Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2015

Κοσμοπόλιταν, σελίδα 59: "Ο Κύριος «Χρυσωρυχείον» ", η "Δεσποινίς Διευθυντής" κι η ξεχασμένη συγγραφέας Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου

  Διαβάζοντας πρόσφατα ένα παλιό πανεπιστημιακό βιβλίο φίλης νηπιαγωγού έπεσα πάνω σε μια
πολύ ενδιαφέρουσα περίπτωση συγγραφέα, την Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου.  Και πραγματικά, με βάση αυτά που διάβασα, μου φαίνεται πολύ παράξενο που δεν ανθολογήθηκε ποτέ  σε κανένα σχολικό βιβλίο και δεν προτάθηκε σε κανέναν σχεδιασμό διδασκαλίας για την ενότητα "Φύλο και Λογοτεχνία".Μονάχα η αλήστου μνήμης τράπεζα θεμάτων  ασχολήθηκε μαζί της... Μόνο μια λέξη στον Πολίτη (αν ήταν παραπάνω θα το θυμόμουνα,   η Γραμματολογία του Πολίτη μαζί με εκείνη του Λέσκι είναι  εξ ανάγκης  από τα πιο πολυδιαβασμένα βιβλία μου) κι εκείνη αβέβαιη (καθώς δεν θυμάμαι), για να παραφράσω τον ποιητή.  Κι όμως με βάση τα βιογραφικά της στοιχεία και τη θεματολογία του έργου της θα ήταν η ιδανική υποψήφια... Και αποτελεί τραγική ειρωνεία που την ανακάλυψα φέτος που δεν θα διδάξω μετά από δεν θυμάμαι πόσα χρόνια Λογοτεχνία στην Α' Λυκείου.
 Η Αλεξάνδρα Παπαδοπούλου ανήκει
στην "Γενιά του '80". Γεννήθηκε και πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην Κωνσταντινούπολή. Σπούδασε δασκάλα αλλά οι προοδευτικές της παιδαγωγικές αντιλήψεις την έφεραν σε σύγκρουση με τον συντηρητικό εκπαιδευτικό κατεστημένο της εποχής της,  γεγονός το οποίο της στέρησε υποτροφία για συνέχιση των σπουδών της. Ούτως ή άλλως όμως, έπρεπε να δουλέψει για να μεγαλώσει τον μικρότερο αδερφό της μετά τον θάνατο των γονιών της και της μεγαλύτερης αδερφής της, παραδίδοντας κυρίως μαθήματα κατ' οίκον.  Μετά την υποστήριξή της στο κίνημα του δημοτικισμού αντιμετώπισε της οργή των συντηρητικών και στο γλωσσικό ζήτημα κύκλων της Κωνσταντινούπολης και το Πατριαρχείο την απέκλεισε από τα σχολεία της Κωνσταντινούπολης, εξαναγκάζοντάς την να καταφύγει για λίγο στο Βουκουρέστι για τρία περίπου χρόνια. Πέθανε 39 χρονών από καρκίνο το 1906.
  Η Παπαδοπούλου αποκαλείται "η πρώτη Ελληνίδα πεζογράφος", μια προσφώνηση αναληθής και άδικη. Αναληθής γιατί ως γνωστόν η πρώτη Ελληνίδα πεζογράφος είναι η Ελισάβετ Μουτζάν. Και άδικη γιατί ανεξαρτήτως φύλου υπήρξε πρωτοπόρα και την αξία της την αναγνώρισαν και οι σύγχρονοί της λογοτέχνες, καθώς ανθολογήθηκε το 1896 στην συλλογή "Ελληνικά Διηγήματα" μαζί με συγγραφείς όπως ο Βιζυηνός, ο Καρκαβίτσας, ο Δροσίνης,  Παλαμάς κ.α. Η Παπαδοπούλου είναι ουσιαστικά η  εισηγήτρια της αστικής πεζογραφία στα ελληνικά γράμματα, αφού άντλησε τα θέματά της από αστικό περιβάλλον της Κωνσταντινούπολής όπου ζούσε, δηλαδή το "εδώ" και το "τώρα", ενώ  την ίδια ώρα που οι διηγηματογράφοι της Αθήνας  ήταν ακόμα προσκολλημένοι στο "εκεί" και στο "τότε", στην λυρική και εξιδανικευμένη συχνά ηθογραφία  της περιοχής της ελληνικής επαρχίας από την οποία καταγόταν ο καθένας.
    Τα διηγήματα της Παπαδοπούλου έχουν κοινωνικό περιεχόμενο, αποτέλεσμα  της ευαισθησίας της και του ενδιαφέροντός της για τα προβλήματα των ανθρώπων. Στα πλαίσιά αυτά συσχετίζει τις πράξεις των χαρακτήρων της με τις κοινωνικές συνθήκες και προσπαθεί να τις ερμηνεύσει σε συνδυασμό με αυτές, αποπειρώμενη ταυτόχρονα να τους ψυχογραφήσει. 
  Το υλικό για τα διηγήματά της το αντλεί από τις ζωές των ανθρώπων της Κωνσταντινούπολης, και κυρίως των γυναικών, για τις οποίες ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα, χωρίς ωστόσο να μιλήσει ανοιχτά περί χειραφέτησης και φεμινισμού, πράξη εξόχως επικίνδυνη στην συντηρητική κοινωνία στην οποία ζούσε, ούσα παράλληλα ανύπαντρη, νέα και μόνη γυναίκα και  αναγκασμένη να εργάζεται για την επιβίωση τη δική της και του μικρού της αδερφού. Αναφέρεται σε θέματα όπως ο έρωτας, η απιστία,  οι μηχανορραφίες για την εξόντωση ερωτικών αντιζήλων, τα τεχνάσματα για την οικογενειακή αποκατάσταση, η προίκα  κ.τ.λ. περιγράφοντας την συμπεριφορά της αστής γυναίκας της Πόλης.
 Τα περισσότερα από τα παραπάνω, τα οποία είναι μια σύνοψη των ελαχίστων πληροφοριών που βρήκα για την Παπαδοπούλου στο Διαδίκτυο, επαληθεύονται από το μοναδικό της διήγημα που βρήκα*, στο Σπουδαστήριο Νέου Ελληνισμού,  με τίτλο "Ο κύριος "Χρυσωρυχείον"" και στο οποίο πρέπει να αποδώσουμε τα εύσημα στην Παπαδοπούλου για τις αφηγηματικές της επιλογές, αν μη τι άλλο.  Το διήγημα είναι γραμμένο σε επιστολική μορφή και το θέμα του είναι η οικογενειακή αποκατάσταση της γυναίκας.  Ο τίτλος εύγλωττα προδιαθέτει τον αναγνώστη για το κυνήγι του "τέλειου άντρα" βασικό στοιχείο του οποίου είναι τα ... "λεφτά αισθήματα". Πράγμα που γίνεται σαφές κι   ενδυναμώνεται ήδη από την αρχή του διηγήματος. Η αφηγήτρια, μια έμπειρη γυναίκα που αναφέρεται όπως θα δούμε παρακάτω στον εαυτό της με το χαϊδευτικό  "Λιλή" και υπογράφει την επιστολή με το όνομα της, Ευλαλία, απευθύνεται σε β' πρόσωπο σε κάποια φίλη της με σκοπό να την συμβουλεύσει, ώστε να εκπληρώσει άρτια το όνειρο κάθε γυναίκας, να αποκατασταθεί. Κι αυτό γιατί παρατηρεί ότι η αδεξιότητα, η συστολή και η αγαρμποσύνη της φίλης της, η οποία περιμένει χωρίς να κάνει τίποτα τον "τέλειο άντρα" ακυρώνουν τα όμορφα χαρακτηριστικά με τα οποία την έχει προικίσει η φύση. μοναδικός σκοπός των οποίων είναι η εύρεση του ιδανικού συντρόφου.  Ενώ αντίθετα για την  ίδια, όπως στην πρώτη πρόταση του διηγήματος ευθαρσώς δηλώνει, η "αποπλάνηση του άντρα του σωστού" είναι το φυσικό της ταλέντο (επιβεβαιώνοντας την σύγχρονή της  Ταρσίτα κατά κάποιον τρόπο ). Την  προτρέπει λοιπόν να προσαρμόζεται στο  εκάστοτε "θύμα της" και τη συμβουλεύει  πώς να μιλάει, πως να αντιδρά, πως να κινείται, τι να φορά ώστε να δελεάσει τον υποψήφιο γαμπρό (Σαν τη "Θεία απ' το Σικάγο" ένα πράγμα, αλλά χωρίς τις στάμνες)...

Αυτά όμως όλα, είναι η πρόφαση για την κύρια ιστορία του διηγήματος της Παπαδοπουλου,  η οποία εγκιβωτίζεται  μέσα στην στην υποτιθέμενη επιστολή.  Η αφηγήτρια θέλοντας να ενισχύσει τα λεγόμενα της στρέφεται στην δική της προσωπική ιστορία και αφηγείται με ποιον τρόπο τύλιξε  δικό της τον  κύριο "Χρυσωρυχείον", τον άντρα της, τον Νίκο. Μια διαδικασία που ξεκίνησε αμέσως  αφού τον είδε και τον έβαλε στόχο,  και στέφθηκε από επιτυχία μέσω μια σειράς μηχανορραφιών με την βοήθεια της οικογένειας της και  χωρίς αυτός να καταλάβει τίποτα.  O κύριος  "Χρυσωρυχείον", όπως όλοι οι σωστοί άντρες, είχε παρελθόν με τις γυναίκες και η πολλή συνάφεια τον είχε κουράσει,  έτσι στην αρχή δεν την παρατήρησε καθόλου. Αλλά αυτό καθόλου δεν πτόησε την αφηγήτρια η οποία με διάφορους τρόπους καλλιεργεί το ενδιαφέρον του "θύματός" της.  Κάθεται παρέα με μια άσχημη για να τονίζεται η ομορφιά της, καλλιεργεί την εικόνα της μαζεμένης και της ντροπαλής,  βάζει τους άλλους να μιλάνε για τα χαρίσματα  ενώ σκόπιμα απουσιάζει,   βάζει τον ξάδερφό της να την περιγράψει ως απρόσιτη ώστε να γεννήσει στο " Χρυσωρυχείον" το ένστικτο του κυνηγού και σύνδρομο του " κατακτητή άπαρτου κάστρου", κανονίζει τυχαίες συναντήσεις σε ειδυλλιακά μέρη και τελικά σε μια γιορτή καταφέρνει να επιτύχει το επιθυμητόν, αφήνοντας μάλιστα τον κύριο "Χρυσωρυχείον" να νομίζει ότι ήταν δική του ιδέα....
     Κι εκεί έρχεται η ανατροπή. Αφού έχει καλλιεργήσει τις αναμονές των αναγνωστών της, η Παπαδοπούλου αποκαλύπτει ότι σκοπός της αφηγήτρια της δεν είναι τα χρήματα αλλά να κερδίσει τον άνδρα των ονείρων της  καθώς το   Χρυσωρυχείον"  είναι άνθρωπος με "λεπτά αισθήματα" κι όχι με "λεφτά αισθήματα", εφόσον δεν  πλούσιος δεν είναι (το οποίο βέβαια στην πραγματικότητα σημαίνει ότι δεν είναι κροίσος, καθώς όντας μέλος της αστικής τάξης της συγκεκριμένης εποχής προφανώς μια άλφα οικονομική επιφάνεια την έχει. Άλλωστε ο καθένας από μας, συνειδητά ή ασυνείδητα, συνήθως  διαλέγει το ταίρι του με βάση τον κόσμο στον οποίο κινείται, εφόσον αυτούς τους ανθρώπους θεωρεί πιο συμβατούς και με αυτούς τους ανθρώπους έρχεται συχνότερα σε επαφή.) αλλά έχει πλούσια τα χαρίσματα. Έχει μάλιστα πληροφορηθεί τα αθώα παιχνίδια που του έπαιξε η γυναίκα του για να τον προσελκύσει και το ζευγάρι ζει ευτυχισμένο κι αγαπημένο...
   Το διήγημα της Παπαδοπούλου αποδεικνύει τη σημασία της κοινωνικής τάξης στην  μετεξέλιξη των κοινωνικών συμβάσεων.  Στην αστική τάξη του τέλους του 19ου αιώνα ο  γάμος δεν γίνεται πια με μεσάζοντες και προξενιά, μεταξύ μελλόνυμφων αγνώστων μεταξύ τους...  Η οικογένεια από την πλευρά της ευνοεί την επιλογή του συζύγου από τα ίδια τα παιδιά της με σκοπό μια ταιριαστή ένωση και μια ευτυχισμένη ζωή, αυτονόητα όμως στα πλαίσια ενός συγκεκριμένου κοινωνικού κύκλου.        Ενταγμένη μέσα στον κόσμο αυτό, η Ευλαλία παίρνει την κατάσταση στα χέρια της και αντί να περιμένει μοιρολατρικά και παθητικά να την διαλέξει κάποιος,  επιλέγει η ίδια τον άντρα που θεωρεί κατάλληλο και ενεργητικά προσπαθεί και καταφέρνει να τον κερδίσει, γενόμενη η ίδια δημιουργός της ευτυχία της. Παράλληλα, έχει την φρόνηση να μην αντιταχθεί ανοιχτά στις κοινωνικές συμβάσεις.  Δρώντας υπόγεια, εκμεταλλεύεται την ευφυΐα της και ελίσσεται αποτελεσματικά και καίρια στα περιθώρια που της δίνονται  από την κοινωνία, χρησιμοποιώντας τελικά τα κοινωνικά στερεότυπα για την επίτευξη του στόχου της (οποίος άλλωστε  είναι συμβατός με τις στερεοτυπικές κοινωνικές επιταγές): Την ολοκλήρωση της ως γυναίκα μέσω του τέλειου γάμου.
   Βέβαια από την άλλη,  έχουμε να κάνουμε με μια κοινωνία  οποία αναπαράγει σειρά στερεοτύπων για το ρόλο των φύλων. Μια ιδιαίτερα ευφυής γυναίκα,  όπως η ηρωίδα, ξοδεύει το πνευματικό δυναμικό της  αποκλειστικά στην ανεύρεση του κατάλληλου γαμπρού, καθώς ο γάμος θεωρείται το μοναδικό πράγμα το οποίο οδηγεί μια γυναίκα στην πραγμάτωσή της, εφόσον  ο  μοναδικός αποδεκτός κοινωνικά ρόλος της που της αποδίδεται είναι να παντρευτεί. Αναπαράγεται επίσης το στερεότυπο "πονηρό θηλυκό, κατεργάρα γυναίκα" που θέλει την γυναίκα να είναι ναζιάρα και
γατούλα και να καταφεύγει σε κάθε αθώα - με  ή χωρίς εισαγωγικά - δολοπλοκία και μηχανορραφία ώστε να επιτύχει το μοναδικό πράγμα το οποίο έχει στο μυαλό της: Να παντρευτει τον άντρα της ζωής της. πρωτοξάδερφο του πρίγκηπα του παραμυθιού. Αλλά να μην είναι εκείνες που θα κάνουν την πρώτη κίνηση γιατί "δεν είναι σωστό" (Κι ένα σωρό σχέσεις που θα μπορούσαν να είναι ιδανικές  δεν συνάφτηκαν ποτέ, καθώς οι  πρόθυμες αλλά κατά τα κοινωνικάς επιταγάς παθητικές  γυναίκες κουράστηκαν να περιμένουν ντροπαλούς κόντρα στας κοινωνικάς επιταγάς άντρες. Άσχετο). Ένα άλλο, τέλος,  στερεότυπο που θίγεται είναι αυτό που θέλει τον "σωστό" τον άντρα να έχει παρελθόν και να αποτελεί αυτό γαλόνι στο μπράτσο του.  Αντίθετα, για μια γυναίκα με "παρελθόν" δεν υπάρχει μέλλον.
  Αλλά δεν πρέπει να μας κάνει προφανώς εντύπωση  η παρουσία αυτών των στερεότυπων, διότι  κοινωνικές συμβάσεις κι ειδικότερα αυτές που σχετίζονται με τους ρόλους των φύλων είναι εξαιρετικά ανθεκτικές και μπορούν εξαιρετικά εύκολα  να μεταλλαχθούν προσαρμοζόμενες στις εποχές ώστε να επιβιώσουν. Η Λιλή  του διηγήματος της Παπαδοπούλου άλλωστε είναι πρόδρομος της Αθηνάς, του χαρακτήρα που υποδύεται η αγαπημένη Λίλη Παπαγιάννη στην ταινία του Ντίνου Δημόπουλου "Δεσποινίς Διευθυντής". Η Αθηνά σε όλη την ταινία προσπαθεί να δασκαλέψει την Λίλα της Τζένης Καρέζη, μια γυναίκα επιτυχημένη επαγγελματικά, αλλά που στερείται αισθηματικά,  για να παραφράσω τον Μουφλουζέλη.

Διότι παρά  την ευφυΐα και τις ικανότητές της, τις σπουδές της  και την επαγγελματική της επιτυχία, πρέπει να αποκατασταθεί  οικογενειακά για να είναι ολοκληρωμένη. Και για να το καταφέρει αυτό αισθάνεται την ανάγκη να υποδυθεί κάποια άλλη, ακολουθώντας τις οδηγίες της Αθηνάς, εφόσον αισθάνεται ότι η επαγγελματίας έχει καταστήσει την γυναίκα αθέατη. 'Οπως χαρακτηριστικά σχολιάζει η gia-des  στην ανάρτηση με την οποία συστήθηκε ως μόνιμη συντάκτρια του ιστολογίου, "κάποτε μια γυναίκα αναγκάζεται να ενδυθεί τη «θηλυκότητα»   για να προκαλέσει το ερωτικό ενδιαφέρον ενός άντρα επειδή, όσο βρισκόταν στον χώρο εργασίας, είχε αποτινάξει την όποια «γυναικεία» συμπεριφορά ώστε να αποκτήσει τον απαιτούμενο σεβασμό από τους άρρενες συναδέλφους της. (Πάντως, για την ιστορία, η «Δεσποινίς Διευθυντής» δε χρειαζόταν να κάνει κάτι ιδιαίτερο για να την προσέξει ο Σαμιωτάκης. Ήταν, άρα, λόγοι καθαρά στερεοτυπικοί που την ανάγκασαν να τροποποιήσει τη συμπεριφορά της˙ ο Σαμιωτάκης, έτσι κι αλλιώς, την είχε ερωτευτεί ήδη από μόνος του.)". Ο οποίος Σαμιωτάκης βέβαια,  άντρας με παρελθόν κι αυτός παρεμπιπτόντως, της εκφράζει την εκτίμησή του με το πιο άκυρο (αλλά ενδεικτικό των αντιλήψεων της εποχής) κομπλιμέντο όλων των εποχών: "Εγώ σας βλέπω σαν άντρα". Τουτέστιν, ευφυή, σοβαρή και συγκροτημένη. Γιατί τις γυναίκες,  που είναι  "σαχλές", τις έχει βαρεθεί.  Είπαμε είναι άντρας με παρελθόν.**
Μ' ένα Άρλεκιν ξεχνιέσαι
  Και για να μην ξεχνιόμαστε,  ίδια στερεότυπα  αναπαράγουν ακόμα και σήμερα  περισσότερο ή λιγότερο καμουφλαρισμένα τα βιβλία, οι ταινίες και  τα έντυπα ή ηλεκτρονικά περιοδικά που έχουν ως αναγνωστικό κοινό τις γυναίκες ( Εκείνα που απευθύνονται στους άντρες προφανώς αναπαράγουν τα αντίστοιχα στερεότυπα ). Με την μόνη διαφορά ότι  πλέον είναι εμπλουτισμένα, ενδεχομένως,  και  με ό,τι σχετίζεται  με την περισσότερο αποδεκτή σήμερα και για τις γυναίκες  σεξουαλική ελευθερία:
 Για να τον κάνεις να σε θυμάται; Κοσμοπόλιταν σελίδα 58!
Για να τον οδηγήσεις στην εκκλησία; Κοσμοπόλιταν σελίδα 103!
Για να μην κοιτάει καμία άλλη; Κοσμοπόλιταν σελίδα 45!
Για να συνδυάσεις θηλυκότητα και επαγγελματική επιτυχία; Κοσμοπόλιταν, σελίδα 123!
Το ίδιο έκανε και η Κάρι Μπράντσο και κατάφερε να κερδίσει τον "Mr Big", τον  δικό της  "κύριο  "Χρυσωρυχείον"".

* Σε μεταγενέστερο χρόνο, βρήκα αυτό  και ξαναβρήκα τον "Κύριο "Χρυσωρυχείον"" μαζί με άλλα τέσσερα διηγήματα της Παπαδοπούλου στην Βικηθήκη.  Επίσης, θυμάμαι ότι βρήκα κάποια διηγήματα και στην  Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα,  δεν βρίσκω το ακριβές λινκ... 

** Να πω πάντως ότι δεν συμφωνώ με την σκληρή φεμινιστική κριτική που ασκήθηκε στην ταινία. Πρόκειται για μια κωμωδία ηθών. Αυτό σημαίνει ότι εμπνέεται την πραγματικότητα  την οποία παραμορφώνει ωστε να προξενήσει το γέλιο. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι  αποδέχεται και αναπαράγει στερεότυπα. Οι δυο βασικοί ήρωες μάλιστα κάθε άλλο παρά στερεοτυπικοί είναι.  Η Λίλα είναι μια ολοκληρωμένη, μορφωμένη, δυναμική και συγκροτημένη γυναίκα η οποία βρίσκεται σε θέση ευθύνης, και μάλιστα 40 χρόνια πριν από σήμερα  που ακόμα γίνεται λόγος για την μειωμένο αριθμό γυναικών σε διευθυντικές θέσεις.  Ερωτεύεται τον Σαμιωτάκη ως πρόσωπο, με αυτό που είναι δηλαδή στην πραγματικότητα  Κι ακόμα κι αν εξαναγκάζεται να τον διεκδικήσει ως προσωπείο, στο τέλος καταλαβαίνει το μάταιο και το παράλογο του  πράγματος,  επανέρχεται στον εαυτό της και παραιτείται από τη διεκδίκηση του Σαμιωτάκη από την πιο  "θηλυκή" αντερωμένη της.  Αυτό βέβαια σημαινει ότι τελικά όταν θα το κερδίσει θα έχει την ικανοποίηση ότι τον κέρδισε  ως πρόσωπο.  Ο Σαμιωτάκης από την πλευρά του μπορεί να θεωρεί "σαχλές" τις γυναίκες, αλλά αυτό σημαίνει μάλλον ότι μόνο με τέτοιες κυκλοφορούσε ως τότε. Όταν γνωρίζει την Λίλα ωστόσο, έχει την ικανότητα να αντιληφθεί πόσο διαφορετική είναι  και για αυτό την ερωτεύεται, παρατώντας την  προηγούμενη ηδονιστική ζωή του.  Δεν αισθάνεται  μειονεκτικά ούτε ότι υποτιμάται ως άντρας από το γεγονός ότι δέχεται εντολές από μια γυναίκα και δη τη γυναίκα που ερωτεύτηκε. Αντίθετα την θαυμάζει και προσπαθεί να γίνει καλύτερος ο ίδιος,  ώστε να είναι αντάξιός της. 


Δεν υπάρχουν σχόλια: