Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Μονόλογος ευαισθήτου- Εμμανουήλ Ροΐδης

Η σημερινή ανάρτηση βασίζεται σε πληροφορίες που άντλησαν οι μαθητές και μαθήτριες του Δ2 του Μουσικού Σχολείου Ρόδου Βαγγέλης Π., Δήμητρα, Μανώλης, Ελένη και Ηλίας για το σατιρικό χρονογράφημα του Εμμανουήλ Ροΐδη "Μονόλογος ευαισθήτου".
  
 Το χρονογράφημα σατιρίζει τις συνήθειες των Αθηναίων του 19ου αιώνα και έτσι ο αναγνώστης του, πέρα από την απόλαυση που νοιώθει ερχόμενος σε επαφή με την πρόζα του Ροΐδη, μπορεί να αντλήσει πολλές πληροφορίες για τις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής εκείνης  ως προς τα δυο φύλα.
Η ειρωνεία που είναι διάχυτη ξεκινάει ήδη από τον τίτλο ο οποίος μας προετοιμάζει για κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό το οποίο αντιμετωπίζουμε. Η ειρωνεία αυτή ενισχύεται από την επιλογή του Ροΐδη να δώσει το λόγο σε πρώτο πρόσωπο στον ήρωά του, ενισχύοντας παράλληλα και το κωμικό αποτέλεσμα. Γιατί στο χρονογράφημα αυτό πρωταγωνιστεί ένας άνδρας που θεωρεί τον εαυτό του ως τον πιο ευαίσθητο άνθρωπο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για έναν εντελώς αναίσθητο άνθρωπο και μάλιστα εξαιρετικά υποκριτή, καθώς προφανώς και το γνωρίζει ότι δεν είναι ευαίσθητος και όσα λέει είναι προφάσεις.  Παρατηρεί, ας πούμε,  ανθρώπους δυστυχισμένους δίπλα του και διατείνεται ότι συλλογίζεται την δυστυχία τους και το πόσο χειρότερη θα γίνει αν τους προσφέρει την βοήθειά του, καθώς θα τους φέρει σε δύσκολη θέση. Πιστεύει πως αν βοηθήσει έναν άνθρωπο με κάποια αναπηρία είτε κινητική είτε διανοητική ή ακόμα και μια αναπηρία που σχετίζεται με την όραση, την ακοή και την ομιλία,  τον καταδικάζει να ζει μία μίζερη και δύσκολη ζωή και τον ωθεί να συνεχίσει την ελεημοσύνη, ακόμα και αν έχει την δυνατότητα να δουλέψει, πράγμα  καταφανώς δύσκολο για κάποιον ανάπηρο. Ή παρομοιάζει με τον αστακό  την στενοχώρια άλλων ανθρώπων, ότι δηλαδή δεν μπορεί να χωνέψει την υποκρισία των ανθρώπων για την δύναμη που δείχνουν όταν βρίσκονται σε μία κηδεία. 
     Η  ειρωνεία του κειμένου σταδιακά αυξάνεται καθώς ο άνδρας αυτός αποφασίζει να παντρευτεί. Ενώ πιστεύει πως μπορεί να παντρευτεί μία όμορφη αλλά φτωχή κοπέλα, αποφασίζει να παντρευτεί μια άσχημη πλούσια όχι επειδή την αγαπάει αλλά επειδή γνωρίζει πως δεν θα τον παντρευτεί για τα λεφτά του, στην πραγματικότητα όλοι ξέρετε γιατί. Κι ενώ αυτή αρρωσταίνει,  την αφήνει μόνη στο σπίτι και βγαίνει έξω ισχυριζόμενος πως δεν μπορεί τάχα να την βλέπει σε αυτήν την κατάσταση γιατί λυπάται. Ούτε και αναγνωρίζει τις θυσίες και το ενδιαφέρον της καθώς της καταλογίζει πως, όταν  αρρωσταίνει  η γυναίκα του είναι δίπλα του και τον φροντίζει μερόνυχτα ολόκληρα.  Και την θεωρεί αναίσθητη και πως δεν έχει ούτε λίγη από την ευαισθησία του γιατί, αν είχε, δεν θα μπορούσε να τον βλέπει έτσι άρρωστο  και θα έφευγε όπως έκανε και αυτός  όταν εκείνη αρρωσταίνει.  

  Πέρα από πληροφορίες για την γενικότερη κοινωνική κατάσταση της εποχής και των ανισοτήτων της,  από το χρονογράφημα μπορούμε να αντλήσουμε πολλές πληροφορίες για τον διαφορετικό τρόπο και τον ξεχωριστό ρόλο που επιφύλασσε η κοινωνία στα δυο φύλα. 
    Στους άνδρες έδινε την δυνατότητα αφού γλεντήσουν τη ζωή τους, με γυναίκες ίσως τις οποίες θεωρούσαν και ανάξιες ακριβώς επειδή τους συναναστρέφονταν,να ψάξουν να βρουν σύντροφο με σκοπό να τους περιποιείται και να τους γηροκομήσει ουσιαστικά.   Μια γυναίκα δεν είχε τέτοια δυνατότητα προφανώς. 
      Επίσης, οι έχοντες χρήματα άνδρες σχετικά προχωρημένης ηλικίας είχαν την δυνατότητα να βρουν όμορφες και κατά πολύ νεαρότερες τους γυναίκες, ενώ προφανώς το αντίστροφο δεν υπήρχε ως πιθανότητα. 

    Ωστόσο, πολλές φορές τη γυναίκα την οποία θα παντρευόταν την καθόριζε ένας άλλος παράγοντας. Η δυνατότητα να δοθεί προίκα. Συνεπώς, η οικονομική ωφέλεια καθόριζε τις ανθρώπινες σχέσεις. Ο "ευαίσθητος" της ιστορίας μας, ας πούμε, προφανώς δεν θα έκανε ένα γάμο από έρωτα γιατί είναι πολύ ευαίσθητος για να κάνει κάτι τέτοιο. Μπροστά στο όφελος όμως που είναι να αποκομίσει δεν τον νοιάζει ούτε καν να του αρέσει ο άνθρωπος με τον οποίο θα μοιραστεί τη ζωή του, προφανώς διότι στοχεύει στο πορτοφόλι της.
Επίσης, το να συμπεριφέρεται κανείς στη γυναίκα του με τον σεβασμό που αρμόζει  στο σύντροφο της ζωή του ή έστω σε έναν συνάνθρωπο δεν θεωρούνταν καθόλου αυτονόητο. Ακόμα όμως κι όταν υπήρχε, μερικές φορές παρουσιαζόταν σαν χάρη ή κατόρθωμα. 
    Επίσης, στα πλαίσια του γάμου η σχέση είναι ανισόρροπη. Ο άνδρας μπορούσε να βγαίνει με τους φίλους του και να διασκεδάζει ή να πηγαίνει εκδρομές χωρίς να λογοδοτεί για το που ή με ποιους ήταν. Η γυναίκα όμως έπρεπε να είναι κλεισμένη στο σπίτι και κύριος σκοπός της ζωής της ήταν να το φροντίζει  και να καλύπτει τις ανάγκες του άντρα της, και μάλιστα χωρίς να ξοδεύει πολλά. Ο ρόλος της νοικοκυράς ήταν ο μόνος ρόλος που επιφύλασσε η κοινωνία για τις γυναίκες.  Το χειρότερο από όλα όμως ήταν ότι η προσφορά αυτή της γυναίκας,  που θεωρούνταν αυτονόητη και πάνω σ' αυτή βασίζονταν η ζωή μιας οικογένειας, δεν είχε σε καμία περίπτωση την αναγνώριση που της άξιζε, αν τυχόν είχε αναγνώριση καθόλου. 
Πρόκειται λοιπόν για μια παραδοσιακή, ανδροκρατούμενη  κοινωνία που αναπαράγει το πρότυπο του άνδρα- αφέντη και της υποταγμένης γυναίκας, της υποχρεωμένης με υπομονή και υπακοή να ακολουθεί τις επιθυμίες του άντρα της, όποιες κι αν είναι αυτές...
Κι επειδή οι εποχές και οι νόμοι μπορούν να αλλάξουν, οι νοοτροπίες όμως αλλάζουν λίγο δυσκολότερα δείτε και τη μέρα μιας Μαίρης καμία  εκατοστή και κάτι  χρόνια μετά... 

Δεν υπάρχουν σχόλια: