Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Τετάρτη, 18 Φεβρουαρίου 2015

Ρέκβιεμ για ένα μάθημα (Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία)- Αναλύσεις κειμένων από μαθητές του Μουσικού Σχολείου Ρόδου

    Η περσινή ήταν η τελευταία χρονιά κατά την οποία δόθηκε η ευκαιρία στους μαθητές της Β' Λυκείου να επιλέξουν το "άχρηστο" -κατά την παρελθούσα ηγεσία του Υπουργείου τουλάχιστον- μάθημα της "Νεότερης Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας"... Και μέχρι να ευοδωθεί η ελπίδα της ενδεχόμενης επαναφοράς του στο μέλλον, το αποχαιρετούμε με  δέκα- μείον- ένα  (της Γαβριέλας χάθηκε στην πληκτρολόγηση κι επιφυλάσσομαι για το μέλλον)  κείμενα των μαθητών της περσινής Β΄Λυκείου (και φετινής Γ΄) που παρακολούθησαν το μάθημα.
    Στα πλαίσια της πιο ελεύθερης - περισσότερο λογοτεχνικής και λιγότερο φιλολογικής- διδασκαλίας του μαθήματος που επιχειρήθηκε, δόθηκε η δυνατότητα στα παιδιά να διαλέξουν όποιο κείμενο θέλουν και να το ερμηνεύσουν ως αναγνώστες.
Ακολουθούν οι εργασίες των παιδιών. (Μετά τον Μότσαρτ..)

Κοραλία:  Σβήσε τα μάτια μου - Ράινερ Μαρία Ρίλκε
[Ανάλυση από τα μάτια μιας ρομαντικής]
      Αγάπη... Το ποίημα μιλάει για την απόλυτη, την ειλικρινή και έντονη αγάπη. Προσπαθώντας να βγάλω απ' το μυαλό μου την εικόνα που χαράχτηκε καθώς διάβαζα το ποίημα -εκείνον να γελά- και να διώξω τα δάκρυα που με έχουν κυριεύσει, καταλαβαίνω το νόημα του κειμένου στο έπακρο. Η αγάπη, που τίποτα δεν την νικά. Ακόμα και οι φυσικές δυσκολίες δε σταματούν την απόλυτη αγάπη. Γιατί ακόμα κι αν από μένα μείνει μόνο μια ιδέα, μια ανάμνηση πως κάποτε υπήρξα, ακόμα κι αυτό το απειροελάχιστο στίγμα του "εγώ" μου στον κόσμο θα ζει και θα υπάρχει για σένα καρδιά μου.
Θα ζήσουμε ποτέ μια τέτοια αγάπη, όμως; Θα καταλάβουμε ποτέ, άραγε, πως το σώμα μας, η ύπαρξή μας ολόκληρη ζει μόνο για να αγαπά; Θα αφήσουμε τον εαυτό μας να αγαπήσει, όπως είναι φτιαγμένος να το κάνει;
    Το ποιητικό μας υποκείμενο κατάφερε να αγαπήσει. Μπόρεσε να δει την αληθινή αγάπη- γι' αυτό και τώρα αυτή τον έχει κυριεύσει και δε θα παρατήσει τόσο εύκολα τη μάχη. Τώρα εκείνος είναι στη φυλακή που όλοι πρέπει να πάμε. Εκείνος είναι δέσμιος της ομορφιάς της.
   "Σβήσε τα μάτια μου· μπορώ να σε κοιτάζω": τι σημασία έχει αν θα σε βλέπω; Τα μάτια της ψυχής μου έχουν εκεί χαραγμένη τη μορφή σου. "Τα αφτιά μου σφράγισε τα· να σ' ακούω μπορώ": δεν τα χρειάζομαι τα αφτιά μου. Η φωνή σου παίζει συνέχεια στο μυαλό μου, το γέλιο σου ακούγεται στην καρδιά μου όποτε γελώ κι εγώ. "Χωρίς τα πόδια μου μπορώ να 'ρθω σε σένα": η ψυχή μου θα ταξιδεύει χιλιόμετρα για να σε βρει, θα 'ναι συνέχεια κοντά σου. "και δίχως στόμα θα μπορώ να σε παρακαλώ": τι κι αν δε μ' ακούς να το προφέρω; Το "σ' αγαπώ" μου θα είναι εκεί για σένα να το βλέπεις, να το ζεις. "Κόψε τα χέρια μου, θα σε σφιχταγκαλιάζω σα να ήταν χέρια, όμοια καλά με την καρδιά", όπως πρέπει με εκείνην που τα χέρια της είναι τα αισθήματα. "Σταμάτησέ μου την καρδιά και θα καρδιοχτυπώ με το κεφάλι": όπως και να το κάνω, γλυκέ μου, για σένα θα γίνεται πάλι. "Κι αν κάμεις το κεφάλι μου συντρίμμια, στάχτη, εγώ μέσα στο αίμα μου θα σε έχω πάλι": γιατί η παρουσία της αγάπης μας δε σβήνει, είναι ενέργεια, δεν πεθαίνει η αγάπη μου για σένα. Κι όταν ακόμα και το αίμα μου πάψει να κυλά, ο κόσμος θα ξέρει, το σύμπαν θα θυμάται πως κάποτε υπήρξε η αγάπη και δε θα την αφήσει να χαθεί.

Τζορτζίνα Η διαθήκη  - Γκύ Ντε Μωπασσάν
   Το διήγημα "Η διαθήκη" του Γκυ ντε Μωπασσάν αναφέρεται σε ένα ζευγάρι, τον κύριο και την κυρία Σερμπουά, του οποίου ο καλός φίλος, κύριος Βοντρέκ, απεβίωσε και στη διαθήκη του άφησε όλη του την περιουσία στην κ. Σερμπουά.
    Πριν αποκαλυφθεί η ύπαρξη της διαθήκης, το ζευγάρι φαίνεται δύσθυμο. Από τα πρώτα κιόλας λόγια του κ. Σερμπουά, αποκαλύπτεται πως δεν υπάρχει κάποια εμφανής λύπη για τον νεκρό φίλο του. Το θέμα που τον απασχολεί είναι η διαθήκη και το γεγονός ότι χωρίς τη διαθήκη δεν κληρονομούσε τίποτα.
     Όταν άνοιξε η διαθήκη και αποκαλύφθηκε πως η μοναδική κληρονόμος ήταν η κ. Σερμπουά, ο κ. Σερμπουά αναστατώθηκε και θύμωσε, όχι για την πιθανότητα η γυναίκα του να ήταν ερωμένη του κ. Βοντρέκ αλλά για το γεγονός ότι ο ίδιος δεν κληρονόμησε τίποτα. Κάλυψε όμως αυτή του τη δυσαρέσκεια λέγοντας πως το πρόβλημα είναι το τι θα πει ο κόσμος που ο κ. Βοντρέκ άφησε όλη την περιουσία του σε εκείνη. Η φιλαργυρία του αποκαλύπτεται ολοκληρωτικά τη στιγμή που η σύζυγός του προτείνει να μην αποδεχτούν την κληρονομιά και εκείνος βρίσκει μια λύση ώστε να τη δεχτούν και να μη χάσουν τα χρήματα αλλά και ο ίδιος να έχει ("να κληρονομήσει") τη μισή κληρονομιά.
   Από την άλλη μεριά, η κυρία Σερμπουά φαίνεται να μην ενδιαφέρεται καθόλου για τα χρήματα. Είναι πραγματικά θλιμμένη για τον θάνατο του κ. Βοντρέκ και δε συμμερίζεται την ανησυχία του συζύγου της. Δεν την απασχολεί αν εκείνος αποδεχτεί τελικά την κληρονομιά ούτε αν την αποκτήσει μισή-μισή με εκείνον. Τον αφήνει ελεύθερο να κάνει ό,τι θέλει με τη διαθήκη. Στα λόγια της κ. Σερμπουά φαίνεται μια απέραντη, ειλικρινής στοργή και αγάπη για τον κ. Βοντρέκ.
    Στο τέλος, ο συγγραφέας κορυφώνει την αντίθεση κλείνοντας το διήγημα με τον κ. Σερμπουά να αποχωρεί για τον συμβολαιογράφο με χαρούμενο ύφος και την κ. Σερμπουά να κλαίει, τονίζοντας έτσι τη διαφορά ενός ανθρώπου που δε νοιάστηκε πραγματικά για τον θάνατο του φίλου του αλλά για την περιουσία του και ενός ανθρώπου που δεν ενδιαφέρθηκε για τα χρήματα αλλά για τον φίλο του που πέθανε.
   Μέσα από την τελική, ξεκάθαρη αποκάλυψη των χαρακτήρων των δύο ηρώων και την αυθόρμητη σύγκριση αρχής-τέλους που προκαλείται στους αναγνώστες -το γεγονός, δηλαδή, ότι και οι δύο στην αρχή ήταν λυπημένοι αλλά στο τέλος η κ. Σερμπουά εξακολουθεί να είναι λυπημένη και μάλιστα να κλαίει ενώ ο κ. Σερμπουά είναι χαρούμενος- ο συγγραφέας μας δείχνει πως δεν είναι όλοι οι άνθρωποι αυτό που φαίνονται.

Ουρανία: Η τίμια γυναίκα - Γιάροσλάβ Χάσεκ
    Το διήγημα του Γιάροσλαβ Χάσεκ "Η τίμια γυναίκα" ξεκινά με ένα σύντομο σχόλιο, που εισάγει το  θέμα της απώλειας και της εύρεσης αντικειμένων. Το διήγημα αρχικά αναφέρεται σε μια γυναίκα που, έχοντας βρει τυχαία κάποια χρήματα, τα παραδίδει στην αστυνομία θέλοντας να αποκομίσει αυτά που δικαιούται με βάση τον νόμο. Η γυναίκα όμως όχι μόνο δεν πήρε αυτά που της αναλογούσαν από τα χρήματα αλλά της υπέβαλαν και πρόστιμο πέντε κορώνες επειδή... κορόιδεψε τις αρχές. Σε περίπτωση, όμως, που δεν είχε χρήματα, η ποινή θα μεταβαλλόταν σε σαράντα οκτώ ώρες κράτηση, όπως και έγινε. Δυστυχώς, οι αρχές, όπως μας εξηγεί το διήγημα, έχουν απορροφηθεί τόσο στην γραφειοκρατική τους αντίληψη που για τους ανθρώπους είναι περισσότερο απειλή παρά φορέας προστασίας. Η γυναίκα ορκίστηκε ότι δε θα παραδώσει ξανά τίποτα στις αρχές.
    Το κείμενο, όμως, διηγείται και μιαν άλλη ιστορία: μια γυναίκα, η οποία βρήκε ένα πορτοφόλι, πήγε να το παραδώσει στις αρχές. Το πορτοφόλι είχε μέσα ένα τσεκ με εφτά εκατομμύρια οκτακόσιες ενενήντα έξι χιλιάδες -όμως, τη γυναίκα αυτό την άφηνε παγερά αδιάφορη. Ήταν μια τίμια γυναίκα, παντρεμένη με παιδιά, φτωχή, που όμως δε ζητούσε τίποτα από αυτά που της αναλογούσαν. Το μόνο που ήθελε ήταν να γυρίσει πίσω στο σπίτι. Όμως, από την πίεση του αστυνομικού, η γυναίκα έδωσε τα στοιχεία της και την επόμενη μέρα όλες οι εφημερίδες έγραφαν για την τίμια πράξη της Άννας Μπούκλοβα. Κανένας, όμως, δεν εκτίμησε αυτήν της την πράξη: ούτε ο Γερμανός στον οποίο ανήκε το πορτοφόλι δεν ήθελε καν να μάθει το όνομά της ή να την ευχαριστήσει ούτε ο άντρας της, ο οποίος, όταν έμαθε από τις εφημερίδες το περιστατικό, τη χτύπησε τόσο άσχημα που η άτυχη γυναίκα μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο.
    Οι δύο τίμιες γυναίκες της ιστορίας, η καθεμία με διαφορετικό τέλος, δε θα παραδώσουν ποτέ ξανά στις αρχές χαμένο αντικείμενο. Οι αρχές που δε σέβονται ούτε εκτιμούν τη βοήθεια των ανθρώπων και οι άνθρωποι οι οποίοι ούτε κι εκείνοι εκτιμούν αλλά νοιάζονται μονάχα για τα χρήματα, όπως ο σύζυγος της Άννας, αποτρέπουν τους ανθρώπους να ενεργούν συνειδητά και τίμια και τους δημιουργούν φόβο. Σε αυτό αναφέρεται το διήγημα.

Ελένη: Ελένη - Αλμπέρ Σαμαίν
   Το σονέτο του Αλμπέρ Σαμαίν αναφέρεται στη μάχη της Τροίας, βασιζόμενο στην εκδοχή εκείνη που έδωσε ο Όμηρος στο έργο του, Ιλιάδα, η οποία υποστηρίζει ότι η Ελένη πραγματικά βρισκόταν στην Τροία. Στο σονέτο του, ο ποιητής μάς διηγείται μια αιματηρή μάχη, την οποία παρακολουθεί μεταξύ άλλων και η πανέμορφη Ελένη.
   Στο πρώτο τετράστιχο αναλύεται το σκηνικό και οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν την ώρα της μάχης (βραδιασμένη μέρα- έξω απ' τα τείχη). Επιπρόσθετα, δίνονται και οι κινήσεις που κάνει η Αργείτισσα, όπως τη χαρακτηρίζει ο ποιητής, Ελένη, χρησιμοποιώντας οπτικές εικόνες, όπως έκανε και στην ανάλυση της εικόνας της μάχης. Αρχικά, την τοποθετεί "έξω απ' τα τείχη και τα παλάτια", δηλαδή στο πεδίο της μάχης. Στη συνέχεια, αναφέρει πως η ίδια κινείται "προς το κόκκινο ποτάμι πέρα", που θα μπορούσαμε να υποθέσουμε πως ο Σαμαίν εννοεί τους πολεμιστές που μάχονται τη χρονική εκείνη στιγμή -που δε θα μπορούσε να είναι άλλοι από τον Πάρη και τον Μενέλαο.
  Στο δεύτερο τετράστιχο, δίνεται η αιωνιότητα και η ιστορική αθανασία εκείνου του πολέμου, παρουσιάζοντας και χαρακτηρίζοντας τα άλογα ως αθάνατα. Η χρήση αποσιωπητικών μετά τη φράση "τ' αθάνατα άτια" δίνει μια χρονική συνέχεια. Όπως και στο πρώτο τετράστιχο, στους δύο τελευταίους στίχους μας δίνεται η εικόνα της Ελένης, η οποία, μπροστά στη βιαιότητα που αντικρίζει, αποφασίζει να καλύψει με τα χέρια της τα μάτια της. Σε αυτούς τους δυο στίχους, ο ποιητής χρησιμοποιεί αντίθεση, αφού παρουσιάζει την Ελένη ως την αιτία αυτής της μάχης (του μακελειού διαβάτρα) αλλά εκείνη δε διέπραξε κανέναν φόνο με τα ίδια της τα χέρια και έτσι την αποκαλεί "λευκοχέρα".
  Οι δυο τελευταίες στροφές είναι τρίστιχες. Έτσι καταλαβαίνουμε ότι το σονέτο είναι ιταλικό, γραμμένο σε ιαμβικό ενδεκασύλλαβο (δύο τετράστιχες και δύο τρίστιχες στροφές) με ποικίλη ομοιοκαταληξία. Όσον αφορά το περιεχόμενό τους, το πρώτο τρίστιχο αναφέρεται στην αψεγάδιαστη ομορφιά της Ελένης, δίνοντας μιαν οπτική εικόνα (απ' τα κουφά τα πέπλα που ανεμίζει). Στους ίδιους στίχους προσωποποιείται το συναίσθημα της αγάπης που νοιώθει η Ελένη. Ο ποιητής αποδίδει την αγάπη σαν κάτι το οποίο μπορείς να μυρίσεις (οσφρητική εικόνα). Με αυτόν τον τρόπο μεταφέρει τους αναγνώστες του στη θέση της ηρωίδας του και τους βάζει να νοιώσουν αυτά που νοιώθει κι εκείνη.
   Τέλος, στο τελευταίο τρίστιχο δίνεται το αποτέλεσμα της μάχης: κάποιοι κέρδισαν ενώ κάποιοι χάνουν τη ζωή τους. Αυτοί που στο τέλος δεν τα κατάφεραν, σέρνοντας τα σώματά τους προς την Ελένη, αγγίζουν τα "χρυσά" μαλλιά της και παρηγορημένοι πλέον με το ότι η θυσία τους άξιζε, πεθαίνουν.

Μαρία:  Το μάθημα μουσικής - Κάθρην Μάνσφηλντ
   Η πρωταγωνίστρια, μις Μίντοους, επηρεασμένη από το γράμμα του αρραβωνιαστικού της, που ακυρώνει τον γάμο τους, πάει στο σχολείο όπου διδάσκει μουσική ενώ φοβάται για την κριτική που θα λάβει όταν τα νέα μαθευτούν. Ξεσπά πάνω στις μαθήτριές της και τις βάζει να τραγουδήσουν λυπητερά τραγούδια. Σαν χαρακτήρας, δεν παίρνει πρωτοβουλίες, επηρεάζεται πολύ από τα γεγονότα και τα δέχεται χωρίς να προσπαθεί να τα αλλάξει.
   Μετά την επιστολή του συντρόφου της που αναιρεί το προηγούμενο γράμμα και της λέει πως θα την παντρευτεί, η διάθεσή της αλλάζει. Αλλάζει πάλι το μάθημά της, βάζοντας τα κορίτσια να τραγουδήσουν χαρούμενα αυτή τη φορά. 
   Είναι άβουλη απέναντι στον σύντροφό της και εγωίστρια απέναντι στα κορίτσια της τάξης της.

    Το κείμενο η "Ιστορία μιας φώκιας", παρόλο που δε διαβάζω πολλές ιστορίες με ψυχοπονιάρικο νόημα και γενικά, για να είμαι ειλικρινής, δε διαβάζω πολύ, ήταν μια ιστορία που με ενέπνευσε να κάνω πολλά πράγματα. Αλλά για να μιλήσουμε λίγο πιο συγκεκριμένα, το κείμενο μιλάει για μια φώκια και για μια οικογένεια που είναι πάμπτωχη και στα πρόθυρα της πείνας. Έχουν μια φώκια η οποία παίρνει μερίδιο κάθε φορά από την ψαριά. Ο πατέρας δεν άντεξε βλέποντας τα παιδιά του να πεινάνε και έδιωξε την φώκια με τρόπο βίαιο. Μετανιωμένος, βέβαια, γύρισε σπίτι και άκουσε από έξω τα ουρλιαχτά του ζώου, το λυπήθηκε και το δέχτηκε πίσω. Από τότε, όλα πήγαιναν καλά.
    Το κείμενο, εκτός από διάφορα συναισθήματα που μου προκάλεσε, έχει και πολλά ηθικά διδάγματα. Αισθάνεσαι κυρίως λύπη και συμπόνοια για το ζώο αλλά παρόμοια συναισθήματα προκαλεί και η φτωχή οικογένεια που λιμοκτονεί. Η μετάνοια του ψαρά για το ότι έδιωξε τη φώκια βίαια αποδεικνύει την αθωότητά του και την καλή πρόθεσή του αν και βρισκόταν σε αδιέξοδο. Γενικώς, ένιωσα στο μεγαλύτερο μέρος του κειμένου λύπη και συμπόνοια για τα υποκείμενα.
   Το ηθικό δίδαγμα είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι για να επιβιώσει ο άνθρωπος από μια κατάσταση ή όταν φτάνει σε απόγνωση και ακραίες συνθήκες, ρίχνει ευθύνες σε ασήμαντα πράγματα ή μικρά μέρη, που ίσως μερικές φορές όντως να φταίνε. Γιατί το τι θα κάνουμε και σε ποιους θα σταθούμε είναι δική μας υπόθεση και τον χώρο της οικογένειάς μας πρέπει να τον έχουμε πάνω απ' όλα. Το αίσιο τέλος του κειμένου μας διδάσκει να έχουμε υπομονή και να υπομένουμε κάποια πράγματα γιατί μπορεί η τωρινή κατάστασή τους να αλλάξει και να μην είναι βάρος πλέον.

    Ο συγγραφέας διηγείται μια ιστορία για τη σχέση μιας οικογένειας ψαράδων και μιας φώκιας. Στην αρχή παρουσιάζει τη φώκια και έπειτα αφηγείται το πώς μια φώκια κατάφερε να ταράξει αλλά και να προσφέρει μέσα στην οικογένεια. Αρχικά ήταν γι' αυτούς ένας μπελάς που προκαλούσε προβλήματα και γι' αυτό την απομάκρυναν. Όμως, αργότερα εξαιτίας μιας επίθεσής τους κατά της φώκιας, ξύπνησε μέσα τους η ευαισθησία και η φιλοζωία και αποφάσισαν να μην τη διώξουν ποτέ ξανά. 
     Η ιστορία αυτή μας δείχνει ξεκάθαρα πως οι άνθρωποι πρέπει να συμβιώνουν αρμονικά με τα ζώα, αφού επιθυμούν ισότιμη ένταξη στην κοινωνία. Αυτό θα γίνει μόνο αν ο άνθρωπος θεωρήσει τον εαυτό του μέρος του φυσικού περιβάλλοντος και δείξει τον απαραίτητο σεβασμό -που θα ήθελε και αυτός- στα ζώα. Το κείμενο προβάλλει επίσης τη σκληρότητα και την αδυναμία του ανθρώπου, όπως και το αίσθημα ανισότητας μεταξύ ανθρώπου-ζώου που κατακλύζει τον άνθρωπο εξαιτίας της ανωτερότητας που αισθάνεται απέναντι στα ζώα. Μέσα από αυτήν την μικρή ιστορία καταλαβαίνουμε την έλλειψη αγάπης που υπάρχει στον άνθρωπο λόγω του εγωισμού του αλλά και την επιμονή και την αθωότητα του ζώου που τελικά νικάει τη φιλαυτία. 

    Το ποίημα "Ξελασπώστε το μέλλον" είναι ένα από τα έργα του Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι. Είναι ένα εξαιρετικό ποίημα που μας μιλάει για το μέλλον μέσα από τον κομμουνισμό και τον πόλεμο.
    Διαβάζοντας αυτό το ποίημα κατάλαβα πως ο ποιητής προσπαθεί να παροτρύνει τον αναγνώστη στην επανάσταση. Για παράδειγμα, όταν λέει ότι το μέλλον δεν θα έρθει από μόνο του αν δεν πάρουμε εμείς κάποια μέτρα. Στους παρακάτω στίχους αναφέρει πως για την υλοποίηση της επανάστασης πρέπει όλοι να προσπαθήσουμε όχι μόνο έξω από το σπίτι, δηλαδή στη δουλειά και στους πολέμους, αλλά και μέσα στο σπίτι, στην οικογένεια, στις σχέσεις και στην καθημερινότητα. 
   Συνοψίζοντας, ο Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι έγραψε ένα εξαιρετικό ποίημα που σκοπό έχει την επανάσταση που πρέπει να γίνει για ένα καλύτερο μέλλον. Πιστεύω πως η προσπάθειά του να προσεγγίσει τον αναγνώστη σε κάνει να καταλάβεις το νόημα και τη σοβαρότητα αυτού του ποιήματος. 

    Ο συγγραφέας μέσα από αυτό το κείμενο θέλει να μας μεταδώσει τον πόνο και τη θλίψη που πέρασε το μικρό σε ηλικία παιδάκι. Το πεντάχρονο παιδί απογοητεύεται από τους γονείς του, και κυρίως τη μητέρα του, που του είπαν ψέματα και δεν το προειδοποίησαν για αυτό που επρόκειτο να γίνει. Από την άλλη, ο γερο-γιατρός, όπως τον αναφέρει ο αφηγητής, δεν το βοήθησε να περάσει αυτή τη δύσκολη στιγμή όσο πιο ανώδυνα γινόταν. Ήταν και αυτός ένας από τους "ψεύτες" εκείνης της βραδιάς. Ο χειρουργός με απότομες, αιφνιδιαστικές, βάναυσες και επιθετικές κινήσεις τού έχωσε το κοφτερό εργαλείο στον λαιμό. Ο πόνος και ο τρόμος είναι τα συναισθήματα που κατέλαβαν το παιδί. 
   Η μητέρα μετανιωμένη προσπαθεί να αποκτήσει ξανά την εμπιστοσύνη του παιδιού της χωρίς όμως ανταπόκριση. Η ζωή του μικρού παιδιού αλλάζει ολοκληρωτικά. Η εμπιστοσύνη που είχε στους ανθρώπους και θα αποκτούσε στο μέλλον είχε "πλακωθεί" από τον φόβο και την ανασφάλεια που του προκάλεσε αυτό το βίαιο γεγονός. Ο σωματικός πόνος ήταν ελάχιστος μπροστά στον ψυχικό πόνο. Ένιωθε εξαπατημένος.
   Το μήνυμα αυτού του κειμένου είναι ότι είμαστε απροστάτευτα όντα και γινόμαστε καθημερινώς πειράματα-θύματα των ίδιων των ανθρώπων μας.

Αντί επιλόγου...

Δεν υπάρχουν σχόλια: