Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Τετάρτη, 11 Οκτωβρίου 2017

"Δείπνος" - 'Αγγελος Σικελιανός.

Ο  "Δείπνος" αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της ποιητικής τέχνης του Σικελιανού.
 Περιλαμβάνεται  στην  δεύτερη  ποιητική συλλογή του ποιητή, τις "Ραψωδίες του Ιονίου",  που δημοσιεύτηκε το 1909, αμέσως μετά τον "Αλαφροΐσκιωτο".
  Πρόκειται για ένα λυρικό ποίημα με έντονη την παρουσία της φύσης που τοποθετείται στο μεταβατικό στάδιο μεταξύ παραδοσιακής και νεότερης ποίησης. Θέμα του  είναι η γαλήνη και η ηρεμία της φύσης και πώς  δρουν λυτρωτικά στον άνθρωπο.  Ο Σικελιανός συνεχίζοντας την παράδοση της Επτανησιακής Σχολής αντιλαμβάνεται τον κόσμο ως μια ολότητα, βασικός εκφραστής της οποίας είναι η φύση με την οποία ο άνθρωπος συνταυτίζεται.  Η φύση αποτελεί έναν  λυρικό και μυστηριακό κόσμο στον οποίο το πνεύμα και η ύλη, ο στοχασμός και το συναίσθημα, το φως και το σκοτάδι και η χαρά με τη θλίψη  συνυπάρχουν και αλληλοτροφοδοτούνται. Το στοιχεία αυτά είναι παρόντα και στον "Δείπνο".
  Ο αρσενικός τύπος "Δείπνος" (αντί του συνηθέστερου "Δείπνο") στον τίτλο  επιλέγεται για να
"Ελευσινιακό νεκρόδειπνο" (Πλούτωνας, Περσεφόνη, Δήμητρα)
προσδώσει επισημότητα, ενώ ταυτόχρονα θυμίζει τον Μυστικό Δείπνο προδιαθέτοντας τον αναγνώστη για μια κατάσταση θλίψης αλλά και κατάνυξης. Νύξεις στη συνέχεια του ποιήματος (η μοιρολογίστρα και ο πόνος με την αγωνία που αναφέρονται) υποδηλώνουν ότι πρόκειται για έναν νεκρόδειπνο κι όχι για ένα απλό κι ανέμελο, καθημερινό συνηθισμένο δείπνο. Τα νεκρόδειπνα αποτελούν ένα πανάρχαιο έθιμο - ήδη από τα χρόνια του Ομήρου, δες και την περιγραφή της κηδείας του Έκτορα- με παραμυθιακό χαρακτήρα που έχει επιβιώσει μέχρι και τις μέρες μας. Ίσως να έλκει την καταγωγή του από τον μύθο της Περσεφόνης, στην οποία ο Πλούτωνας έδωσε να φάει ρόδι για να την δέσει για πάντα με τον Κάτω Κόσμο.  Τελείται  μετά την κηδεία κι έχει  σκοπό να συμφιλιώσει κατά το δυνατόν τους συγγενείς και τους φίλους του νεκρού με την απώλεια του αγαπημένου τους προσώπου, δρώντας ως υπόμνηση ότι η ζωή συνεχίζεται,  και αποτελεί ταυτόχρονα ένα είδος φόρου τιμής και μνήμης προς τον νεκρό. Και επιτελεί ακόμα μια λειτουργία, πέραν της παραμυθίας, για τους ζωντανούς. Βυθισμένοι στη θλίψη τους οι συγγενείς του νεκρού είναι λογικό να αδιαφορούν για τις ανάγκες του σώματος τους. Κι έτσι μέσω του νεκρόδειπνου λαμβάνουν τις αναγκαίες ποσότητες τροφής, ώστε να βρουν τη δύναμη να αντιμετωπίσουν την απώλειά τους. Μ'  αυτό το επιχείρημα άλλωστε, κι επικαλούμενος το μυθικό παράδειγμα της Νιόβης, ο Αχιλλέας πείθει τον Πρίαμο να κάτσει στο δείπνο που του παραθέτει πριν του παραδώσει τον νεκρό Έκτορα. 
 Το ποίημα μπορούμε να το χωρίσουμε σε δυο ενότητες με συνδετικό στοιχείο το λάδι  και την ελιά μέσω των οποίων αισθητοποιείται η  γαλήνη της φύσης που μεταβιβάζεται και  στον άνθρωπο.
    Στην α΄ ενότητα   (στίχοι 1-13) δίνεται έμφαση κυρίως στον εσωτερικό χώρο, προσδιορίζεται ο χρόνος και  αναφέρονται τα πρόσωπα. Πρόκειται για για ένα δώμα στο βουνό, μακριά δηλαδή από τη βουή της πόλης, κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο χώρος φωτίζεται από το γαλήνιο φως ενός λυχναριού  κρεμασμένου σε ένα λυχνοστάτη, το οποίο προσδίδει μυστηριακό τόνο και δημιουργεί την κατάλληλη εκείνη ατμόσφαιρα. Η αίσθηση γαλήνης και ηρεμίας που υποβάλλει η εικόνα εντείνεται με την παρήχηση του "λ" και του "γ".  Στον χώρο και τον τόπο αυτό παρατίθεται ένα λιτό δείπνο αποτελούμενο από ελιές, καρπούς και μέλι, συνήθεις προσφορές προς τους νεκρούς ακόμα και σήμερα.  Στη συνέχεια αναφέρονται τα πρόσωπα που συμμετέχουν: ο αφηγητής και τέσσερις  γυναικείες φιγούρες: Η ανυφάντρα, η μοιρολογήτρα, η Λυγιά, και η Γλαύκη.  Ή  ο αφηγητής και δύο γυναικείες φιγούρες, αν υποθέσουμε ότι το "ανυφάντρα" είναι χαρακτηρισμός της Γλαύκης και "μοιρολογήτρα" της Λυγιάς, όπως φαίνεται να μας καθοδηγούν τα χαρακτηριστικά τα οποία αποδίδονται στις γυναίκες αυτές, καθώς και το γεγονός ότι αποτελούν περσόνες συγκεκριμένων προσώπων στη ζωή του ποιητή, όπως προκύπτει από αναφορές σε άλλα ποιήματά του. Η Λυγιά δηλαδή είναι η αγαπημένη αδερφή του ποιητή,  ενώ  η Γλαύκη είναι  η Εύα Πάλμερ, σύντροφος, μέντορας, μούσα και αιώνια αγαπημένη του. Η γυναικεία παρουσία λειτουργεί ως σύμβολο αθανασίας.  Η αδερφή,   σηματοδοτεί την αδιατάρακτη συνέχεια  της παράδοσης  που μέσω της οικογένειας μεταδίδεται από τη μια γενιά στην άλλη,  υπερβαίνοντας τον χρόνο και τον θάνατο. Η άλλη, η ερωμένη, αντικατοπτρίζει την γυναίκα ως δημιουργό ζωής στην απολλώνια διάστασή της. Το βασικό κινούν - ακίνητο του έρωτα, ο οποίος είναι το αντίπαλο δέος του θανάτου, του έρωτα όμως  που έχει υπερβεί το ζωώδες πάθος και εξελίσσεται σε κάτι άυλο και πνευματικό ως αγάπη.  Και οι δυο μαζί, τέλος, οι   γυναικείες φιγούρες συναποτελούν την υπέρτατη Γυναίκα.
  Στη δεύτερη ενότητα έμφαση δίνεται στον εξωτερικό χώρο. Στους στίχους 14-17 περιγράφεται υποβλητικά η γαλήνη και η ηρεμία της φύσης μέσα στην νύχτα που χαρακτηρίζεται "ολύμπια" για να υποδηλωθεί η μυστηριακή και γαλήνια διάστασή της. Η λέξη "εσπέρα" που χρησιμοποιείται και δηλώνει την περίοδο από τη δύση του ήλιου ως τη βαθιά νύχτα εντείνει την εσωτερικοποίηση και τον μυστικισμό.  Η βραδιά φωτίζει το μυαλό, όπως ο λυχνοστάτης φωτίζει το σπίτι. Γίνονται έτσι τα στοιχεία της φύσης σύμβολα  της ψυχικής κατάστασης των  ανθρώπων, εν προκειμένω της  γαλήνης και  της ηρεμίας. Στους στίχους 18-21 αλλάζει πάλι η εστία του φωτός. Επανερχόμαστε στον λυχνοστάτη μέσα στο δωμάτιο. Όπως η εσπέρα  φωτίζει το λογισμό του ανθρώπου έτσι και το λάδι του λυχναριού φωτίζει τη γλυκύτητα και την καλοσύνη της καρδιάς, επιδρά δηλαδή και στο συναίσθημα και στη λογική του ανθρώπου,  στο σύνολο του δηλαδή.  Κι έτσι,  ενώ η οπτική του ποιητικού υποκειμένου διαχέεται στον έξω χώρο, τελικά παρατηρούμε την αντίστροφη πορεία,  να περιγράφεται η  επίδραση της φύσης στο εσωτερικό κόσμο τον ανθρώπων. 
  Στους τελευταίους τρεις στίχους παρατίθενται νέα στοιχεία, πέρα από τη γαλήνη της νύχτας.  Την ολύμπια νύχτα διαταράσσουν ο πόνος και η αγωνία.  Το φεγγάρι βασιλεύει  και μαζί του μαλακώνει ο πόνος, ημερωμένος πια, και αντικαθίσταται  από μια σιωπηλή αγωνία που εκπορεύεται από την συνειδητοποίηση της θνητότητας και αποτελεί βασική παράμετρο των υπαρξιακών αναζητήσεων της ανθρωπότητας.   Η υποβλητική αυτή εικόνα της δύσης του φεγγαριού  υπογραμμίζει  την ένταση του συναισθήματος αλλά και την μυστηριακή ατμόσφαιρα μέσα στην οποία εντάσσεται αυτό.
  Στο ποίημα παρουσιάζεται το ιδανικό της ζωής στην ύπαιθρο. Μιας ζωής απόλυτα αφομοιωμένης με τη  φύση,   μέσω της οποίας επιτυγχάνεται η μέθεξη του ανθρώπου με τον κόσμο.  Κάπως έτσι ο  θάνατος σκιαγραφείται όχι ως φραγμός αλλά ως αναπόσπαστο στοιχείο της φύσης και ως τρόπος επικοινωνίας με αυτή.  Με αυτόν τον τρόπο  οι υπαρξιακές αναζητήσεις και τα μεταφυσικά ερωτήματα που προκύπτουν από την  επίγνωση του αναπόφευκτου του θανάτου,  παύουν να δρουν ως βασανιστήριο για τον άνθρωπο. Κι  η ιδέα του θανάτου αντιμετωπίζεται  με την θλίψη και την μελαγχολία που της αξίζει, αλλά εκλαμβάνεται ταυτόχρονα και ως αναπόσπαστο στοιχείο της ανθρώπινης ζωής.
 Το ποίημα είναι γραμμένο σε ιαμβικό 15σύλλαβο και, πέρα από  τα διδάγματα της Επτανησιακής Σχολής που αναφέρθηκαν, αξιοποιεί τα μαθήματα λιτότητας και λυρισμού των δημοτικών τραγουδιών και κατορθώνει  να χτίσει την λυρική ένταση του ποιήματος με προδρομική του Ελύτη πληθώρα  εκφραστικών σχημάτων: εικόνες, παρομοιώσεις, προσωποποιήσεις, μεταφορές, επαναλήψεις, παρηχήσεις...
    Ότι ο Σικελιανός, τέλος,   είναι ένας ποιητής που στέκεται στο μεταίχμιο μεταξύ παράδοσης και μοντερνισμού μπορεί να γίνει φανερό και από τον "Δείπνο".
Από την μια πολλά στοιχεία του ποιήματος  το εντάσσουν στην τεχνοτροπία του παρνασσισμού:
  • Επιρροές από την αρχαία ελληνική παράδοση που προδίδουν τα ονόματα "Γλαύκη " και "Λυγιά". 
  • Ο πλούτος και η ποικιλία των εκφραστικών μέσων μέσω των οποίων δημιουργείται το αίσθημα γαλήνης και παραμυθίας με το οποίο είναι διαποτισμένο το ποίημα. 
  • Ο έντονος λυρισμός και η φροντίδα στην επιλογή των λέξεων  έτσι ώστε το λεξιλόγιο να είναι πλούσιο μεν αλλά να μην διαταράσσει την ισορροπία του ποιήματος. 
  • Η πληθώρα εκφραστικών μέσων: Παρομοιώσεις  (στίχοι 2,16), μεταφορές (9,11, 13,14,17),  προσωποποίηση (23-24), επαναλήψεις (3 και 18, 7 και 18. 15-19)
  • Η μελωδικότητα στο στίχο μέσω των συνεχών παρηχήσεων, κυρίως, του "λ".
  •  Η περιγραφή του σκηνικού και η υποβολή της συναισθηματικής κατάστασης των προσώπων μέσω σειράς εκπληκτικών εικόνων.
Από την άλλη μπορούμε να εντοπίσουμε και μοντερνιστικά στοιχεία, τα οποία σχετίζονται κατά κύριο λόγο : 
  •  Με τον κρυπτικό και δυσνόητο, σε πρώτο επίπεδο τουλάχιστον,  χαρακτήρα του ποιήματος
  •  Με τις τολμηρές συζεύξεις λέξεων, οι οποίες ενίοτε φτάνουν στα όρια του υπερρεαλισμού ("αγέρωχη γαλήνη"), και την ομοβροντία των  λυρικών εικόνων. 
Ακούστε κι αυτό.

Δεν υπάρχουν σχόλια: