Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Τρίτη, 4 Δεκεμβρίου 2012

Ιστορίες καθημερινής τρέλας, μέρος 1ο: "Η φόνισσα" (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης) και "Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ" (Δημήτρης Χατζής)

"Γυναίκες στα πρόθυρα νευρικής κρίσης" ήταν ο αρχικός τίτλος αυτής της ανάρτησης (που, μεταξύ μας, "γιοφύρι της Άρτας" θα έπρεπε να ονομάζεται, τόσον καιρό που παλεύω να βρω χρόνο να τη φτιάξω). Δεν θα ήταν ακριβής όμως, καθώς οι συγκεκριμένες γυναίκες ξεπέρασαν κατά πολύ τα πρόθυρα της νευρικής κρίσης...
    (Να ξεκαθαρίσω ότι αυτή η ανάρτηση είναι αλληλένδετη με τον δεύτερο μέρος της που μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Αρχικά επρόκειτο  να υπάρξει μόνο μια ανάρτηση και διαχωρίστηκε μόνο για τεχνικούς λόγους.)
  Θεώρησα σκόπιμο τελειώνοντας την ενότητα τα "Φύλα την λογοτεχνία" να συνεξετάσουμε (στο βαθμό που συναντιούνται) και να διερευνήσουμε (κατά τα λοιπά) δυο κείμενα οι ηρωίδες των οποίων ξεπέρασαν τα όρια της λογικής, "ψήλωσε ο νους τους", όπως γλαφυρά λέει ο Παπαδιαμάντης για τη δική του ηρωίδα. Πρόκειται για τη "Φόνισσα" του προαναφερθέντος Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και για την "Ιζαμπέλα Μόλναρ" του Δημήτρη Χατζή. Πρόθεση της ανάρτησης δεν είναι να καλύψει πλήρως κι εξαντλητικά το θέμα, αλλά να παρουσιάσει ένα γενικό πλαίσιο θίγοντας, περισσότερο ή λιγότερο,  μερικά βασικά στοιχεία των ομοιοτήτων και των διαφορών των δυο κειμένων.
    Οι ομοιότητες ξεκινάνε από τον τίτλο ήδη. Θα υπάρξει φόνος. Στο κείμενο του Παπαδιαμάντη ή έμφαση δίνεται στο πρόσωπο, ενώ στον Χατζή στην πράξη (κι υπάρχει και μια μικρή ασάφεια εφόσον δεν δηλώνεται καθαρά εάν η Μόλναρ είναι ο θύτης ή το θύμα...). Από τον τίτλο καταλαβαίνουμε, επίσης, την ταυτότητα και το φύλο των βασικών χαρακτήρων...
Διαβάζοντας τα κείμενα, εμφανίζεται ολοκάθαρα και η βασικότερη ομοιότητα. Και στα δυο διηγήματα βασικοί χαρακτήρες είναι δυο γυναίκες οι οποίες, βιώνοντας μια σειρά αντιθέσεων, οδηγούνται στο έγκλημα και στην τρέλα (ή ίσως, στην τρέλα και στο έγκλημα) και πληρώνουν το τίμημα με τη ζωή τους...
  Οι διαφοροποιήσεις ξεκινούν ήδη από το είδος του αφηγητή αλλά και τον σκοπό συγγραφής του κειμένου. Ο Παπαδιαμάντης έχει σκοπό την απόδοση ενός δαιμονικού χαρακτήρα που ξεπερνά το απλοϊκό και  εξωραϊσμένο της τυπικής ηθογραφίας της ελληνικής υπαίθρου. Έτσι, ο αφηγητής του είναι τριτοπρόσωπος, εξωδιηγητικός,  ρεαλιστικά (ως προς την τεχνοτροπία) αποστασιοποιημένος. Γνωρίζει τα πάντα για τις σκέψεις και τα συναισθήματα της ηρωίδας του αλλά και για τα στάδια της τρέλας της και μας τα παρουσιάζει με ανατομική ακρίβεια... Το κείμενο του Χατζή είναι μια ιδιότυπη μείξη δοκιμίου και διηγήματος, το περιεχόμενο του οποίου φαίνεται να είναι σε κάποιο βαθμό αυτοβιογραφικό,  και πρόθεση του είναι να εξερευνήσει τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην τέχνη και τη ζωή. Διαλέγει, λοιπόν, έναν πρωτοπρόσωπο ομοδιηγητικό (στα όρια του αυτοδιηγητικού) αφηγητή με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Στη "Φόνισσα" γνωρίζουμε από την αρχή την τρέλα της Φραγκογιαννούς και περιμένουμε (μας έχει προετοιμάσει ο τίτλος)  πως και πώς θα εκδηλωθεί. Στο "Φονικό..." ο αφηγητής έχει δυο φωνές με διαφορετική οπτική γωνία η καθεμιά. Γνωρίζει βέβαια ως αφηγητής τι πρόκειται να συμβεί όταν αφηγείται την ιστορία, ως πρόσωπο της ιστορίας, όμως, δε γνωρίζει τι θα γίνει παρακάτω κι έτσι έχουμε μια ιδιότυπη μίξη εξωτερικής και εσωτερικής εστίασης, εφόσον στο πρώτο μισό, μέχρι τον φόνο, ο αφηγητής θυμίζει αφηγητή αστυνομικής ιστορίας και μας παρουσιάζει τα γεγονότα της αφήγησης με βάση τα γεγονότα που γνωρίζει ο ίδιος τότε ως πρόσωπο της ιστορίας σκορπώντας πού και πού κάποιες αχνές νύξεις (τόσο αχνές που μπορεί να είναι και ιδέα μου... :P) για την τρέλα της Μόλναρ, την οποία αντιλαμβανόμαστε όταν τελικά εκδηλώνεται με την δολοφονία του συζύγου της.
    Μια άλλη βασική διαφορά είναι το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ζουν οι ηρωίδες. Το οποίο βέβαια είναι τόσο διαφορετικό ώστε θα μου επιτρέψετε από το σημείο αυτό να σχολιάσω ξεχωριστά τα δυο κείμενα, αρχίζοντας από το παλαιότερο...
Μαζί με τον κατά τ' άλλα σατανικό Χάνιμπαλ Λέκτερ,

τυγχάνει να είναι από τους πιο συμπαθείς μας serial killer η "Φόνισσα", λιγότερο  γνωστή ως  "Φραγκογιαννού", ακόμα λιγότερο γνωστή ως "Χαδούλα". (Και το γεγονός αυτό δεν είναι τυχαίο, εφόσον προδίδει σε ποια από τις τρεις ιδιότητες της εστιάζουμε περισσότερο. Πρώτα στη δολοφόνο, μετά στη σύζυγο και στο τέλος στη γυναίκα...) και δεσπόζει στην αφήγηση, καθώς κάθε άλλο πρόσωπο εμφανίζεται όσο καιρό έχει επαφή μαζί της είτε ως θύμα είτε ως διώκτης της. Πριν γίνει, όμως, "Φόνισσα" και "Φραγκογιαννού" ήταν γυναίκα, η Χαδούλα. Και ζούσε σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο ως γυναίκα δεν είχε και πάρα πολλές εναλλακτικές, πράγμα που βίωσε ως νεαρή κοπέλα με την υπέρ των αδερφών της αδικία που υπέστη από την οικογένεια της στον διαμοιρασμό της περιουσίας, γεγονός που φαίνεται ότι την επηρέασε βαθύτατα, αν κρίνουμε από τα (σαρκαστικά;) τελευταία της λόγια στη θέα του προικώου χτήματος. Η γυναικεία φύση της την ταλαιπωρεί ως "Φραγκογιαννού", ούσα αναγκασμένη να υπηρετεί (κι εδώ θυμόμαστε τον Λασκαράτο) έναν άνθρωπο από τον οποίο υπερέχει αισθητά, όχι μόνο εξαιτίας της αδύνατης προσωπικότητας εκείνου, αλλά - και κυρίως - εξαιτίας του δικού της ισχυρού χαρακτήρα (χαρακτηριστικό του οποίου το περιστατικό στην τελική της καταδίωξη, όταν, διαβαίνοντας ένα επικίνδυνο πέρασμα, εξαναγκάζει τους διώκτες της να αποπειραθούν ανεπιτυχώς να την ακολουθήσουν, επειδή φοβούνται να τους "βάλει κάτω μια γυναίκα") και συνεχίζει τη ζωή της ως μάνα, πεθερά, γιαγιά υφιστάμενη τις ίδιες ταλαιπωρίες στις οποίες την έχει καταδικάσει η γυναικεία φύση της. Πρόκειται όμως για έναν ιδιαίτερα ικανό και  παρατηρητικό άνθρωπο,  με σκέψη η οποία έχει την ικανότητα να προχωρά σε γενικεύσεις, πράγμα που την κάνει να αντιληφθεί ότι η ζωή της και οι δυστυχίες της είναι ο κανόνας για κάθε γυναίκα κι όχι η εξαίρεση. Η Ελισάβετ Μουτζάν φτάνοντας στο ίδιο συμπέρασμα περιορίστηκε, γράφοντας την "Αυτοβιογραφία" της, σε ένα κείμενο ήπιας διαμαρτυρίας. Η Χαδούλα είναι πιο ενεργητικός τύπος... Και φτάνει στον φόνο.
(Η ταινία του Κώστα Φέρρη γυρίστηκε, όπως έμαθα, στο Βαθύ των Μεθάνων)

   Θα μπορούσε κάποιος να παρατηρήσει ότι στις ίδιες συνθήκες έζησαν πολλές άλλες γυναίκες αλλά καμιά δεν έφθασε στην βρεφοκτονία. Στο σημείο αυτό ο Παπαδιαμάντης συναντά την βασική αρχή του νατουραλισμού, ότι ο άνθρωπος δεν είναι ελεύθερος. γιατί δεσμεύεται από τις κοινωνικές επιταγές, και δεν είναι ηθικός. γιατί άγεται και φέρεται από τις εσωτερικές του παρορμήσεις. (Ωστόσο, να σημειωθεί ότι τα, τυπικά στην πρόζα του Παπαδιαμάντη, λυρικά στοιχεία μας απαγορεύουν να χαρακτηρίσουμε τη "Φόνισσα" αμιγώς νατουραλιστικό πεζογράφημα...). Η Φραγκογιαννού δεν είναι αθώα. Γίνεται δολοφόνος, γιατί μπορεί να γίνει... Δολοφονεί όμως, όχι όπως η πρωταγωνίστρια στη βασιζόμενη σε πραγματικά περιστατικά ταινία"Monster" η οποία μέσα από τους φόνους ανδρών έψαχνε στη βία την εκδίκηση για τη βία την οποία η ίδια είχε υποστεί. Η Φραγκογιαννού σκοτώνει, επειδή υποφέρει από ένα ιδιότυπο "σύνδρομο της 
Στοκχόλμης". Στην προσπάθειά της να επιβιώσει ως γυναίκα στην κοινωνία, ταυτίζεται με την άποψη της κοινωνίας για τις γυναίκες και την πάει στα άκρα... Έτσι οι φόνοι της έχουν διττό σκοπό. Αφενός να "γλυτώσουν" τις οικογένειες των θυμάτων από τις ταλαιπωρίες που θα προκύψουν από τις κόρες τους, κι αφετέρου να "γλυτώσουν" τα ίδια τα κοριτσάκια που σκοτώνει από τις ταλαιπωρίες που θεωρεί ότι τα περιμένουν, ώστε να αποφύγουν τις ματαιώσεις που η ίδια υπέστη... (Να σημειωθεί πάντως, ότι η θηλεοκτονία είναι μια πράξη συνήθης σε κοινωνίες στις οποίες ο ρόλος της γυναίκας είναι υποβαθμισμένος. Ο πατέρας μου θυμάται ότι άκουγε τη γιαγιά του να προσφωνεί τις νέες κοπέλες με το προσωνύμιο "θαμμένες" και είκαζε ότι η προσφώνηση αυτή αποτελεί γλωσσική επιβίωση παλαιοτέρων πρακτικών τέτοιου είδους. Και στη σύγχρονη Κίνα,  ο θάνατος ή έκθεση σε  όσα κορίτσια γεννιόνταν πριν την άφιξη του πολυπόθητου αρσενικού διαδόχου υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιτικής του ενός παιδιού ανά οικογένεια ως μέσου ελέγχου των γεννήσεων).  Κι η ίδια στο μυαλό της αισθάνεται αθώα και βλέπει τις πράξεις να περιβάλλονται με ένα φωτοστέφανο φιλανθρωπίας. Γνωρίζει βέβαια -ίσως από ένστικτο αυτοσυντήρησης- ότι κανείς δεν πρέπει να μάθει για αυτές και είναι αλήθεια ότι στην αρχή τουλάχιστον έχει επίγνωση ότι αυτό που έκανε είναι τουλάχιστον αμφιλεγόμενο ηθικά κι αισθάνεται κάποιες ενοχές, τις οποίες φροντίζει όμως  να παρακάμψει μέσω μιας, τυπικής για περιπτώσεις παρανοϊκών που θεωρούν ότι εκτελούν θείο έργο, αυτεκπληρούμενης προφητείας, ερμηνεύοντας καταπώς τη συμφέρει ένα τυχαίο γεγονός. Μετά το "σημάδι του Αι-Γιάννη" δεν έχει πια τον παραμικρό ενδοιασμό. Κι επειδή ακριβώς αισθάνεται αθώα, τρέπεται σε φυγή μετά την αποκάλυψη των πράξεών της, συνεχίζοντάς τες παράλληλα...Κι αισθάνεται τόσο αθώα που καταφεύγει στο νησί σίγουρη ότι ο καλόγηρος που βρίσκεται εκεί και θα την συγχωρήσει ως εκπρόσωπος του θεού, και ως άνθρωπος θα τη βοηθήσει να διαφύγει... Και στο σημείο αυτό εν είδει παρέκβασης θα μου επιτρέψετε να τονίσω την τραγική ειρωνεία... Η Φραγκογιαννού πνίγεται επειδή είναι γυναίκα. Η Ελισάβετ Μουτζάν θεωρούσε τα γυναικεία της φορέματα "σκλαβία" και  την πνίγαν ... Η Ελένη Αλταμούρα χρειάστηκε να τα βγάλει για να κερδίσει την ταυτότητα της που πνιγόταν μέσα τους... Τη Φραγκογιαννού την πνίγουν στην κυριολεξία... Εν είδει προοικονομίας, η Φραγκογιαννού έχει την πρόνοια και την ευφυΐα να βγάλει τα βαριά της ρούχα όταν έπεσε στη στέρνα για να σώσει υποτίθεται τα κοριτσάκια. Στο τέλος, όμως, δεν έχει καθαρό μυαλό ούτε και χρόνο, και πέφτει με τα ρούχα στη θάλασσα για να προλάβει την παλίρροια... Και πεθαίνει μεταξύ "θείας και ανθρώπινης δικαιοσύνης", όπως παρατηρεί ο αφηγητής.
    Όσο κι αν αισθάνεται αθώα πάντως η Φραγκογιαννού, αναμφίβολα έχει ευθύνες για αυτό που έγινε. Ούτε κι η κοινωνία είναι άμοιρη ευθυνών όμως... Σε όλη τη διάρκεια της ζωής της και σε όλη τη διάρκεια της νουβέλας, η Φραγκογιαννού επιδεικνύει σειρά ικανοτήτων: ευφυΐα, προσήλωση στον στόχο της, επιμονή, τόλμη, ετοιμότητα, ευστροφία, εφευρετικότητα. Όλα αυτά, όμως, κατασπαταλήθηκαν εξαιτίας του φύλου της. Είναι ευθύνη της κοινωνίας αν δε δίνει ευκαιρίες σε ανθρώπους σαν την Φραγκογιαννού τις ικανότητες αυτές να τις στρέψουν προς το καλό. Έστω κι αν υποθέσουμε ότι η άνεση με την οποία η Φραγκογιαννού δολοφονεί προδίδει έλλειψη ηθικών φραγμών, αν ζούσε σε μια κοινωνία στην οποία θα μπορούσε να πετύχει κάποιας μορφής καταξίωση ίσως να να μην εκδηλωνόταν η έλλειψη φραγμών, προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο η καταξίωση. Στην ψευδοϊστορική ταινία "Μάξ" (σόρρυ, δεν βρήκα τρέιλερ...), το 1918, στην ηττημένη στον Α' Παγκόσμιο και παρακμάζουσα Γερμανία, ένας γερμανοεβραίος έμπορος τέχνης, βετεράνος και ο ίδιος του πολέμου, εντυπωσιάζεται από τη δύναμη των έργων ενός άσημου αυστριακού ζωγράφου εν ονόματι Χίτλερ. Κανονίζει να συναντηθούν για να του οργανώσει μια έκθεση αλλά του επιτίθενται ναζιστές (εμπνευστής των οποίων είναι ο Χίτλερ) και δεν πάει ποτέ στο ραντεβού, προκαλώντας αισθήματα ματαίωσης στον φέρελπι ζωγράφο και ωθώντας τον να ασχοληθεί αποκλειστικά με την πολιτική... Η συνέχεια είναι γνωστή. Κάπως έτσι κι η Φραγκογιαννού έγινε δολοφόνος, γιατί η κοινωνία της εποχής της δεν θα μπορούσε να της επιτρέψει, ως γυναίκα,  να γίνει η Μέρκελ... Ή η Μητέρα Τερέζα, η Μαντόνα, η Μαρία Κιουρί, η...  Η Ιζαμπέλα Μόλναρ, έστω...
Αλλά για αυτήν θα μιλήσω στην επόμενη ανάρτηση. Μέχρι τότε, ας αφιερώσουμε στην Φραγκογιαννού ένα τραγουδάκι...


Συνεχίζεται...

Δεν υπάρχουν σχόλια: