Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Ολόκληρο το ποίημα 2 : "Οι μοιραίοι" (Βάρναλης- Θεοδωράκης/ Μαμαγκάκης/Χαιρόπουλος)

   Το  ποίημα, που αποτελεί διαχρονικό  ρεπορτάζ του φαύλου κύκλου της  φτώχειας, το 'χω ήδη σχολιάσει εδώ, οπότε θα ασχοληθώ μόνο με τις μελοποιήσεις του...
      Αν "Οι Μοιραίοι" είναι το πιο γνωστό ποίημα του Βάρναλη, αυτό οφείλεται εν πολλοίς στην μελοποίηση του από τον Μίκη Θεοδωράκη, τουλάχιστον για τις νεότερες γενιές.  Η καταπληκτική αυτή  μελοποίηση του 1964 περιλαμβάνει  μόνο τις τρεις πρώτες στροφές του ποιήματος, φαντάζομαι για περιορισμό του χρόνου. Έχει όμως δυο μεγάλα συν:  ότι υπηρετεί άψογα την ατμόσφαιρα του ποιήματος και  ότι έχει τραγουδηθεί από τον Μπιθικώτση...

  Λιγάκι  πιο ελαφριά είναι η  μελοποίηση του Νίκου Μαμαγκάκη στην 1η και την 3η στροφή,  τραγουδισμένη  από έναν τύπο που μετά τραγούδησε τον  ύμνο της χούντας, έτσι για να ξέρετε σε τι ξεφτιλίκια μπορείς να οδηγηθείς ως μη πολιτικοποιημένος καλλιτέχνης που τραγουδάς ό,τι σου δίνουνε. Καλώς δεν έγινε γνωστή.

Η Κάιτη Χωματά διασκευάζει την μελοποίηση του Θεοδωράκη το 1984 υπό τη συνοδεία της κιθάρας του Βασίλη Τενίδη. Τραγουδάει τις πρώτες δυο στροφές και  ο Βασίλης Μαυρομάτης απαγγέλλει κατόπιν τις υπόλοιπες τέσσερις. Κακώς δεν έγινε γνωστή...

  Τέλος, υπάρχει  ακόμα μια μελοποίηση,  και μάλιστα ολόκληρου του ποιήματος,  από τον Χρήστο Χαιρόπουλο  με τραγουδιστή τον Γιάννη Μάνο, η οποία δίνει μια ονειρική διάσταση στη φτώχεια και την ανέχεια σε σημείο που να λες "Καλέ τι καλά που περνάνε! Γιατί να μην είμαι φτωχός".


Δεν χρειάζεται, φαντάζομαι,  να πω ποια από τις τρεις μελοποιήσεις άντεξε στο χρόνο και γνώρισε  πλήθος επανεκτελέσεων... Από αυτές θα διαλέξω εκείνη του Γιάννη Κότσρια, εξαιρετικά αφιερωμένη στη  κοτσιρίτσα  gia_des .


Διαβάστε και το ποίημα τώρα
Mες την υπόγεια την ταβέρνα,
μες σε καπνούς και σε βρισές
(απάνω στρίγγλιζε η λατέρνα)
όλ' η παρέα πίναμ' εψές·
εψές, σαν όλα τα βραδάκια,
να πάνε κάτου τα φαρμάκια.

Σφιγγόταν ένας πλάι στον άλλο
και κάπου εφτυούσε καταγής.
Ω! πόσο βάσανο μεγάλο
το βάσανο είναι της ζωής!
Όσο κι ο νους να τυραννιέται,
άσπρην ημέρα δε θυμιέται.

Ήλιε και θάλασσα γαλάζα
και βάθος τ' άσωτ' ουρανού!
Ω! της αβγής κροκάτη γάζα,
γαρούφαλα του δειλινού,
λάμπετε, σβήνετε μακριά μας,
χωρίς να μπείτε στην καρδιά μας!

Tου ενού ο πατέρας χρόνια δέκα
παράλυτος, ίδιο στοιχειό·
τ' άλλου κοντόημερ' η γυναίκα
στο σπίτι λυώνει από χτικιό·
στο Παλαμήδι ο γιος του Mάζη
κ' η κόρη του Γιαβή στο Γκάζι.

― Φταίει το ζαβό το ριζικό μας!
― Φταίει ο Θεός που μας μισεί!
― Φταίει το κεφάλι το κακό μας!
― Φταίει πρώτ' απ' όλα το κρασί!
Ποιος φταίει; ποιος φταίει; Kανένα στόμα
δεν τό βρε και δεν τό πε ακόμα.

Έτσι στη σκότεινη ταβέρνα
πίνουμε πάντα μας σκυφτοί.
Σαν τα σκουλήκια, κάθε φτέρνα
όπου μας έβρει μας πατεί.
Δειλοί, μοιραίοι κι άβουλοι αντάμα,
προσμένουμε, ίσως, κάποιο θάμα!


(από τα Ποιητικά, O Kέδρος 1956)

Δεν υπάρχουν σχόλια: