Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2016

Roses in frozen gardens: Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα (Κώστας Καρυωτάκης)

    Ως γνωστόν οι μινόρε κλίμακες είναι συνδεδεμένες  με θλιβερά ακούσματα, ενώ αντίθετα οι  ματζόρε θεωρούνται πιο αλέγρες.  Εν αντιθέσει, όμως  με ότι θα περίμενε κανείς από ένα ποίημα του Καρυωτάκη,  το  «[Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα]» διαψεύδει τις αναμονές μας και ξεκινά σε τόνους ματζόρε.
  
      Στην πρώτη στροφή περιγράφεται ένα ερωτικό βράδυ  του ποιητικού υποκειμένου μέσω μιας σειράς εικόνων και άλλων εκφραστικών σχημάτων. Τα ρήματα -που είναι στον αόριστο με ό,τι θα δούμε πως συνεπάγεται αυτό- είναι λίγα και η απουσία τους  τονίζει την αίσθηση γλυκιάς μέθης την οποία βίωσε το ποιητικό υποκείμενο.  Η ερωτική διάθεση του βραδιού φαίνεται ήδη από το πρώτο δίστιχο. Το ποιητικό υποκείμενο παρομοιάζει το βράδυ με μια δέσμη τριαντάφυλλα, λουλούδι που έχει συνδεθεί με τον έρωτα. Παρατηρούμε εδώ, αντί της φθαρμένης ποιητικής λέξης  «μπουκέτο», την επιλογή της μη ποιητικής λέξης «δέσμη»,  σε μια προσπάθεια να αποδοθεί το γνήσιο και το άφθαρτο της ερωτικής εμπειρίας, η  αέρινη αίσθηση της οποίας αποδίδεται μεστότερα  στο επόμενο δίστιχο με την  οσφρητική εικόνα της λεπτής ευωδίας του δρόμου που συναισθητικά οπτικοποιείται με τη χρήση του επιθέτου «χρυσή».
  Στην συνέχεια της στροφής  περιγράφεται η ψυχολογική ανταπόκριση του ποιητικού υποκειμένου σε αυτή την αιφνιδιαστική και για το ίδιο ερωτική κατάσταση, το οποίο δοκιμάζει την ίδια έκπληξη με εμάς για αυτήν την ξαφνική και αναπάντεχη εμπειρία και την  χαρούμενη διάθεση  που  του προκαλεί.  Ως αποτέλεσμα της διάθεσης αυτής,  περπατάει χαλαρωμένος  με το παλτό στο χέρι, δείγμα του πόσο ανάλαφρα αισθάνεται. Ο  επόμενος  πολύ πυκνός ποιητικά στίχος  αποτελεί ξεκάθαρη απόδειξη της ποιητικής ιδιοφυΐας του Καρυωτάκη. Το φεγγάρι, ρομαντικό σύμβολο του έρωτα, ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του ποιητικό υποκειμένου που λάμπει ανταποκρινόμενο σε μια  νύχτα γεμάτη από έρωτα και χαρά για ζωή, γεγονός που αντιστρέφει  τη συνήθη μουντή, αγέλαστη και  κατσούφικη έκφρασή του προσώπου του και το κάνει να χαμογελάει πλατιά (Αν δεν το καταλάβατε, ο Καρυωτάκης ανακάλυψε τα … emoticons!). Ο μαγνητισμός της ερωτικής  έλξης, λοιπόν, ηλεκτρίζει την ατμόσφαιρα  που ριγεί από τον από παντού διαχεόμενο  ερωτισμό, η ένταση του οποίου είναι τόσο έντονη που φαίνεται να αλλοιώνει την ίδια την ιδιοσυγκρασία του ποιητικού υποκειμένου - που είναι προφανώς (ο) ποιητής -  και καθιστά την ποίηση, την οποία προφανώς αντιλαμβάνεται, είτε σε επίπεδο συγγραφής είτε σε επίπεδο ανάγνωσης, ως φάρμακο για την μελαγχολία της ανθρώπινης ύπαρξης, κάτι περιττό που βαραίνει.

(Για την αυτααναφορικότητα του ποιήματος  θα γίνει μνεία παρακάτω)
  Όλα ωραία και καλά, μόνο που στη δεύτερη στροφή ο τόνος αλλάζει δραματικά, το ματζόρε γίνεται μινόρε και αποκαλύπτεται η πραγματική διάθεση του ποιητικού υποκειμένου. Τα ρήματα τώρα είναι στον ενεστώτα, δηλώνοντας το τωρινό και το διαρκές της κατάστασης (πράγμα που σημαίνει ότι οι αόριστοι  της πρώτης στροφής σηματοδοτούσαν το  ασαφές και το παροδικό της ερωτικής διάθεσης που περιγραφόταν εκεί ) και η παράλειψή τους, όπου εννοούνται, τονίζει πια  την αδυναμία του ποιητικού υποκειμένου να απεγκλωβιστεί  από αυτό που είναι.  Γιατί τα ρόδα του είναι παρμένα από παγωμένος κήπους (και στο σημείο αυτό θα ήθελα να εκφράσω τη λύπη μου που η Εύη Χασαπίδου δεν έτυχε της αναγνώρισης που αξίζει στη φωνή της, λόγω της ελληνικής καταγωγής της και της ενασχόλησης με το ιδιαίτερα μη εμπορικό αγλλόφωνο ελληνικό ροκ).
Κι ο άνθρωπος που κάποτε ονειρεύτηκε να γλεντήσει μια νύχτα, είναι παγιδευμένος στον αυστηρό κήπο (και μάλιστα χωρίς "feast of friends")
και δρέπει τους καρπούς από ένα «κήπο της αχαριστίας», που αποδεικνύεται ως ο  μόνος τρόπος να αντιληφθεί την πραγματικότητα. Γνωρίζει λοιπόν, καλά το ποιητικό υποκείμενο ότι τα φτερά του είναι σπασμένα. Κι έτσι το καλοκαίρι που σηματοδοτεί την  ερωτική διάθεση και επιθυμία (σε συνδυασμό με την αλλαγή της εποχής, εφόσον το παλτό που κρατάει στα χέρια της η ποιητική φωνή στην πρώτη στροφή λειτουργεί
Matthias Gerund. "Melancholy in the garden of life", 1558.
ως υπαινιγμός ότι διαδραματίζεται αυτή  τον χειμώνα)  μένει μετέωρο και άχρηστο και τον κάνει να μοιάζει σαν παιδί που δεν ξέρει τι να κάνει με τα παιχνίδια του.  Η χαρά που συνεπάγεται, αυτό ως τού προκαλεί ως εκ τούτου μόνο αμηχανία∙ μπορεί να κατανοήσει την αγάπη ή την χαρά εγκεφαλικά  ή να την νοιώσει  φευγαλέα, σαν λάμψη,  μια "ιδέα που τη ζεις στο φλας αυτού του κόσμου", αλλά αδυνατεί να τη βιώσει, όχι τουλάχιστον σε βάθος χρόνου∙ κι έτσι καθίσταται αυτή ένα ναρκοθετημένο ταξίδι σε έναν  κόσμο που δεν υφίσταται,  καταδικασμένο να  υπάρχει στα  μόνο στα όνειρα.  
   Είπαμε παραπάνω ότι η ατμόσφαιρα αλλάζει δραματικά από ματζόρε  σε μινόρε, αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση απότομα,  καθώς η αλλαγή αυτή προοικονομείται σε πολλά σημεία της πρώτης στροφής, τα οποία υποσκάπτουν  την ερωτική ατμόσφαιρα, πριν τελικά αποδειχθεί πλαστή,  και υπονομεύουν  την χαρά της ερωτικής επιθυμίας και την επίδρασή της: το βράδυ  που παρομοιάζεται με δέσμη από τριαντάφυλλα, πράγμα που σημαίνει ότι στην πραγματικότητα δεν είναι∙ και η επιλογή της φράσης «είδα βραδύ αυτό» κι όχι  «ήταν το βράδυ αυτό», πράγμα που σημαίνει ότι αίσθηση δεν ήταν κατ’ ανάγκη αληθινή, αλλά βασιζόταν στην δυνατότητα  του ποιητικού υποκειμένου να  μεταφραστεί ως τέτοια, η οποία, όπως αποδεικνύεται, είναι περιορισμένης ισχύος και διάρκειας∙ και η έκπληξη του ίδιου του ποιητικού υποκειμένου που αιφνιδιάζεται από την αναπάντεχη αλλαγή στη διάθεσή του, μια έκπληξη που δείχνει πόσο παγιωμένη ήταν στην ψυχή του η θλίψη και πόσο μακρόχρονη η παραμονή του στον κήπο της μελαγχολίας ∙ κι η φράση «θα’ λεγες» με την οποία μετριάζεται και ακυρώνεται  η ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα απ’ τα ερωτικά φιλιά∙ και η χρήση του αορίστου που υποδηλώνει, όπως είπαμε,  κάτι που έγινε κάποτε και πέραν τούτου ουδέν. Κυρίως όμως υπονομεύεται  ως πλαστή η πραγματικότητα  που περιγράφεται στην πρώτη στροφή με τους δυο τελευταίους στίχους της. Οξύμωρον δεν είναι  να χαρακτηρίζεται η  ποίηση ως βάρος περιττό μέσα σε ένα ποίημα; Οξύμωρον και σαρκαστικό.   Άρα,  το κούρδισμα του ποιήματος ήταν μινόρε ευθύς εξαρχής και ο ψευδοματζόρε  πλαστός  τόνος της πρώτης στροφής -πέρα από θλιμμένα  (αυτο)σαρκαστικός-  ήταν προορισμένος να λειτουργήσει αντιστικτικά με τη δεύτερη στροφή, ώστε να τονιστεί η αυθεντική κι αληθινή απελπισία της πραγματικότητας. Πρόκειται για ένα εύρημα που χρησιμοποιεί συχνά ο Καρυωτάκης με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα  ένα από τα τελευταία του ποιήματα πριν αυτοκτονήσει, την «Αισιοδοξία»,  που μόνο αισιόδοξη δεν είναι. 
   Πάντως, αυτή η αναφορά στο ρόλο της ποίησης ως «νάρκης του άλγους δοκιμή»,  μας επιτρέπει να δώσουμε μια ευρύτερη ερμηνεία στο «[Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα ]»  πέρα από την προφανή (ότι πρόκειται δηλαδή για το χρονικό μιας αυτοματαιωμένης ερωτικής επιθυμίας) και να το εξετάσουμε ως αυτοαναφορικό ποίημα, ποίημα για την ποίηση δηλαδή, έστω κι αν όχι τόσο χαρακτηριστικό όσο η «Μπαλάντα» ή οι «Στίχοι».  Σε πρώτη φάση τουλάχιστον.  Είναι γνωστό ότι ο Καρυωτάκης ασχολούνταν μόνο με την ποίηση. Έγραφε ποίηση (τα πεζά του είναι ελάχιστα και τοποθετημένα προς το τέλος της ζωής του, όταν ήδη είχε «αυτοκτονήσει» ως ποιητής), μετέφραζε ποίηση, διάβαζε ποίηση.  Ο χαρακτηρισμός λοιπόν της ποίησης ως βάρος περιττό στο τέλος της πρώτης στροφής σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η παραδοχή της αδυναμίας του ποιητικού υποκειμένου γίνεται με τη  χρήση της μεταφορά «σπασμένα φτερά» σηματοδοτεί μια γενικότερη ποιητική δυσθυμία του Καρυωτάκη, αν σκεφτείς κανείς ότι τα «φτερά» συνηθέστατα χρησιμοποιούνται ως μεταφορά της ποιητικής δημιουργίας.  Ο ποιητής νοιώθει ότι οι κανόνες της ποιητικής δημιουργίας όπως έχουν  οριστεί  από την παραδοσιακή ποίηση αδυνατούν πια να εκφράσουν την χαώδη και ανερμάτιστα ρευστή  πραγματικότητας της εποχής του. Έτσι, γίνεται η ποίηση βάρος περιττό αφού λειτουργεί πια ως φαρμάκι κι όχι ως φάρμακο, μιας και δεν μπορεί να κατευνάσει το ψυχικό του άλγος δρώντας ως αντίβαρο στην πραγματικότητα. Το γεγονός αυτό όμως, στερεί από τον ποιητή την ύστατη ελπίδα του ότι είναι εφικτό να «μεταφράσει» κάπως  έναν κόσμο που του είναι ξένος και έτσι να τον οικειοποιηθεί∙  άρα, δεν υπάρχει τίποτα που να του δίνει την δύναμη  να μοιραστεί τις χαρές, τις ελπίδες και τα όνειρα βιώνουν οι άλλοι άνθρωποι. Νοιώθει έτσι  διπλά εξόριστος. Από τον κόσμο των ανθρώπων και από τον κόσμο της ποίησης. Δεν ξέρει τι να νοιώσει και πώς να το νοιώσει, γιατί δεν έχει κανένα νόημα∙  κι έτσι βρίσκεται σε αμηχανία για το τι να γράψει και πώς με αποτέλεσμα να αισθάνεται  πως  (αυτο)ακυρώνεται.   
      Η δυσθυμία αυτή του Καρυωτάκη εκφράζεται κυρίως στην τελευταία του συλλογή «Ελεγεία και Σάτιρες» στην οποία ο ποιητής «επιτίθεται» (με ποιήματα, γιατί αυτόν τον τρόπο μόνο ξέρει) στην παραδοσιακή ποίηση αποσαρθρώνοντάς την (παράλληλα βέβαια, στα "Ελεγεία ..." υπάρχουν και άψογα παραδοσιακά ποιήματα, όπως το «Βράδυ»). Σε αυτή την συλλογή περιέχεται και το «[Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα]» (ο τίτλος του οποίου παρεμπιπτόντως, όπως δηλώνουν άλλωστε οι αγκύλες,  δεν είναι του ποιητή, στην πραγματικότητα είναι άτιτλο) και το γεγονός αυτό αποτυπώνεται στην στιχουργική του. Είναι γραμμένο σε απελευθερωμένο στίχο. Ο ποιητής κρατάει το ιαμβικό μέτρο, αλλά παραβιάζει της αρχή της ισοσυλλαβίας  των στίχων και της ισοστιχίας των στροφών. Και κρατάει λίγες και άστατες ομοιοκαταληξίες  που την δίνουν την ίδια αίσθηση με τα  περίτεχνα ακροκέραμα  που καμιά φορά έχουν ξεμείνει σε μισογκρεμισμένα σπίτια.
     Και να που έφτασε η  αμήχανη στιγμή που ένα τραγούδι ενός Τζαμαϊκανού ρέγγερ [sic μέχρι να τελειώσει ο χρόνος] για την «μαύρη δύναμη» γίνεται ο ιδεώδης επίλογος σε ένα άρθρο για ένα μελαγχολικό ποίημα ενός απαισιόδοξου Έλληνα ποιητή.


Δεν υπάρχουν σχόλια: