Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Κυριακή, 19 Ιανουαρίου 2014

"Ποιος καίγεται απόψε και μύρισε ο τόπος αγάπη (Γιάννη Αγγελάκα)"; "Ο καιόμενος" (Τάκη Σινόπουλου), ένα άνθρωπος "Όπως ο Κερέμ" (Ναζίμ Χικμέτ)

Σε ένα εναλλακτικό, τέλειο σύμπαν η φράση "ρίξε στο κορμί μου σπίρτο να πυρποληθώ" θα παρέπεμπε αποκλειστικά και μόνο στο παλιό τραγουδάκι της Κατερίνας Κούκα, πλην αυτό δεν είναι ένα τέτοιο σύμπαν.
   Το ποίημα του Τάκη Σινόπουλου "Ο Καιόμενος" αναφέρεται στην αυτοπυρπόληση, μια διαφορετική πράξη αυτοθυσίας από εκείνη των καμικάζι, περισσότερο εκκωφαντική και εκρηκτική όμως τελικά, γιατί ο δράστης, αναλίσκοντας ουσιαστικά τον ίδιο τον εαυτό του, λειτουργεί σαν μεγάφωνο που διαλαλεί και καθαγιάζει ταυτόχρονα την ιδέα χάριν της οποίας προβαίνει  στην πράξη αυτή.
  Το αυτοαναφορικό και προφητικό αυτό ποίημα γράφτηκε το 1957 και είναι χωρισμένο σε δυο στροφικές ενότητες.
  Στην πρώτη στροφική ενότητα διακρίνονται τρεις αφηγηματικές φωνές και η εναλλαγή μεταξύ τους γίνεται με κινηματογραφικό τρόπο, με αποτέλεσμα να παρουσιάζεται πανοραμικά και κάτω από διαφορετικές οπτικές γωνίες το γεγονός.
   Η πρώτη αφηγηματική φωνή είναι εκείνη του πλήθους, η λέξη καθόλου τυχαία επιλεγμένη. Ομογενοποιημένο και μαζικοποιημένο περιορίζεται, κυρίως σε β’ πρόσωπο, να αναγγέλλει το γεγονός ("«κοιτάξτε, μπήκε στη φωτιά» είπε ένας από το πλήθος") χωρίς να συμμετέχει, να συμβουλεύει ("ήταν αυτός που του μιλήσαμε") και να αποτρέπει ("ξένη φωτιά μην την ανακατεύεις"). Αισθάνεται έκπληξη και θαυμασμό για την πράξη του καιόμενου, αλλά κατά τα λοιπά είναι αδρανές.
Η δεύτερη αφηγηματική φωνή είναι εκείνη του καιόμενου και μας παρουσιάζεται  με την χρήση γ' προσώπου έμμεσα,  μέσω του πλήθους και της ποιητικής φωνής. Στρέφει το πρόσωπο στις νουθεσίες των άλλων από οργή, από αηδία, από αποφασιστικότητα. Φαίνεται να έχει αρνηθεί τους συμβιβασμούς που έχει κάνει το πλήθος. Θυμίζει λίγο τον "ηθικά ανδρείο" που αναφέρει ο Παπανούτσος στο δοκίμιο του "Η δύναμη της μάζας" που περιέχεται στο βιβλίο της "Έκφρασης- Έκθεση Γ΄Λυκείου".  Δοσμένος ολότελα στο σκοπό του, φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται τον φρικτό σωματικό πόνο που συνεπάγεται η πράξη του  και παρομοιάζεται με ήλιο κι ότι συμβολισμό εμπεριέχει αυτό, καθώς καίγεται μόνος του.  Και η επιτακτική του επανάληψη του "μόνος" (“Όμως εκείνος καίγονταν μονάχος. Καταμόναχος”)παρουσιάζει γλαφυρά την αντίθεση του με το πλήθος.
   Η τρίτη και κυριότερη αφηγηματική φωνή είναι εκείνη του ποιητικού υποκειμένου, μέσω της οποίας άλλωστε ερχόμαστε ως αναγνώστες σε επαφή με το συμβάν. Η οπτική του όμως δεν είναι παγιοποιημένη ή σταθερή, καθώς τραμπαλίζεται ανάμεσα στο δέος και τον σεβασμό που αισθάνεται για τον καιόμενο και στην απάθεια του πλήθους. Αρχικά, η ποιητική φωνή ταυτίζεται με το πλήθος και χρησιμοποιείται α' πληθυντικό πρόσωπο («γυρίσαμε», «μιλήσαμε» κ.τ.λ.). Στην συνέχεια όμως  αποστασιοποιείται εν μέρει από το πλήθος και αυτοπροσδιορίζεται τρόπο τινί.  Ως εκ τούτου χρησιμοποιείται το ά πρόσωπο.  Περιγράφει την πράξη του καιόμενου και τις αντιδράσεις του, σχολιάζει, εκφράζει τους φόβους και τους δισταγμούς του που απορρέουν από το ανελεύθερο κλίμα που πλακώνει την χώρα στην οποία βρίσκεται, καθίσταται κατά κάποιο τρόπο μετέωρος ανάμεσα σ΄ αυτό που θέλει και σ΄ αυτό που κάνει τελικά, να μένει δηλαδή αμέτοχος όπως το πλήθος, θυμίζοντας μας το σχόλιο του  εξίσου μετέωρου αφηγητή στο διήγημα του Γιώργου Ιωάννου "13-12-43"΅: "Έμεινα ξοπίσω και με πήρε το παράπονο. Δεν ήμουν γνωστός τους ή συγγενής τους για να με πάρουν μαζί τους, όπως θα ήθελα. Εγώ τα 'χω καταφέρει να χωρώ και να ταιριάζω μονάχα με κάτι τέτοιους σαν αυτούς του πούλμαν."
    Εάν είπα παραπάνω ότι το ποίημα είναι αυτοαναφορικό, είναι εξαιτίας της δεύτερης στροφικής ενότητας. Οι δυο πρώτοι στίχοι χρησιμοποιούνται για να αναφερθεί ένα γενικό και διαχρονικό συμπέρασμα  που προκύπτει αλλά και διαφωτίζεται εναργέστερα από αυτά που έχουν λεχθεί στην πρώτη στροφή και το οποίο εν πολλοίς ταυτίζεται με το συμπέρασμα του Παπανούτσου στο δοκίμιο που ανέφερα παραπάνώ:  Υπάρχει το πλήθος που, έχοντας μαζικοποιηθεί και χάσει την ατομική του υπόσταση, τείνει να μηρυκάζει, να μένει αμέτοχο, να κατευθύνεται, να  αγελοποιείται [sic] ή  ακόμα και να χειροκροτεί όσους χρίσει (ή χρίσουν γι αυτό) μεσσίες. Κι υπάρχει και ο ηθικά και πνευματικά  αντρειωμένος άνθρωπος εκείνος που  ξεχωρίζει και πέφτει στην φωτιά κυριολεκτικά, όπως στο ποίημα και σε αρκετές άλλες περιπτώσεις που θα αναφέρω παρακάτω,  ή μεταφορικά ως Σπάρτακος, Τσε Γκεβάρα, Παναγούλης, Ζαν Ντ' Αρκ, Καλλιρόη Παρρέν, Δημήτρης Χριστούλας, βάλε- και- συ- το- δικό σου... Στην τρίτο στίχο, εμπλουτίζοντας τον παραπάνω προβληματισμό, διατυπώνεται/ αναγράφεται/αναφέρεται.περιγράφεται/βάλε-και-συ-το-ρήμα-που-θέλεις ο αφ-ορισμός της έννοιας του ποιητή, εξ ου και η αυτοαναφορικότητα που έλεγα. Ποιητής είναι εκείνος που ακόμα κι αν δεν μετέχει, αντιλαμβάνεται. Από κει και πέρα δυο προσεγγίσεις μπορούν να υπάρξουν, όχι κατ' ανάγκη εντελώς αντικρουόμενες. Από την μια,  η απαισιόδοξη εκείνη που εκφράζεται  και από τον συνοδοιπόρο του Σινόπουλου όσον αφορά τις υπαρξιακές αγωνίες Γιώργο Σεφέρη, όταν με βουβή λύσσα τις νύχτες με φεγγάρι που δεν του αρέσουν αγωνίζεται να μιλήσει για ήρωες, αλλά και από ποιητές της άλλης όχθης της μεταπολεμικής ποίησης, της κοινωνικής, όπως ο Τίτος Πατρίκιος που διαπιστώνει πικρά  ότι "κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα". "Έστω", που θα 'λεγε και ο Μανόλης Αναγνωστάκης στο ποίημα "Επίλογος"  που "απαντάει" στον παραπάνω στίχο του Πατρικίου , για να περάσουμε και στην άλλη προσέγγιση. Μπορεί να είναι "δυο αχνοί προβολείς μες την ομίχλη" (Αναγνωστάκης, στο προαναφερθέν ποίημα), ο τρόπος που βρίσκει να ιστορήσει τους νεκρούς στον χρόνου που του  "χάρισαν" (Τίτος Πατρίκιος, “Οφειλή”) , αυτό που γράφεται "στην άλλη πλευρά αγγελτηρίων θανάτου" (Νίκος Εγγονόπουλος, "Ποίηση, 1948"), "ονόματα σαν προσευχές" (Μανόλης Αναγνωστάκης. "Στο παιδί μου"), για να περιοριστώ μόνο σε σχετικά μεταγενέστερους ποιητές. Άλλωστε, μπορεί ο Διονύσιος Σολωμός  να άκουγε από  μακριά, την Ζάκυνθο, να τις εκρήξεις από τις μάχες της πολιορκίας του Μεσολογγίου, αλλά, μέσα από την πένα του, έγιναν οι υπερασπιστές της μαρτυρικής πόλης  όχι απλά "ΕλεύθεροιΠολιορκημένοι" αλλά ΟΙ "Ελεύθεροι Πολιορκημένοι".
    Για να επιστρέψω στο ποίημα, κάπου εδώ να πω ότι το εύρημα του καιόμενου χρησιμοποιείται και σε άλλα   δυο ποιήματα. Το ένα είναι το ποίημα του Ναζίμ Χικμέτ "Όπως ο Κερέμ"  και είναι παρόμοιο στην δομή με το ποίημα του Σινόπουλου.  Και εδώ υπάρχουν τρεις αφηγηματικές φωνές: το πλήθος, το ποιητικό υποκείμενο και ο καιόμενος.
     Η στάση του πλήθους είναι και δω παρόμοια. Είναι η φωνή της λογικής ή του συμβιβασμού, όπως θέλετε πείτε το, που περιορίζεται να προειδοποιεί. Ο καιόμενος όμως, που εδώ έχει όνομα, τον λένε Κερέμ (και μάλλον αναφέρεται σε πρόσωπο της τουρκικής (παρα)μυθολογίας το οποίο πήρε φωτιά όταν έλυσε το μαγικό πουκάμισο της αγαπημένης του), έχει ήδη κάνει την πράξη του, η οποία όμως έχει λειτουργήσει στο πλήθος ως παράδειγμα υπερβολής, κι όχι ως σύμβολο αυτοθυσίας. Πράγμα λογικόφανές γιατί σε πρώτο επίπεδο η αυτοπυρπόληση του Κερέμ είναι πρωτίστως μεταφορική. Κάηκε από τον έρωτα του, βρέθηκε δηλαδή  εκεί που οι τεκτονικές πλάκες του σωματικού πάθους και του πνευματικού έρωτα συναντιούνται και γεννιέται το φλεγόμενο όρος που λέγεται αγάπη. Το οποίο ως εκ τούτου έχει αναχθεί σε ιδέα πλέον κι έχει ξεφύγει από τα όρια της ερωτικής έλξης και δη της συνηθισμένης ερωτικής έλξης. Έχει μετατραπεί σε έρωτα για ελευθερία, για επανάσταση, για ισότητα, για ότι εν τέλει αποχωρίζει τον άνθρωπο από την άλογη φύση του ( και συχνά -πυκνά γίνεται παράνομο...).
   Εκεί που υπάρχει πλήρης αντίθεση είναι στη στάση του ποιητικού υποκειμένου. Στο ποίημα του Χικμέτ το λυρικό εγώ δεν είναι αποστασιοποιημένο σε επίπεδο πράξης. Αντίθετα, ο "βαρύς αέρας" της ανελευθερίας είναι εκείνος που τον ωθεί να βγει στους δρόμους και να φωνάζει - και το β' ενικό πρόσωπο υποδηλώνει ότι δεν αναφέρεται συνολικά στο πλήθος, αλλά και σε καθ' ένα ξεχωριστά,  (άρα και στον αναγνώστη) -  προσπαθώντας να τους κινητοποιήσει ώστε να βγουν κι αυτοί έξω και να λιώσουν "το μολύβι", να απελευθερωθούν. Κι όταν κάποιος από το πλήθος του λέει να προσέχει μην πάρει φωτιά σαν τον Κερέμ ("Ήταν εκείνος που απέστρεψε το βλέμμα όταν του μιλήσαμε" δεν λέει ο Σινόπουλος;) το λυρικό εγώ αδιαφορεί για τους κινδύνους και δηλώνει  διατιθέμενο να καεί όπως ο Κερέμ, γιατί η προσωπική συμμετοχή και αυτοθυσία  του καθενός ξεχωριστά και όλων μαζί είναι ο μόνος δρόμος το φως: "Αν δεν καώ εγώ αν δεν καείς εσύ  αν δεν καούμε εμείς πως θε να γίνουν τα σκοτάδια λάμψη; ". 'Η αλλιώς: "γιανα γυρίσει ο Ήλιος θέλει δουλειά πολύ", που έγραφε και ο Ελύτης.
  Τα πράγματα στο ποίημα του Γιάννη Αγγελάκα (δεν πιστεύω να αμφιβάλλει κανείς ότι  είναι ποιητής;) "Ποιος καίγεται απόψε" είναι περισσότερο ασαφή και  υπαινικτικά. Η ποιητική φωνή στην πρώτη στροφή βρίσκεται απομονωμένη και αποπροσανατολισμένη σε έναν κόσμο βαθύ και σκοτεινό, σαν πηγάδι. Στην δεύτερη στροφή όμως φαίνεται να αντιλαμβάνεται την γλυκύτητα που έχει η νύχτα, σαν φάρμακο και χάδι. Κι αισθάνεται την μυρουδιά  της στάχτης που του φέρνει ο αέρας. Οποτε αναρωτιέται: Ποιος καίγεται απόψε και μύρισε  η πόλη αγάπη;  Αλλά δεν θα προσπαθήσω να το ερμηνεύσω· δικό σας·  κατά τον  δαίμονα εαυτού...)
   Είπα προφητικό το ποίημα του Σινόπουλου πιο πάνω, για να τελειώνουμε σιγά-σιγά, διότι το έγραψε το 1957 εμπνεόμενος από το ψυχροπολεμικό κλίμα του κόσμου και την μετεμφυλιακή κατάσταση στην Ελλάδα, χωρίς να αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο περιστατικό. Ως τότε βέβαια υπήρχαν περιπτώσεις ανθρώπων που είχαν δώσει τη ζωή τους καιόμενοι,  αλλά το είχαν κάνει  για να μην πιαστούν ζωντανοί από τους εχθρούς τους ή επειδή οι εχθροί τους έκαψαν γιατί δεν παραδίδονταν. Τέτοιες περιπτώσεις, για να περιοριστώ στην ελληνική Ιστορία  ήταν εκείνες στο Κούγκι, στο Μελιδόνι ή στην Μονή Σέκου, κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, στο Αρκάδι, κατά τη διάρκεια της μεγάλης  Κρητικής Επανάστασης, και, σχεδόν ταυτόχρονα με το ποίημα, του Γρηγόρη Αυξεντίου.
   Ωστόσο, από την δεκαετία όμως του 1960 και μετά, εμφανίστηκαν πολλές περιπτώσεις ανθρώπων που αυτοπυρπολήθηκαν ως ένδειξη διαμαρτυρίας.  Την αρχή έκαναν βουδιστές μοναχοί διαμαρτυρόμενοι για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τον βουδισμό η κυβέρνηση του Νοτίου Βιετνάμ και κατόρθωσαν να κοινοποιήσουν διεθνώς το πρόβλημα και απογυμνώσουν ηθικά τον πόλεμο. Προεξάρχουσα περίπτωση μεταξύ της μεγάλης σειράς αυτοπυρπολήσεων ήταν εκείνη του Thich Quang Duc η οποία προξένησε μεγάλη εντύπωση καθώς ο μοναχός καθ' όλη τη διάρκεια της αυτοπυρπόλησης έμεινε ακίνητος.
Ο Τσέχος φοιτητής Γιαν Πάλατς, αυτοπυρπολήθηκε το 1969 ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την επέμβαση των σοβιετικών στρατευμάτων στην Πράγα ένα χρόνο νωρίτερα και κατάφερε έτσι να διατηρήσει ζωντανή κι αμόλυντη την ιδέα ενός σοσιαλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο, ενάντια στην στρατοκρατική , σοβιετικού τύπου παρέκκλισή του. Το παράδειγμα του Πάλατς ακολούθησαν τουλάχιστον 7 Τσέχοι και Σλοβάκοι φοιτητές, η αυτοθυσία τους όμως δεν έγινε γνωστή εξαιτίας του φιλοσοβιετικού καθεστώτος.
 Το 1970 αυτοπυρπολήθηκε στη Γένοβα ο έλληνας φοιτητής Κώστας Γεωργάκης ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την ελληνική δικτατορία και προκειμένου να διασφαλίσει με την πράξη του ότι δεν θα κινδύνευε η οικογένεια του στην Ελλάδα, μετά την αποκάλυψη της αντιδικτατορικής του δράσης.
Χαρακτηριστικά είναι όσα λέει στο σημείωμα που άφησε στον πατέρα του: "Συγχώρεσε με γι' αυτό που έκανα και μην κλάψεις. Ο γιος σου δεν είναι ήρωας. Είναι άνθρωπος, όπως όλοι οι άλλοι, ίσως λίγο πιο φοβισμένος (...) Δεν θέλω να μπείτε σε κίνδυνο από τις πράξεις μου, αλλά δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά, παρά να σκέφτομαι και να ενεργώ σαν ελεύθερο άτομο". Η πράξη του Γεωργάκη έδωσε μεγάλη ώθηση στον αντιδικτατορικό αγώνα (στο εξωτερικό, γιατί στην Ελλάδα αποσιωπήθηκε από την χουντική λογοκρισία)και αποτέλεσε διεθνώς μεγάλο πλήγμα για τους δικτάτορες. Ο Νικηφόρος Βρεττάκος του έγραψε ένα ποίημα: 
                                                         
Νικηφόρος Βρεττάκος, «Η θέα του κόσμου»
(Στον φοιτητή που αυτοπυρπολήθηκε στη Γένοβα το 1970)
Ντύθηκες γαμπρός
φωταγωγήθηκες σαν έθνος.
Έγινες ένα θέαμα ψυχής
ξεδιπλωμένης στον ορίζοντα.
Είσαι η φωτεινή
περίληψη του δράματος μας,
τα χέρια μας προς την Ανατολή
και τα χέρια μας προς τη Δύση.
Είσαι στην ίδια λαμπάδα τη μια
τ’ αναστάσιμο φως
κι ο επιτάφιος θρήνος μας.
συλλογή: “η θέα του κόσμου”

επίσης,   είναι ένας από τους τρεις- ο Παναγούλης και ο Τσε είναι οι άλλοι δύο-  για τους οποίους εικάζεται ότι έγραψε ο Σαββόπουλος το τραγούδι "Ωδή στο Γεώργιο Καραισκάκη".
   Ο Γεωργάκης δεν ήταν η μοναδική ελληνική περίπτωση αυτοπυρπόλησης! Την δεκαετία του '80 αυτοπυρπολήθηκε ένας αγρότης στη Θεσσαλία {Στην Πιερία. Πρόκειται για τον Β. Χαρισόπουλο} σε συγκέντρωσή διαμαρτυρίας των αγροτών. Μολονότι, το συμβάν απασχόλησε επί μακρόν τον Τύπο τότε, ξεχάστηκε -πώς το είχε πει ο ποιητής: "Τον συνηθίσατε, δεν αντιπροσωπεύει τίποτα, σαν όλα τα πράγματα που έχετε συνηθίσει"- και το μόνο που έμεινε είναι ένας στίχος του Ορφέα Περίδη να τον θυμίζει: "Αυτοπυρπολημένος άγιος στην Θεσσαλία".
 
  Υπήρξαν  πολλές ακόμα περιπτώσεις  "καιόμενων" τα κατοπινά χρόνια: Ως ένδειξη διαμαρτυρίας, όπως εκείνες των Θιβετιανών μοναχών εναντίον της κινεζικής κατοχής στο Θιβέτ ή Βιρμανών ενάντια στο εκεί δικτατορικό καθεστώς. Και ως υπέρτατη έκφραση απελπισίας και διαμαρτυριας ταυτόχρονα στις χώρες τις Δύσης, μηδέ της Ελλάδας εξαιρουμένης, μια αναζήτηση στο google θα  δείξει. Καμιά όμως περίπτωση πλέον δεν τυγχάνει πλατιάς δημοσιοποίησης. Λόγω της λογοκρισίας στις στρατοκρατικές χώρες και λόγω της εξυπηρέτησης αλλότριων συμφερόντων από τα Μ.Μ.Ε. της "πολιτισμένης" Δύσης...
   Από την άλλη βέβαια, δεν νομίζω ότι η διασημότητα υπήρξε το κίνητρο σε οποιαδήποτε από αυτές τις περιπτώσεις αυτοπυρπόλησης και, σε τελική ανάλυση, η δικαίωση της μερικής αποστασιοποίησης και σκεπτικισμού απέναντι στην ακραία - ομολογουμένως- πράξη της αυτοπυρπόλησης που εκφράζει ο Σινόπουλος δεν αναιρεί σε καμιά περίπτωση την ηρωική αισιοδοξία του Ναζίμ Χικμέτ... 
Πρόκειται άλλωστε για μια πράξη αγάπης, που έλεγε κι ο Αγγελάκας...

Δεν υπάρχουν σχόλια: