Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Παρασκευή, 22 Νοεμβρίου 2013

Τσάι Γιασεμιού - Μαριανίνα Κριεζή

   Από μικρός ο γράφων είχε μια ιδιαίτερη σχέση με την μουσική (έχει φάει κόλλημα, ούτως ειπείν)και μεγαλώνοντας – ω του θαύματος! – κατάφερε κάποια στιγμή, μαζί με τους Sex Pistols, τον Cohen  και τους Placebo  (παραδειγματικά και ουχί περιοριστικά), να βρει χώρο και για τον Μάρκο, τα ριζίτικα και τον Θανάση Παπακωνσταντίνου (ομοίως ως παραπάνω).  
     Ως εκ τούτου συχνά πυκνά χρησιμοποιώ ( για να αφήσω το γ’ πρόσωπο αναφερόμενος στον εαυτό μου, εφόσον ούτε τάσεις μεγαλομανίας έχω, ούτε σχιζοφρένεια- και σ' αυτό συμφωνούμε και οι δύο, χοχο! ) στην τάξη τραγούδια ως υποστηρικτικό υλικό της διδασκαλίας μου. Η μετάθεση σε Μουσικό Σχολείο ήρθε κι έδεσε το πράγμα. Στα πλαίσια λοιπόν της θεματικής ενότητας «Τα φύλα στην λογοτεχνία», θα ασχοληθούμε και με κάποια σύγχρονα τραγούδια…
  Κάτσε, ρε φίλε, θα μπορούσε να μου πει κάποιος. Είσαι εκτός θέματος, το θέμα είναι « Τα φύλα στη λογοτεχνία»., όχι στη στιχουργία. Ναι. Αυτό είναι η μοναδική μου διαφωνία με τον αγαπημένο Άλκη Αλκαίο, ο οποίος θεωρούσε εαυτόν στιχουργό, μόνο και μόνο γιατί σκοπός των στίχων του ήταν να γίνουν τραγούδια. Ο Αλκαίος ο ίδιος, ο Τριπολίτης κι ο Ελευθερίου είναι μερικά μόνο από τα αδιάσειστα επιχειρήματα μου περί της λογοτεχνικότητας της στιχουργίας (δυνάμει, τουλάχιστον). Και μην ξεχνάτε πώς ο  Μπομπ Ντύλαν έχει κατά συρροή προταθεί για Νόμπελ Λογοτεχνίας ( Γράφω το 2013, τρία χρόνια πριν τη βράβευσή του, το 2016! Πείτε μου ότι δεν έχω κληρονομικό χάρισμα, ο... προφήτης!!! 😜) για τους στίχους των τραγουδιών του. (Παρεμπιπτόντως, για τον Αλκαίο αργήσαμε, αλλά ο Ελευθερίου και ο Τριπολίτης είναι ακόμα ζωντανοί.  Μήπως να κινητοποιηθεί κάποιος και να τους προτείνει? Λέω εγώ, τώρα…)
Σε αυτά τα πλαίσια και υπό το πρίσμα της προβληματικής της εν λόγω θεματικής ενότητας, θα σχολιάσω σ’ αυτήν την ανάρτηση τους στίχους του τραγουδιού «Τσάι Γιασεμιού» της Μαριανίνας Κριεζή,  της Πολυδούρη- για την δύναμη και την ευαισθησία των στίχων της-  των Ελλήνων στιχουργών, αρκετούς  στίχους της οποίας έχω προτείνει  ως  ενδεχόμενη επιλογή στους μαθητές μου. 
 
Πάντως, δεν πρόκειται να είμαι καθόλου ευγενικός με την ηρωίδα της.Θα ήταν πολύ εύκολο...
  Το τραγούδι συμπεριλήφθηκε στον ομώνυμο δίσκο της Αρλέτας, που κυκλοφόρησε το  1987 σε  μουσική του Λάκη Παπαδόπουλου («Λάκης με τα ψηλά ρεβέρ» μας συστηνόταν τότε). Το σύνολο των στίχων του δίσκου είναι γραμμένο από την Μαριανίνα Κριεζή. Πρόκειται για ένα τραγούδι χωρισμού, ερωτικής ματαίωσης καλύτερα ή πληγωμένου εγωισμού.  Σε πρώτο πρόσωπο- και άρα από τη δική της οπτική γωνία, η ποιητική φωνή, μια ευαίσθητη, φινετσάτη, καλλιεργημένη γυναίκα, απευθύνεται στο ερωτικό αντικείμενο του πόθου της, ένα άντρα λιγότερο ευαίσθητο και καλλιεργημένο, κι εκφράζει τα παράπονά της.  Η μίξη του α’ προσώπου,  με  την αμεσότητα και  γνησιότητα του αισθήματος που συνεπάγεται,  και του β’ προσώπου, με την επακόλουθη δραματικότητα και παραστατικότητα που προσδίδει  η αίσθηση του μονολόγου που μετατρέπεται σε διάλογο συγκεκαλυμμένα,  οδηγεί το κείμενο σε συναισθηματική κλιμάκωση που φτάνει στην κορύφωση σε κάθε ρεφραίν του τραγουδιού.
  Κάθε κουπλέ είναι δομημένο πάνω σε μια αντίθεση που τονίζει την ματαίωση που αισθάνεται η γυναίκα. Στην πρώτη στροφή, παρουσιάζεται να προσπαθεί να φροντίσει τον σύντροφό της με εκλεκτές κι εκλεκτικές γαστριμαργικές απολαύσεις. Με τσάι γιασεμιού και με στρείδια, τα οποία χρειάζεται να προσπαθήσει πολύ μέχρι να τα βρει (πού είναι αυτό το Ασπρονήσι, ρε παιδιά; Πάντα είχα την απορία). Αντ’ αυτών όμως, ο σύντροφός της προτιμάει τα χειρότερης ποιότητας, και ως προς τα υλικά και ως προς την κατασκευή, εδέσματα με τα οποία τον είχαν (ποιοι;) συνηθίσει . Στη δεύτερη στροφή, την ματαίωση της την προκαλεί το γεγονός ότι, ενώ εκείνη προσπαθούσε πάντα να τον φροντίζει και να στολίζει το σπίτι όπου ζούσαν μη αμελώντας ποτέ ούτε καν να βάζει λουλούδια στο βάζο, εκείνος παραβλέπει τις προσπάθειες της  αυτές και εστιάζει μόνο σε  ο,τι  της έχει ξεφύγει, κάνοντας την να αισθάνεται ανεπαρκή. Στην τρίτη στροφή τέλος, η ματαίωση  προκαλείται από το γεγονός ότι εκείνη είναι διατεθειμένη, παρόλα αυτά, να παλέψει μέχρι το τέλος για την διάσωση της σχέση της, ενώ ο σύντροφος της χάνει αυτή την  τελευταία ευκαιρία, και μάλιστα για κάτι ευτελές και επουσιώδες, όπως την παρακολούθηση ενός αγώνα ποδοσφαίρου.
   Στην επωδό (ρεφραίν ελληνιστί  :P)  η ηρωίδα,  απογοητευμένη, παρουσιάζει την πραγματοποιούμενη ήδη πρόθεσή της να εγκαταλείψει το σπίτι τους και να πάει στην μάνα της, στο κοριτσίστικο, εφηβικό της δωμάτιο, όπου μέσα στην ασφάλεια των γαλάζιων σεντονιών της, θα μπορεί άφοβα να ονειρευτεί ξανά τον ιδανικό άντρα, το ξανθό της πρίγκιπα, ο οποίος, παρεμπιπτόντως θα μυρίζει και  θα φιλάει, όπως ο σύντροφος της που μόλις εγκατάλειψε. Τουτέστιν, αφήνει και ένα παραθυράκι ανοιχτό για την  συνέχιση της σχέσης…
  Αναμφίβολα έχουμε να κάνουμε με μια ετεροβαρή σχέση, η ροπή της οποία φαίνεται να είναι πάντα εις βάρος της γυναίκας-ηρωίδας, η  οποία παρουσιάζεται δέσμια ορισμένων κοινωνικών συμβάσεων. Και στο σημείο αυτό θα σταματήσω να είναι Κακός Λύκος και θα γίνω Πολύ, Πολύ Κακός Λύκος.  Γιατί,  η γυναίκα στο συγκεκριμένο τραγούδι είναι παράλληλα και θύτης, κι αυτό και ενεργητικά και παθητικά.  Και μάλιστα θύτης και απέναντι στον εαυτό της, και απέναντι στο σύντροφό της.
    Είναι θύτης απέναντι στον εαυτό της γιατι αφήνεται παθητικά να αναπαράγει κάποια  στερεότυπα της κοινωνίας για τις γυναίκες. Για την ακρίβεια ταυτίζεται μ’ αυτά.  Υιοθετεί το ρόλο της ευαίσθητης, (συγγνώμη, αλλά δεν είναι όλες οι γυναίκες τόσο ευαίσθητες) αραχνοΰφαντης ύπαρξης, της οποίας η πορεία της σχέση της είναι το κύριο μέλημά της (η απιστία χρειάζεται δύο) και η οποία στο σπίτι της είναι δούλα και κυρά κι αναλαμβάνει, αδιαμαρτύρητα, εφόσον το θεωρεί καθήκον της, το σύνολο των δουλειών του σπιτιού (και δεν είμαστε στον 19ο αιώνα, ούτε προκαλεί πλέον θυμηδία ή γίνεται αιτία  αστεϊσμών εις βάρος του  η ιδέα ενός άντρα που πλένει τα πιάτα).   
     Παράλληλα, αποτελεί την ενσάρκωση του φαλλοκρατικού εκείνου «θα σε στείλω στην μάνα σου». Δεν χρειάζεται καν να της το πει ο φαλλοκράτης,  όπως μας το περιγράφει τουλάχιστον, άντρας της. Μπαίνει μόνη της αυτόματα σ’ αυτήν τη διαδικασία.  Και δεν χρειάζεται φαντάζομαι να τονίσω την προσωπική της ευθύνη και στην επιλογή του ερωτικού της συντρόφου αλλά και στην διαμόρφωση των ισορροπιών μέσα στη σχέση της. Κι επίσης την αμέλεια της να συνυπολογίσει την εξής βασική αρχή της ψυχολογίας: Οι άνθρωποι τείνουν να αδιαφορούν για αυτό που θεωρούν δεδομένο. Με άλλα λόγια, προσπαθεί πολυυυυυυυύ… Κι όπως φαίνεται, δεν μαθαίνει από τα λάθη της, εφόσον «ο ξανθός πρίγκιπας» τον οποίο ονειρεύεται είναι ο ίδιος τον οποίο προ  ολίγου εγκατέλειψε· ή ο επόμενος, που - κοίτα να δεις- εμφανίζει τα ίδια χαρακτηριστικά…
  Τέλος, η γυναίκα αυτή είναι καθηλωμένη στο προεφηβικό, προ-ρομαντικό στάδιο των παραμυθιακού τύπου ερώτων. Αποτελεί θα έλεγα έγκριτο και τυπικό μέλος της κατηγορίας γυναίκας μ’ -ένα-Αρλεκιν-ξεχνιέμαι. Ονειρεύεται παθητικά το βασιλόπουλο του παραμυθιού, λησμονώντας ότι δεν ζει σε ένα παραμύθι.  Πρόκειται δηλαδή  για την μέση θεατή , για παράδειγμα, της  «ρομαντικής» κομεντί« The wedding planner».
 Λίγο λόγω της τάσης να ταυτίζεται ο θεατής με τον κινηματογραφικό ήρωα, λίγο γιατί τον βασικό χαρακτήρα της ταινίας υποδύεται η λαμπερή σταρ Τζένιφερ Λόπεζ και την αντίζηλο της μια άγνωστη σχετικά, λίγο γιατί γνωρίζει ότι «νομοτελειακά» εκείνη θα κερδίσει την καρδιά του άντρα που ερωτεύτηκε, το γυναικείο κοινό στο οποίο απευθύνονται οι ταινίες αυτού του είδους θα υποστηρίξει αναφανδόν  την διοργανώτρια γάμων της Τζένιφερ Λόπεζ που ερωτεύεται τον γαμπρό του γάμου τον οποίο διοργανώνει και στο τέλος τον κερδίζει. Φαντάζομαι, καμιά όμως  καμιά από τις «ρομαντικές» αυτές ψυχές δεν σκέφτεται την θέση της άλλης γυναίκας που της έκλεψε τον άντρα η διοργανώτρια του γάμου της (έστω κι αν είχε και η ίδια δεύτερες σκέψεις)  και φαντάζομαι, καμιά δεν θα ήθελε να είναι στην θέση της. Ίσως γιατί στην πραγματικότητα το ρεαλιστικό σενάριο είναι να βρεθεί πιθανότερα σ’ αυτή την θέση, του ηττημένου, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς… Ακόμα κι έτσι όμως, το μισό της ευθύνης είναι δικό της.
  Ενδέχεται να μην το κάνει συνειδητά, ωστόσο και ενεργητικά γίνεται θύτης η συγκεκριμένη γυναίκα, αν και βελούδινα. Αρχικά, υφέρπει ένας λανθάνων  αρνητικός, αξιολογικός χαρακτηρισμός για τον σύντροφό της.   Παρατηρούμε την απαξίωση με την οποία αναφέρεται στο παρελθόν του ερωτικού της συντρόφου και στις συνήθειες  τις οποίες του  κληροδότησε αυτό, τις οποίες προφανώς θεωρεί κατωτέρου επιπέδου. Η απουσία και η αοριστία του υποκειμένου στη φράση «σε είχαν συνηθίσει» εντείνει και επεκτείνει την πρόθεση αυτή. « Η μάνα σου, η οικογένειά σου, οι πρώην σου, η κοινωνική σου τάξη κ.ο.κ..». Άρα η ματαίωση που αισθάνεται δεν είναι που δεν αναγνωρίζεται η φροντίδα που παρέχει, αλλά που δεν κάθεται εκείνος να τον "εκπολιτίσει" Παρακάτω, πέρα από το ευτελές με το οποίο περιβάλλει το ποδόσφαιρο, την αγαπημένη ασχολία του συντρόφου της δηλαδή, (τον οποίο η ίδια διάλεξε ξανασημειώνω)  φαίνεται  σκοπίμως να τον βάζει σε ένα δίλημμα, στο οποίο, όπως κι αν αντιδράσει εκείνος, θα είναι η ίδια κερδισμένη. Εννοώ ότι θα περίμενε κανείς πως θα ήταν πιο  σώφρων και θα διάλεγε μια άλλη στιγμή που ενδεχομένως θα είχε προσφορότερα αποτελέσματα, γνωρίζοντας  τις συνήθειες του αγαπημένου της, για κάτι τόσο σοβαρό όσο μια τελευταία ευκαιρία.  Φαίνεται όμως ότι επιλέγει προσεκτικά την στιγμή. Αν επιλέξει εκείνος να αδράξει την τελευταία ευκαιρία, θα είναι κερδισμένη, διότι αυτό, συν τοις άλλοις, θα σημαίνει ότι  τον έχει φέρει στα μέτρα της. Αν  επιλέξει την μπάλα αντί για την ευκαιρία, πάλι είναι κερδισμένη, καθώς αποκτά μια δικαιολογία  να παραπονιέται, άρα αποκτά ένα είδος συναισθηματικού και ψυχολογικού πλεονεκτήματος, αυτό του αδικούμενου.
     Φαίνεται λοιπόν, ότι ηρωίδα είναι μια από κείνες τις γυναίκες  που έχουν το συνήθειο να έλκονται από άντρες οι οποίοι  διακρίνονται από απόθεμα αρρενωπότητας και έλλειμμα πνευματικότητας ή έχουν επιλέξει έναν τρόπο ζωής ή εμφάνισης  που παρεκκλίνει από αυτό που θεωρεί ως μέσο όρο η κοινωνία. Και στην συνέχεια αποπειρώνται να αλλάξουν (κρίμα που είμαστε εκπαιδευτικό ιστολόγιο και δεν μπορώ να βάλω το τραγουδάκι του Πανούση που ταιριάζει γάντι),  να «εκπολιτίσουν» ή να «εξημερώσουν», τον άνθρωπο που οι ίδιες ερωτεύτηκαν και τις γοήτευσε με αυτά ακριβώς τα στοιχεία του, ώστε να τον κάνουν να ταιριάζει με το πρότυπο του άντρα που αυτές έχουν στο νου τους κι έχουν πλάσει με την φαντασία τους. Ο «ξανθός πρίγκιπας που τον ψάχνουν εδώ και μια ζωή». Κι επειδή είναι δύσκολοι καιροί για πρίγκιπες,  και μάλιστα  πλασμένους  στα μέτρα των επιθυμιών τους, συμβιβάζονται με ό,τι βρούν, προβάλλοντας επάνω του αυτό που επιθυμούν και δουλεύοντας μεθοδικά ώστε να το μεταλλάξουν... Ένα είδος αντίστροφου "συνδρόμου του Πυγμαλίωνα" δηλαδή.
 Και θα κλείσω, για να πάρουμε και τα ίσα μας λίγο, μ’ ένα τραγούδι αντρικού πληγωμένου εγωισμού, άλλωστε ο πληγωμένος εγωισμός και η ερωτική ματαίωση δεν έχουν φύλο.  Το τραγουδάκι είναι του θείου Λίο, αλλά εδώ το διασκευάζει ο ξάδερφος, ο Νίκ…


Υ.Γ.: Την προηγούμενη φορά που αφιέρωσα μια ανάρτηση στην ανάλυση ενός τραγουδιού, είχα την τιμή και την τύχη να την διαβάσει η δημιουργός του και να της αρέσει… Ελπίζω, αν τυχόν ποτέ η Μαριανίνα Κριεζή το διαβάσει αυτό, να μην με περάσει για φαλλοκρατικό γουρούνι. «Κακός Λύκος» είμαι, άλλωστε…
 

3 σχόλια:

zeta stavropoulou είπε...

πολύ ωραίο το κείμενο, με χαρά διαπιστώνω ότι υπάρχουν άνθρωποι που περιλαμβάνουν στο σχολικό πρόγραμμα και στοιχεία "εκτός προγράμματος"!

Kakos Lykos είπε...

Σ' ευχαριστώ πολύ... Κυρίως για τα εισαγωγικά στο εκτός προγραμματος.

Ανώνυμος είπε...

Hello. And Bye.