Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2015

Η Άννα του Κλήδονα - Διαμαντής Αξιώτης

   Πολύτιμες πληροφορίες για την θέση των γυναικών παλαιότερα μπορούμε να αντλήσουμε από το διήγημα του Διαμαντή Αξιώτη "Η Άννα του Κλήδονα" το οποίο μπορείτε να διαβάσετε ολοκληρωμένο εδώ. Το απόσπασμα του διηγήματος το οποίο περιλαμβάνεται στο βιβλίο Λογοτεχνίας της Β΄Γυμνασίου μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.
    Το διήγημα είναι γραμμένο σε πρώτο πρόσωπο και από εσωτερική οπτική γωνία και βασισμένο σε αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας του συγγραφέα. Διακρίνονται δυο αφηγηματικές φωνές η μεταγενέστερη, του ώριμου αφηγητή, και η πρωιμότερη του αφηγητή ως παιδιού. Διαδραματίζεται σε μια προσφυγική συνοικία της Καβάλας των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων.
Βασικός χαρακτήρας είναι η Άννα, μια αφελέστερη εκδοχή της Ταρσίτσας από το διήγημα του Παύλου Νιρβάνα "Ιδού ο Νυμφίος έρχεται". Γιατί και η Άννα αυτό ακριβώς κάνει, περιμένει τον "νυμφίο" της που έχει αργήσει. Η Άννα, λοιπόν, είναι μια καλόκαρδη μεγαλοκοπέλα η οποία έχει μείνει ανύπαντρη παρά την ηλικία της και ποθεί αυτό που κάθε "τίμια γυναίκα" επιθυμεί. Να ολοκληρωθεί μέσω του γάμου. Αλλά είναι λίγο ασχημούλα, και μάλλον χωρίς προίκα ,και τα χρόνια περνάνε χωρίς ο "νυμφίος" της να έρχεται. Ωστόσο,απτόητη εκείνη συνεχίζει τις προσπάθειες της και κατέφευγε σε  όλες τις μαγγανείες που θα την αποκαλύψουν την τύχη της. Έριχνε τ΄ασπράδι του αυγού στο νερό, μάζευε κουφέτα από τους γάμους να το βάζει στο μαξιλάρι της να ονειρευτεί τον γαμπρό της, έφτιαχνε φανουρόπιτες να της τον φανερώσει, επέμενε να γράφει το όνομα της στα γοβάκια των νυφών (κι ας μην ερχόταν γαμπρός παρόλο που έσβηνε το όνομά της), κουβαλούσε το αμίλητο νερό από τρεις βρύσες ή από το σπίτι τριών μονοστέφανων για να ρίξει τα "ριζικάρια". ..Και του Άι Γιαννιού του Κλήδονα, παίρνει κι αυτή σαν τα άλλα κορίτσια στάχτες από τις φωτιές να τις βάλει στη πόρτα της και να χαράξουν οι μοίρες το όνομα του μελλοντικού άντρα της.
   Όμως τα παιδιά με την σκληρότητα που μπορούν να έχουν της σκαρώνουν μια φάρσα με καταστροφικά τελικά αποτελέσματα [Συνηθίζω όταν μιλάω για την ενσυναίσθηση να αναφέρομαι σε αυτή ως κάτι που διαθέτουν "τα ζώα, τα παιδιά και οι έξυπνοι μεγάλοι". Στην πραγματικότητα βέβαια μόνο οι έξυπνοι μεγάλοι την διαθέτουν. Γιατί τα ζώα ενεργούν με το ένστικτο και τα παιδιά μπορούν να γίνουν εξαιρετικά σκληρά. Αυτό που  ονομάζουμε παιδική αθωότητα δεν είναι τίποτα άλλο μια γοητευτική περιγραφή της φυσικής αφέλειας των παιδιών, εξαιτίας της μικρής ηλικίας του. Μέχρι να μεγαλώσουν όμως και να αποκτήσουν αυτόνομη ηθική, η θέση τους για το καλό και το κακό, αν έχουν,  είναι δοτή, αποτέλεσμα της όποιας καθοδήγησης έχουν από τους γονείς τους. Και πολύ συχνά, αν δεν έχουν κάποια καθοδήγηση, αν ξεφύγουν από τη καθοδήγηση των δικών τους ή αν ενεργήσουν  μόνο με βάση των εγωκεντρισμό της ηλικίας τους, μπορούν να είναι εξαιρετικά σκληρά απέναντι σε πιο αδύναμους από εκείνα, χωρίς να αντιλαμβάνονται τη σοβαρότητα των πράξεων τους και τις επιπτώσεις αυτών]. Χακερεύουν (νεολεξία, ε;) το τάμα της στον Άι Γιάννη τον Κλήδονα να της φανερώσει το μέλλοντα γαμπρό της ρίχνοντας ψίχουλα στις στάχτες. Η εύπιστη Άννα πιστεύει ότι είναι απόδειξη ότι ο άντρας της θα είναι ψωμάς και παίρνει σβάρνα τα φουρναράδικα όχι μόνο στην Καβάλα αλλά και στην Δράμα και την Ξάνθη. Γίνεται έτσι του κόσμου ο περίγελος και "η τρελή του χωριού". Κι όπως σε συμβαίνει με όλους τους τρελούς του χωριού, τα παιδιά την ακολουθούν και τη χλευάζουν...
 Ο συγγραφέας ωστόσο, αφού έχει παρουσιάζει την ηρωίδα του και  πριν διηγηθεί το κεντρικό περιστατικό του διηγήματος, τη φάρσα των παιδιών,  θεωρεί σκόπιμο να περιγράψει το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο δρα η Άννα και εν πολλοίς είναι αντιπροσωπευτικό της γενικότερης κατάστασης που υπήρχε ως προς τον ρόλο των φύλων και τη θέση της γυναίκας στην κοινωνία και την οικογένεια, μια κατάσταση η οποία ελάχιστα είχε αλλάξει από τα χρόνια της Φραγκογιαννούς στη "Φόνισσα".
  Το... τρίπολο το οποίο καθόριζε τις κοινωνικές σχέσεις ήταν η φτώχεια, η τιμή και η προίκα.
Εξαιτίας της φτώχειας η άφιξη  ενός παιδιού γενικότερα στην οικογένεια ήταν δυσβάσταχτη. Κι ενός κοριτσιού ειδικότερα ακόμα πιο πολύ. Η γέννηση ενός κοριτσιού θεωρούνταν δυστύχημα εξαιτίας των προβλημάτων που θα έφερνε. Κι ήταν εκείνα, τα μελλοντικά προβλήματα, λόγος  και για τωρινά. Καθώς ξεσπούσαν καβγάδες και αποξενώνονταν ή χώριζαν ζευγάρια, και κατηγορούσαν συχνά τη λεχώνα, λες και ήταν δική της ευθύνη ο καθορισμός του φύλου του παιδιού.
   Γιατί, πρώτα από όλα η γέννηση κοριτσιού ισοδυναμούσε με προσβολή στον πατέρα,  αρχικά γιατί δεν "κατάφερε" να κάνει γιο, άρα η ποιότητα του ανδρισμού του θέτονταν υπό αίρεση και έχρηζε έρευνας.  Κι έπειτα, και κυρίως, γιατί  συνεπαγόταν εντατικοποίηση του αγώνα για επιβίωση, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή της αποκατάστασης της κόρης. Έπρεπε πρώτα από όλα η κοπέλα να προικιστεί για να παντρευτεί, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο στις συνθήκες ένδειας που επικρατούσαν. Ενίοτε ωστόσο, η ένδεια αυτή λειτουργούσε σαν σύμμαχος, άσχημων ή άχαρων κοριτσιών και τα βοηθούσε να αποκατασταθούν, εάν είχαν δείγματα έστω προίκας, παρέχοντας τους μάλιστα και λεβέντες γαμπρούς, όπως υπαινίσσεται σε ένα σημείο ο συγγραφέας. Σε κάθε περίπτωση πάντως, φαίνεται ότι οι κοινωνικές σχέσεις ορίζονταν υπό και με συνθήκες συναλλαγής, και μάλιστα με βάση τους νόμους της αγοράς, της προσφοράς και της ζήτησης.
   Εν απουσία της δυνατότητας προίκας, η έννοια της τιμής γιγαντώνονταν ως προς τη σημασία της. Γιατί η τιμή μαζί με την αξιοσύνη τής εξελίσσονταν τελικά στα εφόδια τα οποία θα οδηγούσαν στην αποκατάσταση της γυναίκας. Και έτσι και  η διαφύλαξη της τιμής των θηλυκών εξελισσόταν σε διαρκή και μόνιμο βραχνά και ευθύνη των αρσενικών μιας οικογένειας. Άλλωστε, ήταν αυτό ήταν το μόνο που είχαν, όπως χαρακτηριστικά παρατηρεί ο συγγραφέας και ο Μάνος Ελευθερίου το λέει "εκεί που ζούνε οι άνθρωποι μόνο γονατιστοί".

 Το μόνο που είχαν λοιπόν, ήταν να μπορούν  να κυκλοφορούν στην κοινωνία με το "κούτελο καθαρό". Πράγμα που ταυτόχρονα, δικαιολογούσε στα μάτια τους τη χρήση βίας. (Θυμηθείτε τον Κουκουλιώτη στο "Πίστομα", την ορφανή κοπέλα στο "Αντίτιμον" ή και την Πεφρωνία, αμφότερες οι τελευταίες σ' αυτήν την ανάρτηση.) Προς τα θηλυκά της οικογένειας, ώστε να  μην τολμήσουν να αμφισβητήσουν τους κοινωνικούς κανόνες, και προς όσους έθεταν σε κίνδυνο την "επένδυση" (επίδοξους εραστές ή επίδοξους συζύγους οι οποίοι δεν λάμβαναν έγκριση) .   Επιπλέον, ζώντας σε ένα κοινωνικό πλαίσιο συναλλαγής, η διαφύλαξη της τιμής μιας κοπέλας εξελίσσονταν σε γραμμάτιο, διότι αν οι νύφες "πουλιόταν" (έπρεπε να δώσουν προίκα δηλαδή) οι άξιες νύφες "αγοράζονταν" (λάβαιναν "πανωπροίκια, δηλαδή πλήρωνε η οικογένεια του γαμπρού),  στοιχείο εξαιρετικά πολύτιμο στις συνθήκες απόλυτης φτώχειας που λέγαμε για την επιβίωση της υπόλοιπης οικογένειας.
    Κι αφού η γυναίκα αντιμετωπίζονταν  ουσιαστικά ως πολύτιμο αντικείμενο με βάση την τιμή της (η λέξη και με τις δυο σημασίες) και είναι  αυτονόητο είναι ότι η μείωση της προσφοράς σε σχέση με την ζήτηση, αυξάνει την αξία (και  άρα και την υπεραξία)  ενός προϊόντος, η κοινωνική κριτική- τουτέστιν το κουτσομπολιό- λειτουργούσε ως παράγοντας ρυθμιστικός της αγοράς. ΄Ηταν εξαιρετικά εύκολο σε κάποιες γυναίκες να "βγει το όνομα" ώστε  είτε να λειτουργήσουν  ως παράδειγμα προς αποφυγήν ελαττωματικού προϊόντος είτε για να μειωθεί ο ανταγωνισμός.
 Μια διαδικασία που ανατραφοδοτούσαν, από συνήθεια ή ένστικτο επιβίωσης,  και οι ίδιες οι γυναίκες. Οι οποίες κατά τα λοιπά, χειμαζόμενες και από την έλλειψη παιδείας, υποτάσσονταν αδιαμαρτύρητα  στην μοίρα του φύλου τους, ζούσαν κλεισμένες στο σπίτι κι αρκούνταν μέσα από μισάνοιχτες κουρτίνες και κλειστά παραθυρόφυλλα να παρατηρούν τη ζωή περιμένοντας εκείνον που θα της αποκαταστήσει με δόξα και τιμή... Εξ ου και η πληθώρα εθίμων που αποσκοπούσαν στην πρόβλεψη του μελλοντικού γαμπρού από τις κοπέλες. Εξέφραζε την λαχτάρα τους για γαμπρό ως διαδικασία απελευθέρωσης. Έπειτα ξόρκιζε το φόβο τους ότι θα μείνουν στο ράφι, άρα ουσιαστικά θα γίνουν κοινωνικοί παρίες. Και τέλος, καλλιεργούσε την ελπίδα τους ότι εκείνος που θα παντρευτούν θα είναι καλός άνθρωπος, δεν θα τις δέρνει, δεν θα μεθάει, δεν θα κοιτάζει άλλες και άλλα πολλά. Διότι είπαμε: ο γάμος ήταν Λότο...
Παράπλευρη επίπτωση , επιπλέον, του γεγονότος ότι οι γυναίκες ήταν κλεισμένες στο σπίτι για να διασφαλιστεί η τιμή τους, ήταν ότι δεν δούλευαν. Άρα το βάρος της επιβίωσης όλο έπεφτα στους ώμους  των αρσενικών μιας οικογένειας, γεγονός που κι αυτό με την σειρά του ανατροφοδοτούσε όλα όσα αναφέρθηκαν παραπάνω.
    Και για να σας γλυκάνω πριν φύγετε: Ιδού μια άλλη, νοσταλγική -τουτέστιν επίπλαστα επιχρωματισμένη με την εξιδανίκευση και ωραιοποίηση του παρελθόντος,  κάτι το οποίο είναι βασικός μηχανισμός άμυνας - νύχτα του Άι Γιάννη του Κλήδονα...  Λίγο πιο δυτικά, στη Θεσσαλονίκη (ή και νοτιότερα... Έχει και η Αθήνα οδό Αριστοτέλους).

και αλλού...




Δεν υπάρχουν σχόλια: