που γίνονται στο όνομά της  παρουσιάζονται στις επόμενες γενιές ωραιοποιημένα.

 Στην τελευταία στροφή, ο συγγραφέας μας κάνει να πιστέψουμε  ότι εκείνη την εποχή που το έγραφε το ποίημα, υπήρχε πόλεμος και μας μιλάει για καταστροφές, λύπες, έπαθλα αλλά και νεκρούς, τα οποία όλα είναι ό,τι κερδίζουν αυτή που παλεύουν για το πραγματικό νόημα της  ελευθερίας.

Αυτό το ποίημα του Καρυωτάκης μας τράβηξε πιο πολύ από τα άλλα το ενδιαφέρον γιατί ο συγγραφέας σε παρακινεί. Σε  βάζει σε σκέψεις, σε βάζει να αναλύσεις κάθε στίχο που έγραψε. Γιατί έχει ένα μυστήριο, ένα γιατί κι έναν αναστεναγμό.



Γ)  Ελισάβετ, Άγγελος, Έκτορας, Γιάννης – Γ2

Στην πρώτη στροφή κοροϊδεύει τους Αμερικάνους γιατί προσπαθούν να «αγοράσουν» την ελευθερία. Στην πραγματικότητα  τους νοιάζουν μόνο τα χρήματα και ο πλούτος, η ελευθερία είναι πρόφαση. Για αυτό και στη δεύτερη στροφή  παραλληλίζει τους Αμερικάνους με τον Ντόριαν Γκρέι  ενώ η ελευθερία είναι το πορτραίτο του.  Στην τρίτη στροφή διαπιστώνει πως αυτή η εικόνα της ελευθερίας σκεπάζει τους ειλικρινής υποστηρικτές της ελευθερίας οι οποίοι λυπημένοι την βλέπουν ως ένα έπαθλο που χρειάζεται αγώνα για να κερδηθεί.

   Το ποίημα θέλει να μας δείξει πως οι Αμερικάνοι, οι πλούσιοι γενικότερα, προσπαθούν να  καπηλευτούν το νόημα της ελευθερίας , δίνουν έμφαση στο χρήμα και είναι απάνθρωποι γιατί χαίρονται με τη λύπη των υπολοίπων ανθρώπων που την θεωρούν έπαθλο.  Γιατί αυτοί κρύβονται πίσω από τις πράξεις τους και υποστηρίζουν πως ότι κάνουν το κάνουν στο όνομα της Ελευθερίας.




Δ) Μαρία, Τζένη, Αναστασία, Σάββας – Γ2

 Στις πρώτες δυο στροφές του ποιήματος  ο ποιητής  κοροϊδεύει τους Αμερικάνους και το άγαλμα της Ελευθερίας, ενώ στην τρίτη στροφή μιλάει για τους ανθρώπους οι οποίοι σκοτώνονται στο όνομα της Ελευθερίας και δεν καταλαβαίνουν ότι οι Αμερικάνοι και οι πλούσιοι  τους εκμεταλλεύονται και είναι αυτοί που φταίνε.  Γιατί το άγαλμα με την προσωποποιημένη μορφή της  Ελευθερίας δεν συμβολίζει τελικά το ανεκτίμητο αυτό αγαθό των ανθρώπων και των λαών ούτε εκφράζει τις υψηλές και ευγενικές αξίες για τις οποίες πρέπει να εκφράζουν τη ζωή τους.  Αλλά τη στάση των Αμερικάνων κατά την εποχή που φιλοτεχνήθηκε το άγαλμα.




Α) Άγγελος, Γιώργος,  Αναστασία, Δέσποινα – Γ1

 «Τον  Μιχαλιό τον πήρανε στρατιώτη»: Σε αυτό τον στίχο εισάγεται το στοιχείο του ρεαλισμού. Προτάσσεται το όνομα- γυμνή ανθρώπινη ταυτότητα, το πρόσωπο: ο Μιχαλιός. Ενώ όταν λέει «τον πήρανε» δείχνει ότι τον πήρανε χωρίς τη θέληση του, σχεδόν με το ζόρι.

«Καμαρωτά… με τον Παναγιώτη»:  Εδώ βλέπουμε τον ήρωα να περιβάλλεται από κάποιους που τον παίρνουν και κάποιους που τον συντροφεύουν, συγχωριανούς και συστρατιώτες.  Πεδίο αναφοράς είναι ο στρατός  ενώ η λέξη «καμαρωτά» χρησιμοποιείται για να τονιστεί η περηφάνια την οποία αισθάνεται.

«Δεν μπόρεσε να μάθε καν το “επ΄ώμου”»: Ανεπίδεκτος μαθήσεως  ο καλοκάγαθος ο Μιχαλιός. Στην εικόνα λανθάνει η ιδέα του όπλου.

«Όλο εμουρμούριζε» : Το «όλο» χρησιμοποιείται  τυπικά για να δηλωθεί η ανεξέλεγκτη διάρκεια της στάσης του και συνοδεύεται από ένα «εμουρμούριζε» που δηλώνει έκπληξη και μια χαμηλότονη διαμαρτυρία, μια αυθόρμητη στάση, χωρίς εφέ.

«”Κυρ Δεκανέα… χωριό μου”»:  Ο Δεκανέας είναι μια απρόσωπη ιδιότητα χωρίς ψυχικό δεσμό.  Το «άσε με» δηλώνει βίωμα αιχμαλωσίας, καταναγκασμού.  Το «στο χωριό μου» είναι επίκληση του οικείου προσωπικού χώρου, καθώς ο στρατώνας  λειτουργεί ως συνθήκη ανασφάλειας, ενώ το χωριό του ως συνθήκη ασφάλειας.

«Τον άλλο χρόνο… κοιτούσε»:  Η παρουσία του Μιχαλιού στο νοσοκομείο υπονοεί τραυματισμό σε μάχη.  Είναι «αμίλητος» τώρα, σε αντίθεση με τη «ζωντανή» φωνή που είχε στην πρώτη στροφή.  Ένας σιωπηλός Μιχαλιός  που το μόνο που κάνει είναι να κοιτάει τον ουρανό.  Ο ουρανός είναι εικόνα του Μιχαλιού, δηλώνει   το πεδίο φυγής της ψυχής του.  

«Εκάρφωνε… πράο»:  Η λέξη «βλέμμα» υποδηλώνει πως κοιτούσε. Ενώ η φράση «σε ένα σημείο» υποδηλώνει κάτι το άδηλο, το άγνωστο στο πουθενά, κάτι που εκφράζει το δικό του τίποτα που νοιώθει και το προβάλλει σε κάτι που βλέπει μόνο αυτός. Η φράση «το δέρμα του νοσταλγικό και πράο» δηλώνει πως δεν αισθάνεται καμία σύγχυση ή ταραχή, έχει παραιτηθεί.

«Σα να λεγε… να πάω”»:  Το παρομοιαστικό «σαν» αναδεικνύει την εσωτερίκευση του πάθους.  Οι άνθρωποι μιλάνε και όταν σωπαίνουν.  Έχει παραδοθεί στη μοίρα του. Το «Κυρ Δεκανέα»  έχει αντικατασταθεί από έναν αόριστο β’ πληθυντικό πρόσωπο: «Αφήστε με», 

με το οποίο παρακαλεί πάλι για την επιστροφή στο σπίτι του.

«Κι  ο Μιχαλιός… στρατιώτης»: Η τεχνική της απλής πρότασης (όνομα-κατηγόρημα). Χωρίς το εναρκτήριο  «κι» η  ορθή ανάπτυξη της ιστορίας θα ανατρεπόταν.  Στόχος του Καρυωτάκη είναι να αποδώσει  την ιστορία ως μια αξεδιάλυτη συνεχή ενότητα.  Δεν μιλάει καθολικά, δεν παρουσιάζει τα πράγματα ως αναπόφευκτη γενική συνθήκη, για αυτό και από τους τρεις συγχωριανούς μόνο ο Μιχαλιός έχει την συγκεκριμένη αντίδραση.

«Τον ξεπροβόδισαν…  κι ο Παναγιώτης»:  «Κάτι φαντάροι», έτσι γενικά κι αόριστα, όχι ο «κυρ Δεκανέας» ως τυπικός αντιπρόσωπος του Έθνους.

«Απάνου του… φουκαράκος»:  Εδώ η σάτιρα απογειώνεται στο επίπεδο του πιο ριζοσπαστικού χιούμορ.  Αυτό το τέλος που ξαφνιάζει με την υπερρεαλιστική του σκηνογραφία , έρχεται να επιστέψει το νόημα του παράλογου με το οποίο διαρθρώνεται εσωτερικά το ποίημα.     Β)  Γιώργος, Άννα, Μιχάλης, Σοφία  - Γ3

Το ποίημα με το οποίο θα ασχοληθούμε στην αρχή παρουσιάστηκε με τον τίτλο «Στρατός», στη συνέχεια ο ποιητής το άλλαξε και το έκανε  «Ο Μιχαλιός». Ίσως αυτός έγινε γιατί ο ποιητής ήθελε εστιάζοντας στον Μιχαλιό να κοροϊδέψει όλους εκείνους οι οποίοι  εκείνα τα χρόνια στα λόγια ήταν υπέρ του πολέμου, αλλά δεν μπορούσαν στην πραγματικότητα να ανταπεξέλθουν στις δυσκολίες. Το ποίημα ξεκινάει με τον Μιχαλιό να πηγαίνει πολύ ενθουσιασμένος στο στρατό, μαζί με δυο φίλους του, τον Μαρή και τον Παναγιώτη.  Μόνο που η αλλαγή στη διάθεση του Μιχαλιού  άρχισε ήδη από την πρώτη και ασήμαντη άσκηση, ο Μιχαλιός αρχίζει να παραπονιέται ζητώντας να γυρίσει στο χωριό του.  Την επόμενη χρονιά βρέθηκε στο νοσοκομείο ανήμπορος και στο βλέμμα του μπορούσε κανείς να  παρατηρήσει την στενοχώρια του και τη νοσταλγία για το σπίτι του. Στο τέλος, ο Μιχαλιός πεθαίνει και τον ξεπροβοδίζουν κάτι φαντάροι που δεν τον ήξεραν, μαζί και οι δυο υποτιθέμενοι φίλοι του. Τον έθαψαν χωρις πολλά –πολλά και δεν έκαναν καν τον κόπο να τον θάψουν τελείως, αφήνοντας του το ένα πόδι έξω. Άλλωστε, δεν βαριέσαι;  Ο Μιχαλιός ήταν, ποιος θα νοιαζόταν;
Γ)  Μανώλης Τ. , Μαρίττα, Στέλλα, Λαλίτα, Χρυσή – Γ1

Ένα από τα πολλά σατιρικά ποιήματα του κυρίου Κώστα Καρυωτάκη είναι «Ο Μιχαλιός».  Μας μιλάει για κάποιον που τον έλεγαν προφανώς  Μιχάλη  και έπρεπε να πάει στο στρατό και να τελειώσει τη θητεία του, καθώς ξεκίνησε για κει μαζί με δυο φίλους του, το Μαρή και τον Παναγιώτη. Ενώ είχε ξεκινήσει καμαρωτά κι ωραία , όταν πήγε εκεί ήθελε αμέσως να φύγει.  Ο Καρυωτάκης τον ειρωνεύεται ,ε τη φράση «κυρ δεκανέα, άσε με να γυρίσω στο χωριό μου».  Στην επόμενη στροφή, συνεχίζει να τον ειρωνεύεται καθώς όπως λέει το μόνο που κάνει είναι να κοιτάει τον ουρανό και να παρακαλεί να γυρίσει στο χωριό του.  Στην τρίτη στροφή  μιλάει για το θάνατο του Μιχαλιού τον οποίο ο γνωστός είρωνας Καρυωτάκης σαρκάζει τονίζοντας το γεγονός πως ήταν τόσο ψηλός  που όταν τον σκέπασαν έμεινε το πόδι του απέξω του κακομοίρη.


Δ)Χρήστος, Ραφαήλ, Ίλια, Ραφαέλα - Γ3
 Στο ποίημα περιγράφεται κάθε στρατιώτης που έχει ιδανική εικόνα για το στρατό και θέλει να πάει στο στρατό, αλλά στη συνέχεια το μετανιώνει και θέλει να γυρίσει στο σπίτι του γιατί δεν μπορεί να προσαρμοστεί.

 Η πρώτη στροφή  μιλάει για τον Μιχαλιό, ο οποίος ξεκινάει να πάει στο στρατό μαζί με τους φίλους του, το Μαρή και τον Παναγιώτη.  Ενώ ήταν ενθουσιασμένος στην πορεία δεν κατάφερε να προσαρμοστεί  και ζητούσε συνεχώς να γυρίσει στο χωριό του.  Αναφέρει ακόμα ότι δεν κατάφερε να μάθει ούτε το «επ’ ώμου», δηλαδή ένα από τα πρώτα κι απλά πράγματα που μαθαίνει κανείς στο στρατό.
 Στην δεύτερη στροφή Ο Μιχαλιός είναι στο νοσοκομείο και κοιτάζει αμίλητο τον ουρανό. Ίσως τραυματίστηκε σε κάποια μάχη ή συνέβη κάποια ατύχημα.  Το βλέμμα του, λέει παρακάτω, έλεγε «αφήστε με στο σπίτι μου να πάω». Δηλώνει πως  ακόμα ήταν μετανιωμένος που  πήγε στο στρατό και τη δυσαρέσκεια του για την κατάσταση που βιώνει επειδή δεν μπορεί να προσαρμοστεί.
Στην 3η στροφή  αναφέρει πως ο Μιχαλιός πέθανε στρατιώτης, πράγμα που προφανώς σημαίνει ότι δεν κατάφερε να πάει στο σπίτι του που τόσο λαχταρούσε.  Στη συνέχεια λέει πως τον συνόδευσαν στον τάφο ο Μαρής κι ο Παναγιώτης  για να τον αποχαιρετήσουν ως μέλη του αγήματος τιμών, κάτι που είναι ξεκάθαρη ειρωνεία γιατί αυτοί οι δύο ήταν εκείνοι που τον συνόδευαν στην αρχή του ποιήματος  όταν πήγαινε στο στρατό και οι ίδιοι που τον συνοδεύουν στο τέλος τους .  Τέλος, το ποίημα γράφει πως άφησαν το ένα πόδι του ξεσκέπαστο  το ένα πόδι του, κάτι που δηλώνει πως τελικά δεν υπήρξε κανένας σεβασμός για αυτόν, κι ας πέθανε ίσως στο στρατό εν ώρα καθήκοντος.


  Α) Λίζα, Σάββας. Μιχαήλ Άγγελος -Γ3

Στο ποίημα ο Καρυωτάκης παρουσιάζει τους δημόσιου υπάλληλους αναλώσιμους σαν μπαταρίες που κάποια στιγμή θα τελειώσουν και θα τους αντικαταστήσουν με άλλους ο Θάνατος και η Πολιτεία.  Κάθε μέρα πραγματοποιούν την ίδια  δουλειά  μουτζουρώνοντας  λευκές κόλλες χωρίς νόημα. Οι υπάλληλοι νιώθουν έναν έντονο μαρασμό και στο σώμα τους και στην ψυχή τους.  Το μόνο που μένει ζωντανό είναι η αξιοπρέπεια που νομίζουν πως έχουν, όμως κατά τα λοιπά αργοπεθαίνουν και σβήνουν.  Αναλώνονται και ο μόνος ηλεκτρολόγος είναι ο θάνατος που τους αντικαθιστά.  Ακόμα και στον ελεύθερο τους χρόνου, είναι φορτωμένοι με τις δουλειές τους. Ακόμα και στο δρόμο που περπατάνε  σκέφτονται το συνάλλαγμά τους και τα προβλήματά τους. Κι έχουν την αντίληψη ότι πρέπει να δουλεύουν πρωί βράδυ, κουρασμένοι και χωρίς σταματημό.

Β) Δημήτρης, Όλγα, Βασίλης, Κατερίνα – Γ1

Ο Καρυωτάκης σε αυτό το ποίημα δείχνει πως οι δημόσιοι υπάλληλοι χρησιμοποιούνται άσκοπα και τους παρουσιάζει σαν μπαταρίες που όταν τελειώνουν αντικαθίστανται.  Κάθονται στις καρέκλες τους νομίζοντας πως αυτό που κάνουν είναι κάτι σημαντικό. Το μόνο που κάνουν όμως είναι να μουτζουρώνουν χαρτιά. Τους κοροϊδεύει  γράφοντας κι εκείνος στην καθαρεύουσα, όπως γράφουν κι αυτοί στις δουλείες τους.  Γυρνάνε από τη δουλειά αργά το βράδυ κι ακόμα την δουλειά τους σκέφτονται.  Δεν είναι ελεύθεροι , αλλά κουρδισμένα ανθρωπάκια . Νοιώθουν πως έχουν τιμή ενώ στην πραγματικότητά  και το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να σκέφτονται τους νόμους και να σηκώνουν τους ώμους.
Γ)   Γιώργος, Ειρήνη, Μανώλης, Χριστίνα- Γ2

Ο ποιητής στο συγκεκριμένο ποίημα σατιρίζει τους δημόσιους υπάλληλους, παρόλο ή επειδή και ο ίδιος υπήρξε τέτοιος.  Στην πρώτη στροφή τους παρομοιάζει με μπαταρίες που ανανεώνονται μόνο όταν πεθάνουν με άλλους.  Στη δεύτερη στροφή τους κοροϊδεύει για τη βαρετή δουλειά τους  που δεν τους αγγίζει και απλά υπακούν σε εντολές, μιμούμενος το υπηρεσιακό ύφος της  δημόσιας αλληλογραφίας.  Στην τρίτη στροφή λέει πώς τίποτα δεν τους έχει απομείνει αφού όλα τα υπόλοιπα τα ελέγχουν άλλοι. Στην τέταρτη και τελευταία στροφή, τους παρουσιάζει  η ζωή τους να μην έχει καμιά ουσιώδη σημασία σε προσωπικό επίπεδο.

Δ) Γαβριέλα, Κατερίνα, Άρης, Βασίλης – Γ2

Στο ποίημα του  ο Κώστας Καρυωτάκης σατιρίζει τους δημόσιους υπάλληλους γιατί πιστεύει ότι κάνουν μια ανούσια και βαρετή δουλειά μουτζουρώνοντας  χαρτιά  φυλακισμένοι στις καρέκλες τους.  Τους παρομοιάζει με μπαταρίες οι οποίες όταν τελειώνουν αντικαθίστανται απλά από άλλους με ηλεκτρολόγο τη Πολιτεία και τον Θάνατο.  Παράλληλα κοροϊδεύει την καθαρεύουσα η οποία τότε ήταν η επίσημη γλώσσα του κράτους.  Πιστεύει πως ζούνε μια ανούσια ζωή  γεμάτη από βαρετές καθημερινές δραστηριότητες όπως το να αγοράζουν κάστανα και να σκέφτονται επιφανειακά πράγματα,


Α) Μοσχούλα, Αλεξάνδρος, Μανώλης Ζ. , Αντώνης – Γ1

Η λέξη σταδιοδρομία σημαίνει την επαγγελματική εξελικτική πορεία ενός ατόμου, την καριέρα.  Το ποίημα αναφέρεται σε κάποιον που γράφει ποιήματα και στην ποιητική του σταδιοδρομία, σατιρίζοντας το.

Ακολουθούν σχόλια για το ποίημα.

«Τη σάρκα… μεγάλο»: Το κομμάτι αυτό βασίζεται μια μεταφορά και θέλει να δείξει πως ο ποιητής βάζει τα δυνατά του για να γράψει όσο καλύτερους στίχους μπορεί σε ένα ποίημα.

«Οι στίχοι… εφημερίδες»:  Ο ποιητής σαρκάζει την φήμη που υποτίθεται πως θα έχουν τα ποιήματά του.

«Την  ψυχή… στην πάλη»: Στο μεταξύ ο ποιητής παλεύει και κάνει τα πάντα για να γράψει τα ποιήματά του όσο μπορεί καλύτερα.

«Αλλά…  Βασιλείου»: Τις νύχτες ο ποιητής παρουσιάζεται να πηγαίνει σε ένα βιβλιοπωλείο 

για να δει βιβλία και να μιλήσει για ποιήματα δικά του και άλλων.

«Εκεί… διδασκάλους»: Ο ποιητής έρχεται σε επαφή με άλλους  ποιητές και σοφούς και ο Καρυωτάκης κοροϊδεύει τις συναντήσεις αυτού του τύπου.

«Τα λόγια μου … σημασία»:  Εκεί όσα λέει κι όσα δε λέει  παρουσιάζονται να είναι σημαντικά, σατιρίζοντας έτσι  το γεγονός πως είναι λίγο δήθεν όλα αυτά.

«Θηρεύοντας… τα χρόνια»: Ο ποιητής διαπιστώνει έπειτα πως ουσιαστικά με αυτό τον τρόπο περνάει η ζωή του, γράφοντας ποιήματα και προσπαθώντας να τα κάνει τέλεια.

«Θα φύγουν… χάμου»: Και ότι έτσι ουσιαστικά έχασε τη ζωή του. 


Δεν υπάρχουν σχόλια: