Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Δευτέρα, 9 Ιανουαρίου 2017

Κάπου νυχτώνει κι ο ήλιος παγώνει: "Το Βράδυ" (Κώστας Καρυωτάκης)

    Βρίσκω πάντα γλυκά θλιμμένο κι αμήχανα γοητευτικό το γεγονός ότι στις "Ελεγείες και Σάτιρες, την τελευταία ποιητική συλλογή του Κώστα Καρυωτάκη με την οποία ο ποιητής αποδόμησε την παραδοσιακή ποίηση (μια αποδόμηση αναγκαία  εφόσον αδυνατούσε να εκφράσει την χαώδη πραγματικότητα του σύγχρονου κόσμου που μόλις τότε είχε αρχίσει να σχηματίζεται), περιέρχονται και μερικά από τα τελευταία εξαιρετικά της δείγματα.
   Ένα από αυτά είναι   "Το βράδυ", ένα πολύ σημαντικό ποίημα και στην προσωπική μου μυθολογία, καθώς υπήρξε το πρώτο ποίημα που αποπειράθηκα ποτέ να μελοποιήσω πιτσιρικάς,  πριν καν μάθω τα λίγα που ξέρω από μουσική. Ευτυχώς, θυμόμουνα τη μελωδία και την εναρμόνισα μεταγενέστερα. Μην φύγετε όμως, γιατί εμείς θα το ακούσουμε  στην εμβληματική μελοποίηση της Λένας Πλάτωνος με την φωνή της Σαββίνας Γιαννάτου από τον δίσκο "Καρυωτάκης" (χωρίς υπερβολή έναν από τους πέντε καλύτερους δίσκους της ελληνικής δισκογραφίας).
    Οι έξυπνοι δείτε εδώ την παρουσίαση της gia_des  που... σας τα λέει όμορφα.
Οι περιπετειώδεις και οι ριψοκίνδυνοι συνεχίστε το διάβασμα... 
    Πρόκειται για ένα συμβολιστικό ποίημα με έντονο λυρισμό και μουσικότητα, γεμάτο υποβλητικές εικόνες και γνήσια μελαγχολία. Βασικός σύμβολο του ποιήματος είναι το βράδυ, που δίνει και τον τίτλο στο ποίημα, κι ας αναφέρεται μόνο μια φορά η λέξη  στην τελευταία  στροφή.  Το λυρικό εγώ περιγράφει το  ανοιξιάτικο βράδυ που πέφτει μέσω μιας σειράς δομημένων κινηματογραφικά από το μακρινό στο κοντινότερο  εικόνων, οι οποίες σε δεύτερη ανάγνωση αποκαλύπτουν σπαράγματα της συναισθηματικής και ψυχικής κατάστασής του, καθιστώντας  τελικά το βράδυ που έρχεται σύμβολο της μελαγχολίας και του θανάτου που έρχεται (Δείτε και την "Λήθη" του Μαβίλη). 
  Η πρώτη εικόνα ξεκινάει ως οπτική, τα παιδιά που παίζουν στο ανοιξιάτικο δειλινό, και  εξελίσσεται σε ακουστική με τις κραυγές που σβήνουν. Σε δεύτερο επίπεδο η εικόνα αυτή συμβολίζει την οριστική απομάκρυνση από του ποιητή από την ξεγνοιασιά και την χαρά που συμβολίζει η παιδική ηλικία.
 Ακολουθεί μια σύνθετη οπτική, ακουστική και απτική εικόνα, καθώς περιγράφεται το αεράκι να ψιθυρίζει λόγια στα πέταλα των ρόδων. Δεδομένου ότι τα ρόδα αποτελούν διαχρονικά σύμβολο της ερωτικής επιθυμίας η συνομιλία  του αέρα με τα λουλούδια ορίζει και αναιρεί ταυτόχρονα μια ερωτική ατμόσφαιρα  καθώς ουσιαστικά υποδηλώνεται με αυτήν την εικόνα η απουσία  κάθε άλλης  ανθρώπινης παρουσίας άλλης πέρα από το λυρικό εγώ.  Κι ακόμα περισσότερο  δεν είναι  ένα βράδυ σαν εκείνο που περιγράφεται στο τραγούδι του Σταύρου Κουγιουμτζή.

  Γιατί αυτό που  σηματοδοτείται εδώ δεν είναι απλά  και μόνο  η ερωτική απουσία, αλλά η έλλειψη ερωτική επιθυμίας ή μάλλον, ακόμα χειρότερα,  η έλλειψη επιθυμίας για ερωτική επιθυμία.
Στην επόμενη οπτική εικόνα περιγράφονται προσωποποιημένα τα παράθυρα της αδειανής κάμαρας να ανασαίνουν το πέρασμα της ώρας. Πρόκειται για μια  ακόμα εικόνα που δίνει έμφαση στη μοναξιά του λυρικού εγώ το  και την ζωή του που την νοιώθει ανούσια και άδεια,
   Ο ήχος ενός τραίνου που έρχεται από κάποιον άγνωστο τόπο  είναι η επόμενη εικόνα  και ο συμβολισμός του είναι σαφής μιας και παρομοιάζεται με τα χαμένα του όνειρα, τους στόχους της
Β. Βαν Γκογκ "Δωμάτιο στην Αρλ" (1889)
ζωής του που χάθηκαν και ματαιώθηκαν.
  Ο τελευταίος προπομπός του βραδιού και της απώλειας που αυτό συνεπάγεται είναι η ακουστική εικόνα των καμπανών που χτυπάνε τον εσπερινό κι ο ήχος τους χάνεται σιγά -σιγά, προιωνίζοντας τους επόμενους στίχους όπου το βράδυ  πέφτει  σαν πέπλο, αργά και αναπόφευκτα.  Κι αν για την πόλη και για τους άλλους ανθρώπους απλά νυχτώνει, για τον λυρικό εγώ του ποιήματος αυτό συμβολίζει το τέλος, την νύχτα που έρχεται στην ζωή του. Αργά, ίσως,αλλά αναπόφευκτα. Η πόλη γίνεται ξένη, οι άνθρωποι γίνονται ξένοι,  ο ουρανός καθρέφτης της μελαγχολίας  που κυριεύει τη ζωή του. Και ο θάνατος έρχεται, όπως δηλώνουν τα αποσιωπητικά με τα οποία τελειώνει το ποίημα. Ή' δεν έρχεται, πράγμα που είναι χειρότερο!
   Τα εξωτερική μορφή του ποιήματος  βρίσκεται σε πλήρη ανταπόκριση με  την ατμόσφαιρά της μελαγχολίας την οποία και υπηρετεί. Αποτελείται από τρεις τετράστιχες στροφές, των οποίων ο πρώτος και ο τρίτος στίχος είναι 14σύλλαβος παροξύτονος και ο δεύτερος και ο τέταρτος 7σύλλαβος παροξύτονος. Η διαφορά αυτή στον αριθμό των συλλαβών κατορθώνει να σπάσει  τη ρυθμική μονοτονία.  Το ποίημα είναι γραμμένο στο πένθιμης ατμόσφαιρας αναπαιστικό μέτρο, η πλεχτή ομοιοκαταληξία λειτουργεί ευεργετικά στην συναισθηματική συνοχή του και ποιήματος και  εντείνει τους συμβολισμούς του.
   Τέλος επιλέγονται τέτοια ρήματα  που να απηχούν  την προσωπική εμπειρία του λυρικού εγώ, δίνοντας εξομολογητικό ύφος στο ποίημα. Επιπλέον, είναι  όλα σχεδόν στον ενεστώτα. Με αυτό τον τρόπο αποδίδεται παραστατικά το ποιητικό παρόν και σε συνδυασμό με τις αναφορικές προτάσεις που προσδιορίζουν κάθε εικόνα φανερώνουν γλαφυρά το διαρκές της κατάστασης του ποιητικού υποκειμένου,  ότι  δηλαδή τέτοια βράδια αποτελούν τον κανόνα της ζωής του και κουρδίζουν την μονοτονία της ύπαρξής του. "Βραδιάζει πάλι σήμερα, βραδιάζει κι έρχεται η ώρα η δικιά μου. Αυτή που σαν πουκάμισο ταιριάζει με την μελαγχολία στη καρδιά μου" δηλαδής...


Δεν υπάρχουν σχόλια: