Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Πέμπτη, 3 Δεκεμβρίου 2015

Πάλιωσε το σακκάκι μου - Η σημασία του ρούχου στην "Ελένη" του Ευριπίδη

   Θα μπορούσα να χρησιμοποιήσω ως εισαγωγή  της δημοσίευσης το κομμάτι του Τσιτσάνη στο οποίο παραπέμπει ο τίτλος και θα βάλω πιο μετά, αντ΄αυτού όμως θα πω μια αστεία -τουλάχιστον όταν ήμουν 10 χρονών και την άκουσα -ιστορία...
   Πάει ένας τύπος στο καφενείο και λέει στο γκαρσόνι "θέλω έναν ελληνικό με 37 φουσκάλες". Το γκαρσόνι δεν έδωσε σημασία, νόμιζε του κάνει πλάκα, του φέρνει τον καφέ, μετράει ο τύπος τις φουσκάλες,"θα μου φέρεις άλλον", λέει, "αυτός δεν έχει 37 φουσκάλες" . Πάει πάλι μέσα ο καφετζής, φτιάχνει καινούργιο καφέ με 37 φουσκάλες, μέχρι να τον πάει έξω σπάνε μερικές, τις μετράει ο τύπος, "θα μου φέρεις άλλον", λέει, "αυτός δεν έχει 37 φουσκάλες". Για να μην τα πολυλογώ, αυτό γίνεται αρκετές φορές μέχρι που στο τέλος τα καταφέρνει τελικά ο καφετζής. Ο τύπος ικανοποιημένος αρχίζει να  πίνει τον καφέ του και ο καφετζής του λέει:
"Ώστε είσαι πυροσβέστης, λοιπόν, για αυτό με ταλαιπωρείς έτσι!!!"
Πού κατάλαβε;
    Για να δεις την απάντηση, αν τυχόν δεν την ξέρεις, φίλε αναγνώστη, πήγαινε στο τέλος της ανάρτησης, γιατί ξαφνικά μου ήρθε μια επιθυμία να αυτοβιογραφηθώ.
Ο τραγουδιστής των "Cure" R. Smith μιμούμενος τον Κακό Λύκο
   Όταν ήμουν φοιτητής, στις αρχές της δεκαετίας του '90,   έμενα σε ένα σπίτι στο Γαλάτσι,  ψηλά στα Τουρκοβούνια. Και επειδή ήταν χάλια η συγκοινωνία που με πήγαινε δίπλα στο σπίτι μου,  συνήθως έπαιρνα μια πιο συχνή γραμμή,  κατέβαινα από το λεωφορείο  στο κέντρο του Γαλατσίου και ανέβαινα την ανηφόρα μέχρι το σπίτι μου, όχι από τον κεντρικό δρόμο αλλά  από τα στενά, για πιο γρήγορα. Ένα βράδυ κατέβηκα από τη στάση  και ξεκίνησα να ανεβαίνω τη συνήθη μου διαδρομή.  Μαζί με μένα είχε κατεβεί μια κοπέλα, η οποία περπατούσε μπροστά μου  και φαίνεται ότι ακολουθούσε την ίδια διαδρομή. Ξαφνικά, παρατήρησα ότι τάχυνε, ανεπαίσθητα στην αρχή και μετά πιο έντονα,   το βήμα της και κοιτούσε πίσω από τον ώμο της κλεφτά.  Είχα πολύ μακριά μαλλιά και γένια (επειδή από μικρός  που ήμουνα μου αρέσαν), εκείνη την εποχή φορούσα  μόνο μαύρα (Ήμουνα gothάς κι ήθελα να φαίνεται σε ποια "φυλή " ανήκα. Εκείνο το βράδυ δε γυρνούσα από ένα goth πάρτι  και φορούσα και μωβ σκιά...) και δεν είχα πειράξει ποτέ ούτε μύγα.  Ωστόσο, τη δεκαετία του '80 υπήρχε τόσο έντονη προκατάληψη  ότι οι μαλλιάδες είναι αλήτες που μερικές φορές  κρατούσα κι εγώ ακόμα που ήμουν μαλλιάς αμυντική στάση,  αν έβλεπα κανέναν άλλο (και, μου φαίνεται, τώρα που το σκέφτομαι,  κι ο άλλος σε μένα...). Οπότε, δεν κράτησα κακία στην κοπέλα,  επιβράδυνα το βήμα μου και έστριψα σε διαφορετικό στενό για να μην την τρομοκρατήσω. Μετά της την έπεσε ο κουστουμαρισμένος γιάπις σήριαλ κίλερ του "American Psycho" . Ευτυχώς, ξέρω κουνγκ φου και τη γλύτωσα- μαζί με τον Μπάτμαν...
   Η παραπάνω  εν μέρει αληθινή  ιστορία ( ξέρω καράτε κι όχι κουνγκ φου και δεν μιλιόμαστε με τον Μπάτμαν από το 1985, στο Δημοτικό ) αποτυπώνει  τη σημασία του ενδύματος και εν γένει  της εξωτερικής εμφάνισης ενός ανθρώπου.  Είναι δηλωτικό της ταυτότητας κάποιου, διαμορφώνει συγκεκριμένες εντυπώσεις στους άλλους και δύναται να τους ξεγελάσει, με ή χωρίς εισαγωγικά. Αυτή η διάσταση, της "σκευής" γενικά, έχει αξιοποιηθεί στο θέατρο σε μεγάλο βαθμό και διαδραματίζει σημαίνοντα ρόλο  και στην "Ελένη", δρώντας μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις ως στοιχείο βασικό για την εξέλιξη της πλοκής του δράματος.
"Για την Κύπρον τη εύμορφην καλά πάω"
   Στον πρόλογο, εμφανίζεται ένα πρόσωπο που κρατάει τόξα και βέλη. Πριν ακόμα αποκαλύψει την ταυτότητα του, ο μέσος θεατής της αττικής εποχής και ο μέσος γνώστης της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας γνωρίζουν ότι είναι ο Τεύκρος, με τον ίδιο τρόπο που  ο μέσος αναγνώστης του Τόλκιν αντίστοιχα θα αναγνώριζε τον Λέγκολας, από το ίδιο στοιχείο,  καθώς αμφότεροι είναι οι κατ εξοχήν τοξότες στο λογοτεχνικό.μυθολογικό σύμπαν τους.
   Αργότερα, στο α' Επεισόδιο, εμφανίζεται  ένας αγνώριστος Μενέλαος, κουρελιασμένος. Πρόκειται για μια  ακόμα παρουσίαση από τον Ευριπίδη ενός  ήρωα με κουρελιασμένα ρούχα.  Διότι, προφανώς είχε αντιληφθεί τη σημασία του ενδύματος ως σκηνοθετικού ευρήματος· σε τέτοιο σημείο και με τέτοια συχνότητα μάλιστα που να προκαλέσει την κοροϊδία του Αριστοφάνη στους "Αχαρνής": Ο Δικαιόπολις δικάζεται από τους Αχαρνείς καρβοουνιάρηδες ως προδότης, επειδή σύναψε ατομική συνθήκη ειρήνης με τους Σπαρτιάτες και πηγαίνει στον Ευριπίδη να ζητήσει κουρέλια από παλιά του δράματα για να προκαλέσει οίκτο στο δικαστήριο.

Μενέλαος λέτσος
   Στην "Ελένη" η ρακοφορία του Μενέλαου εξυπηρετεί ποικιλοτρόπως την δραματική οικονομία. Πρώτα από όλα, τα κουρέλια που φοράει είναι εκείνα που τον οδηγούν στη σκηνή και μάλιστα μέσα σε άγνοια. Επειδή γνωρίζει και  ποιος είναι  αλλά και πώς φαίνεται,  ντρέπεται να ρωτήσει οτιδήποτε τους ανθρώπους που συναντάει και έρχεται  τελικά στο ανάκτορο του Πρωτέα για να ζητήσει βοήθεια για δύο λόγους: Γιατί, λογικά,  πιστεύει ότι ζει κάποιος που έχει την δυνατότητα να τον  βοηθήσει και γιατί υπολογίζει, αυθαίρετα, στην συναδελφική αλληλεγγύη μεταξύ βασιλιάδων, καθώς σωστά φαντάζεται πως κάποιος βασιλιάς θα ζει εκεί.
      Επιπλέον, ο  Μενέλαος φέρει  τόσο βαρέως το γεγονός ότι εκείνος, ολόκληρος Μενέλαος, κατέληξε "εξόριστος και πένης", ντυμένος με τα υπολείμματα των πανιών του καραβιού του που  αισθάνεται την ανάγκη να δικαιολογηθεί  για την εμφάνισή του ακόμα και στον εαυτό του (προφανώς, μιας και μονολογεί στην άδεια σκηνή),  αναφέροντας πως τα λαμπρά του πέπλα τα πήρε ο ωκεανός. Εδώ καράβια χάνονται, βαρκούλες αρμενίζουν, δηλαδή. Αυτό γίνεται όμως γιατί , όπως συμβαίνει και με τον  Οδυσσέα όταν φτάνει  γυμνός και ταλαιπωρημένος στους Φαίακες, τα κουρέλια που φοράει σε συνδυασμό με τις κακουχίες και τις ταλαιπωρίες που έχει περάσει του προξενούν σύγχυση ταυτότητας· και αναφέροντας τα χαμένα του ρούχα,  αυτό που κάνει δεν είναι τίποτα άλλο από μια απόπειρα να διατηρήσει την ταυτότητα του, εκλογικεύοντας την κατάσταση,  ώστε να απενοχοποιηθεί για την εμφάνισή του. Η ψυχολογική κατάστασή όμως στην οποία βρίσκεται σε συνδυασμό με την εξωτερική του εμφάνιση δημιουργούν εκείνες τις συνθήκες που είναι απαραίτητες ώστε να αντιμετωπίσει ευάλωτος την μεγάλη αλήθεια με την οποία θα αναμετρηθεί τελείως σε λίγο και  να ενταθεί η τραγικότητα ή η διακωμώδηση του (ανάλογά με το αν ερμηνεύσουμε το έργο ως τραγωδία ή ιλαροτραγωδία), ώστε να εξυπηρετηθούν οι σκοποί του Ευριπίδη: Η καταδίκη του πολέμου ως κατεξοχήν χώρου ψεύδους και η διάσταση ανάμεσα στο φαίνεσθαι και το είναι.
   Αν ο Μενέλαος που ξέρει ότι είναι ο Μενέλαος ντρέπεται για το πως δείχνει, η γερόντισσα που ανοίγει την πόρτα  δεν ξέρει ότι είναι ο Μενέλαος αυτός που είναι μπροστά της·  στέκεται μόνο σε αυτό που βλέπει:  Έναν κουρελιασμένο τύπο που έρχεται να ζητιανέψει. Και του φέρεται αναλόγως, πράγμα που εντείνει την γελοιοποίηση και την  απελπισία του Μενέλαου, με αποκορύφωμα το στίχο 513, όταν αντιλαμβανόμενος  πώς τον βλέπει η γερόντισσα αναφωνεί: "Θεοί, να μ’ ατιμάζουν έτσι εμένα!"
    Ποιος,  αλήθεια, μπορεί να την κατηγορήσει, όταν και η ίδια η Ελένη στο β' επεισόδιο (εδώ κι εδώ),  καθώς επιστρέφει  στη σκηνή και τον βλέπει,  εστιάζει στο σουλούπι του κυρίως και σε αυτά που φοράει και, έχοντας και τον φόβο του Θεοκλύμενου, το βάζει στα πόδια βρίσκοντας καταφύγιο στο βωμό. Κι όταν ο Μενέλαος της λέει να μην φοβάται γιατί δεν είναι κακός άνθρωπος, η Ελένη απαντάει: "Όμως η  φορεσιά σου τέτοιο σε δείχνει"... Τα ' λεγε ο Τσιτσάνης: "Ντυμένο σε προσέχουνε κι όλοι κοντά σου τρέχουνε, Σαν παλιώσουν πέρα ως πέρα δεν σου λένε καλησπέρα ".

      Καθώς συνεχίζεται η τραγωδία ( κι ενώ η μάντισσα  Θεονόη που έχει ήδη μπει και βγει στη σκηνή όλο και κάτι  δηλωτικό της ιδιότητά της θα φορούσε, αλλά δεν γίνεται καμία νύξη. άρα δεν έχουμε κάτι να σχολιάσουμε),  η ενδυμασία αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα για την επιτυχή κατάληξη της μηχανής σωτηρίας που στήνουν ο Μενέλαος και η Ελένη (  βασικά, η Ελένη μόνη της, μεταξύ μας) για να διαφύγουν, όπως προαναγγέλλεται  στην 5η σκηνή του β' επεισοδίου  της τραγωδίας και  πραγματοποιείται στο γ'  και στο δ΄επεισόδιο . Προκειμένου να εξαπατήσουν τον Θεοκλύμενο,  ο Μενέλαος και η Ελένη βασίζονται ιδιαίτερα στα ενδυμασία και σε αυτά που υποδηλώνονται μέσω αυτής. Η Ελένη ακολουθεί την πανάρχαια παράδοση που συνδέει με το πένθος το κόψιμο των μαλλιών και τα μαύρα ρούχα, για να πείσει τον Θεοκλύμενο ότι ο Μενέλαος πέθανε. Κι αυτό που για τον Μενέλαο ήταν ντροπή πριν από λίγο, τα κουρελιασμένα ρούχα του, αποτελεί τώρα σωτηρία. Ο Θεοκλύμενος βλέποντας τον ταλαιπωρημένο και κουρελιασμένο Μενέλαο αναφωνεί "Ω! Απόλλωνα, κουρέλια η φορεσιά του" και η ιστορία της Ελένης για τον υποτιθέμενο θάνατο του άντρα της γίνεται πιστευτή.  Κάπως έτσι το αδιανόητο -που -πέτυχε -επειδή- ήταν- αδιανόητο σχέδιο της Ελένης κερδίζει σε αληθοφάνεια και μπαίνει σε λειτουργία . Ο Θεοκλύμενος,  ο οποίος υπενθυμίζουμε ότι ήταν από τους λίγους που ήξεραν την αλήθεια για την Ελένη, είναι εκείνος που τούτη τη φορά παρασύρεται από το φαίνεσθαι και παραβλέπει το είναι. Ταυτόχρονα, η Ελένη  αναφερόμενη στην εικονική τελετή ταφής του εικονικά νεκρού Μενέλαου,   επικαλείται μια παράδοση που διατηρείται ακόμα και σήμερα:   τα ρούχα να υποκαθιστούν το ανθρώπινο σώμα κατά την ταφή, όταν αυτό δεν έχει βρεθεί.
    Τέλος,  ο  ίδιος ο Μενέλαος αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της σημασίας που έχουν τα ρούχα  για την ψυχολογία του ανθρώπου. Λουσμένος από την Ελένη και ντυμένος με καθαρό χιτώνα, στο δ΄επεισόδιο, ανακτά την ταυτότητα του και την ηρωική του υπόσταση.  Ενδυόμενος  ρούχα αντάξιά του ενδύεται ταυτόχρονα πάλι το ρόλο του Πορθητής της Τροίας. Ανταποκρίνεται άψογα στο δικό του μέρος του σχεδίου εξαπάτησης και έπειτα,  όπως γλαφυρά περιγράφει ο  αγγελιοφόρος στην έξοδο, οδηγεί τους διασωθέντες συντρόφους του στην κατάληψη του καραβιού και στην ασφαλή αναχώρηση προς την Ελλάδα.
Μενέλαος με ρουχαλάκι καινουργές κιι Ελένη ψευτοπενθούσα
   Τελειώνοντας ( οι συχνοί αναγνώστες του ιστολογίου ξέρουν ότι τα "τελειώνοντας" μου είναι σαν το πρώτο κουδούνι στο θέατρο κι ότι είμαστε περίπου  λίγο μετά τη μέση της ανάρτησης), να συνοψίσω λέγοντας ότι δεν είναι  το θέατρο η μοναδική τέχνη  στην  οποία το ρούχο  (ακριβώς επειδή δεν αποτελεί πια μόνο ένα μέσο προστασίας από το κρύο αλλά λειτουργεί ως στοιχείο  ταυτότητας) χρησιμοποιείται ως στοιχείο εξέλιξης της δράσης ή αποκάλυψης του μηνύματος που θέλει να εκφράσει ο εκάστοτε δημιουργός.    Χαρακτηριστικό παράδειγμα που μου έρχεται τώρα πρόχειρα αποτελεί η ταινία του Στήβεν Σπήλμπέργκ "Η λίστα στου Σίντλερ". Θέλοντας να αποδώσει εναργέστερα τη φρίκη του ολοκαυτώματος, επιχρώματίζει  στην ασπρόμαυρη κατά τ' άλλα ταινία με κόκκινο χρώμα διάφορα αντικείμενα. Μεταξύ αυτών το παλτό ενός μικρού κοριτσιού από την σύλληψη του μέχρι την μεταφορά του με ένα καρότσι με άλλους νεκρούς για ομαδική ταφή.



    Ως προς τη Λογοτεχνία, θα περιοριστώ να αναφερθώ σε τρία παραδείγματα από κείμενα με τα οποία έχει ασχοληθεί το ιστολόγιο,  περιέχονται στην βιβλία λογοτεχνίας του Γυμνασίου και του Λυκείου και σχετιζονται με τη  θέση της γυναίκας και την θεματική ενότητα της "Φύλα και λογοτεχνία" της Α' Λυκείου.    Η Ελισάβετ Μουτζάν αποκτά συνείδηση των περιορισμών του γυναικείου φύλου κοιτώντας τα μακριά φορέματα της "γυναικείας σκλαβίας" της που, συμβολικά, είναι εκείνα που   δεν της επιτρέπουν να κάνει αυτό που θέλει, να περάσει στην Πελοπόννησο και να πολεμήσει, όπως μπορεί, για την ελευθερία. Κατά τον ίδιο τρόπο, η Ελένη Αλταμούρα, που εξαναγκάστηκε να μεταμφιεστεί σε άντρα για να καταφέρει να σπουδάσει ζωγραφική, σχολιάζει ολοκληρώνοντας την μεταμφίεσή της ότι αρχίζει πια  να σκέφτεται ως άντρας, μιας και χρησιμοποίησε το "εγώ".  Τέλος, τα βαριά γυναικεία ρούχα της, τέλος, είναι εκείνα  που οδηγούν στο πνιγμό μεταξύ θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης την Φραγκογιαννού, τη "Φόνισσα" του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.  
  Πολλές είναι και οι παροιμίες που σχετίζονται με την εξωτερική εμφάνιση του ανθρώπου, πράγμα που σημαίνει ότι η λαϊκή σοφία είχε αντιληφθεί τη σχέση της με την ταυτότητα του ανθρώπου.

Η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά. 
Τι του λείπει του ψωριάρη; Φούντα με μαργαριτάρι.
Πουλάει φύκια για μεταξωτές κορδέλες.
Τα ράσα  δεν κάνουν το παπά.
Τα μεταξωτά βρακιά θέλουν κι επιδέξιους ... γοφούς.
Τον αράπη κι αν τον λούσεις το σαπούνι σου χαλάς/ Τον αράπη κι αν τον λούσεις την αλισίβα χάνεις.

 Και για  το τέλος (δεύτερο κουδούνι), μερικά τραγουδάκια  στα οποία το ένδυμα χρησιμοποιείται ως
όχημα μνήμης, όπως στο "Παλιό μου παλτό "


 σύμβολο χωρισμού, όπως στο "Πουκάμισό το θαλασσί  (και σε άλλα πουκάμισα, κινηματογραφικά)


δείγμα ανιδιοτελούς αγάπης που έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης, όπως στο "Γελεκάκι" 


 συνώνυμο του ερωτικού πάθους, όπως στο "Κόκκινο φουστάνι"


σύμβολο απιστίας, όπως στα "Δυο παλτά"


απόδειξη ότι κάποιος είναι συνεκδοχικά  χαμένο κορμί, όπως στο "Χαμένο ρούχο"


σύμβολο χαράς και ευτυχίας. όπως στο "Άσπρα θα φορέσω"


σύμβολο γυναικείας χειραφέτησης. όπως στο "Κορίτσι με τα παντελόνια"

Και για το τέλος (τρίτο κουδούνι,  αυτή την φορά το εννοώ)  δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στο πολυαγαπημένο "Famous blue raincoat"
 
Υ.Γ. : Η απάντηση στην ερώτηση του ανεκδότου που έγραψα στην αρχή, δηλαδή που κατάλαβε o καφετζής  ότι  ασυμπάθιστος είναι πυροσβέστης,  είναι απλή: Φορούσε τη στολή του...

Δεν υπάρχουν σχόλια: