Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Τετάρτη, 29 Απριλίου 2015

Σαν συνταγή μαγειρικής - Ένα διήγημα της Κοραλίας

Το διήγημα της Κοραλίας από το ΣΤ1 του Μουσικού Σχολείου "Σαν συνταγή μαγειρικής", που έχει τιμηθεί με το 1ο βραβείο  στον 7ο λογοτεχνικό διαγωνισμό του Μορφωτικού Συλλόγου Πετρούπολης,  φιλοξενεί σήμερα το ιστολόγιο... 

 Σαν συνταγή μαγειρικής (Της Κοραλίας Κ. )
     Και πάλι εκεί, στην κουζίνα της, στο μέρος που την ηρεμούσε τόσο... Έκλεισε τα μάτια της. Οι μυρωδιές του δυόσμου και του βασιλικού της έστελναν κύματα γαλήνης από τη θέση που ήταν τα γλαστράκια τους. Χαμογέλασε. Τουλάχιστον εκείνοι δεν την είχαν απογοητεύσει ποτέ. Όχι, είπε στον εαυτό της, δε θα μελαγχολούσε πάλι, επικεντρώθηκε στην κουζίνα.
    Πήρε το κρέας απ’ το ψυγείο, ένα κομμάτι ψαρονέφρι. Έκοψε ό,τι χαλούσε οπτικά το ενιαίο χρώμα του και το έβαλε κάτω από τη βρύση. Πέρασε τα ακροδάχτυλά της στην απαλή επιφάνειά του καθώς το νερό έτρεχε. Τα χέρια του θυμόταν ήταν απαλά στο χάδι, εκείνου, που θα περνούσανε μαζί την υπόλοιπη ζωή τους. Μακρινό όνειρο ήταν πια εκείνος, και τα απαλά χέρια του. Είχε ήδη σκουπίσει και τεμαχίσει το κρέας όταν έπεισε τον εαυτό της να σταματήσει να τον σκέφτεται.
   Αποφάσισε να παίξει εκείνο το παιχνίδι, θα τη βοηθούσε να ξεχαστεί. Άφησε το κρέας στην άκρη και έφερε κοντά της τα μπουκαλάκια με τα μπαχαρικά. Έκλεισε τα μάτια της και διάλεξε ένα τυχαία. Μοσχοκάρυδο λοιπόν, σκέφτηκε. Μυρίζοντάς το, η πολυδιαφημισμένη μπεσαμέλ της μαμάς της πέρασε σαν εικόνα στο μυαλό της. Το γύρισε στη θέση του γρήγορα και διάλεξε ένα άλλο. Κάρρυ, οι μακαρονάδες του αδελφού της, πάντα υπέροχες, ποτέ οι ίδιες.
   Το παιχνίδι δεν δούλευε όσο καλά ήλπιζε, οπότε τα παράτησε. Η μέρα της ήταν ιδιαίτερα συναισθηματική για να καταφέρει εκείνο το μούδιασμα που της χάριζε πάντα το μαγείρεμα. Καθησύχασε τον εαυτό της όσο μπορούσε και συνέχισε με το φαγητό. Τα ωραιότερα γεύματα, εξάλλου, τα είχε μαγειρέψει με άσχημη διάθεση.
     Το κρεμμύδι της φάνηκε μια καλή ευκαιρία να ξεδώσει. Καθαρίζοντάς το, άφησε τα δάκρυα να καθαρίσουν τα συναισθήματά της, σαν ποτάμια που παρασέρνουν στο πέρασμά τους μικρές πετρούλες. Συνέχισε να κλαίει και όταν καταπιάστηκε με τις πιπεριές.
    Δεν μπορούσε να το καταλάβει, γιατί πάντα η μαγειρική της φαινόταν πιο εύκολη από τις ανθρώπινες σχέσεις; Μπορούσε ακόμη, να βρει περισσότερα κοινά της ίδιας με τα μπαχαρικά της, παρά με τους ανθρώπους γύρω της. Σαν το κύμινο, που το θαύμαζε πάντα για τον τρόπο που προέτασσε τον εαυτό του, αναλαμβάνοντας ευθύνες για την επιτυχία ή την αποτυχία ενός πιάτου. Ή όπως του μπαχαριού, της ήρεμης δύναμης, που πάντα έδινε στο φαΐ κάτι το ιδιαίτερο, κάτι το οποίο κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει ακριβώς.
   Πλέον το κρεμμύδι και οι πιπεριές ήταν κομμένα σε λωρίδες στα πιατάκια τους. Αναρωτήθηκε τι να χρησιμοποιήσει για να συνοδεύσει το φαγητό. Η μάρκα του κρασιού πέρασε απ’ το μυαλό της φαυγαλέα. Η κατηγορία του ήταν κόκκινο γλυκό, αλλά η ίδια δεν το δέχτηκε ποτέ έτσι. Ήταν φρουτώδες, δυνατό, και στο τέλος άφηνε μία υποψία ξηρότητας που απογείωνε τις αισθήσεις.
   Η γεύση του της θύμησε εκείνον. Γεννούσε εικόνες που η ίδια δεν έζησε ποτέ. Εκείνος, δίπλα στη θάλασσα, φορώντας τζιν και λευκό πουκάμισο και κρατώντας ένα ποτήρι κόκκινο κρασί, το αγαπημένο του ποτό. Η ξηρότητα στη γεύση αντιπροσώπευε φυσικά το τέλος της σχέσης τους, ένα τέλειο φινάλε στην όμορφη εκείνη περίοδο. Ήλπιζε πως την ξηρότητα θα ακολουθούσε εκείνη η γαργαλιστική αίσθηση που σε κάνει να θες ακόμη μια γουλιά.
    Δύο χρόνια λοιπόν, σκέφτηκε... Δύο χρόνια από τότε που τσακώθηκε με τους γονείς της και έφυγε από το σπίτι της. Ήταν τότε που τους είχε πει πως θα παρατούσε τις σπουδές της για να ασχοληθεί επαγγελματικά με την μαγειρική. Η μητέρα της τής είχε πει πως δεν μπορούσε να το δεχθεί αυτό ως άνθρωπος και πως ήταν λάθος. Ο πατέρας της αντίθετα, αποφάσισε πως δεν αποτελούσε επιλογή για εκείνη. «Δικό μου το σπίτι, δικοί μου κανόνες.» ήταν τα λόγια του. Του απάντησε τότε πως θα έβρισκε το δικό της σπίτι, με τους δικούς της κανόνες, μάζεψε τα πράγματά της και έφυγε.
      Η παρηγοριά ήρθε πάλι από εκείνον. Την φιλοξένησε για μια εβδομάδα περίπου, μέχρι να νοικιάσει ένα μικρό διαμέρισμα σε μια διπλανή πόλη. Είχε σταθεί δίπλα της, παρά το μικρό χρονικό διάστημα, και την έκανε να ξεχάσει την κατάσταση με τους γονείς της. Και τότε, όταν σιγά σιγά έφτασε ο καιρός να φύγει, της είχε προτείνει να χωρίσουν, για να μπορέσει να προχωρήσει παρακάτω στη ζωή της. «Άλλωστε, τόσο μεγάλοι έρωτες σαν τον δικό μας αργά ή γρήγορα ξανασμίγουν» της είχε πει με ευχάριστη διάθεση.
    Τώρα, κοιτώντας το κρέας να παίρνει το χρυσοκάστανο χρώμα που έπρεπε, θυμόταν εκείνη ακριβώς την φράση του. Το λάτρευε αυτό σε εκείνον, τον τρόπο που μπορούσε να βρει πάντα κάτι θετικό να σχολιάσει, να δει παντού μια θετική πλευρά. Ίσως τελικά αυτό να ήταν το μόνο που της έλειπε τόσο πολύ από την παλιά της ζωή.
    Έβγαλε το κρέας από το τηγάνι και τσιγάρισε το κρεμμύδι και την πιπεριά. Τα έσβησε με κόκκινο κρασί και το άφησε να μελώσει μαζί τους. Η κρέμα γάλακτος σήμανε την έναρξη του τελευταίου σταδίου. Άφησε το βλέμμα της να χαθεί στο λευκό χρώμα της.
    «Στο γάμο μας θα φοράω άσπρο κουστούμι», της είχε πει κάποτε. Πάντα κάνανε όνειρα για το μέλλον, με την ημέρα του γάμου τους την αποκορύφωσή τους. Είχανε βρει μάλιστα διάφορες πιθανές λύσεις. Έναν παραδοσιακό γάμο στην εκκλησία του αγίου Σάββα, που είχε βαπτιστεί εκείνος, έναν ανοιχτό γάμο με θέμα τη βικτωριανή εποχή, ακόμα κι έναν κρυφό γάμο σε ένα ξωκλήσι κοντά στη θάλασσα. Εκεί μάλιστα, ταίριαζε και το λευκό κουστούμι του. Τόσα όνειρα χαμένα, όπως το κόκκινο χρώμα του κρασιού που πλέον είχε γίνει ένας συνδυασμός μπεζ με ροζ.
   Έμεναν μόνο τα μπαχαρικά και το δείπνο θα ήταν έτοιμο. Είχε βράσει από πριν το ρύζι, ήταν πιο βαρετή η διαδικασία και είχε φροντίσει να τελειώσει νωρίτερα. Μπούκοβο, μπαχάρι και λίγο κύμινο και το κρέας είχε βρει το τέλειο ταίρι του, καθώς εκείνη θυμόταν το δικό της. Έστρωσε το τραπέζι σαν να περίμενε μεγάλη παρέα, χωρίς ουσιαστικό λόγο, αφού πάλι θα έτρωγε μόνη της. Καθώς ετοιμαζόταν γι’ αυτό το «επίσημο» γεύμα της, το κουδούνι της πόρτας την έκανε να απορήσει.
    Μόλις άνοιξε την πόρτα, είδε τα σπασμένα όνειρά της να συναρμολογούνται σιγά σιγά. Ήταν εκείνος. Πριν προλάβει να αντιδράσει, την τράβηξε στην αγκαλιά του και την φίλησε. Απομακρύνθηκε λίγο, χωρίς να την αφήσει από τα χέρια του. «Λοιπόν, το τραπέζι σου χωράει ακόμα ένα άτομο;»

Δεν υπάρχουν σχόλια: