Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Σάββατο, 3 Νοεμβρίου 2012

"Η προίκα" - Ανδρέα Λασκαράτου Vs "Οι ομολογίες" - Παραδοσιακό σμυρναίικο

  Ας συνεχίσουμε, λοιπόν, την πλοήγηση μας στο πώς  παρουσιάζεται το - γυναικείο ειδικά- φύλο στη λογοτεχνία με το βαθύτατα ανθρωπιστικό, προοδευτικό και πρωτοποριακό για την εποχή και τον τόπο του (εκείνον που καταδίκασε σε πνευματικό και ψυχολογικό μαρασμό την Ελισάβετ Μουτζάν υπενθυμίζω) πόνημα του Ανδρέα Λασκαράτου "Η προίκα", γραμμένο  περίπου 95 χρόνια πριν δοθεί δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες και 130 πριν  καταργηθεί νομικά η υποχρέωση της προικοδότησης και αναγνωριστεί η ισότητα των φύλων.
   Για αυτές τις, ρηξιλέλευθες για την εποχή του και αυτονόητες σήμερα,  ιδέες του υπενθυμίζεται ότι ο Λασκαράτος κυνηγήθηκε ανηλεώς κομφορμιστική κοινωνία και αφορίστηκε από την Εκκλησία, διατηρώντας ωστόσο ακέραιο το χιούμορ του παρά τις κακουχίες, όπως δηλωνει το σχόλιο του για τον αφορίσμο του: "Κρίμα που δεν αφόρισαν και τα παπούτσια μου..."  (Σύμφωνα με τις λαικές δοξασίες το σώμα του αφορισμένου δεν λιώνει μετά το θάνατο του, μια δοξασία που ακόμα τρομοκρατεί κάποιες φορές  τους συγγενείς όσων πέθαναν μετά από αρρώστια και φοβούνται ότι φαρμακευτική αγωγή θα επηρεάσει και θα καθυστερήσει το λιώσιμο του νεκρού, με αποτέλεσμα στην ανακομιδή να αντιμετωπίσουν την κατακραυγή του "πλήθους", καθώς, τάχα, ήταν ιερόσυλος ο νεκρός, εξ ου και  το άλιωτο σώμα... Παρέκβαση και μάλιστα και λίγο γκραν γκινιόλ!!!) Με τον ίδιο σαρκαστικό και φιλοπαίγμον  ύφος  και σατιρική διάθεση (ο κατά τι νεώτερος  Ροΐδης ευχαριστεί και τα σημειώνει...),αλλά και με τη νηφαλιότητα  που αποπνέει η έκφραση του βιωμένου συναισθήματος  και την απηλλαγμένη από υπεραπλοστεύσες απλότητα του γνώστη, διαπραγματεύεται και το θέμα της προίκας. 
Η Χρυσομαλλούσα φτιάχνει την προίκα της
   Αρχικά  περιγράφει την κατάσταση που επικρατεί. Οι γονείς μεγαλώνουν τις κόρες τους σα δούλες, προεκιμένου να αποκτήσουν από τις στερήσεις τους τα αναγκαία για την προίκα τους. Μετά το γάμο τους συνεχίζουν να δουλεύουν σα δούλες και μεγαλώνουν τις κόρες τους με τον ίδιο τρόπο που μεγάλωσαν κι αυτές... Και προς τι όλα αυτά?
    Στην συνέχεια ανασκευάζει το βασικό επιχείρημα των γονιών τέτοιου είδους το οποίο σχηματικά συνοψίζεται στα εξής: "Αν δεν προικίσω την κόρη μου, δεν θα θέλει να την παντρευτεί κανείς ".  Ο Λασκαράτος παρατηρεί, στον πνεύμα της λαϊκής παροιμίας "κουκιά τρώμε, κουκιά μαρτυράμε", ότι μια τέτοια αντιμετώπιση ταιριάζει σε εμπορικές συνάλλαγες και άρα ο ίδιος ο γονιός είναι υπεύθυνος αφού ώς τέτοια αντιμετωπίζει τον γάμο της κόρης του.Γιατί στην περίπτωση του γάμου δεν έχουμε να κάνουμε με σφαχτάρια. 
Τ  ο να καυτηριάζουμε κάτι κακό είναι το εύκολο, το δύσκολο είναι να προτείνουμε και λύσεις. Κι ο Λασκαράτος δεν το παραλείπει. Η σωστή ανατροφή και η παροχή παιδείας  είναι η βασική υποχρέωση των γονιών, ώστε  η κόρη τους να γίνει ο ολοκληρωμένος άνθρωπος που θα μπορεί να επίλεξει ελεύθερα εκείνον τον άντρα που θα την αντιμετώπιζει ως σύντροφο του και όχι ως επένδυση. 
    Σημειώνεται ότι ο Λασκαράτος υπήρξε ένας εξαιρετικά δημοκρατικός οικογενειάρχης, βαθύτατα ερωτευμένος με την γυναίκα του  κι ότι την αντιμετώπιζε με τον αυτονόητο σημερα  σεβασμό που πρέπει  να έχει κάποιος  στο σύντροφο της ζωής του. Ίσως αυτή η συνέπεια λόγων και πράξεων και η ανταπόκριση στο συναίσθημα ευθύνης στο χρέος του πνευματικού ανθρώπου να αποτελεί ένα είδος αναδρομικής ηθικής δικαίωσης για τον Λασκαράτο, εφόσον τους διώκτες του κανείς δεν τους θυμάται, ενώ για κείνον γράφεται - έστω- ετούτο το βιαστικό κι ελαφρά κακογραμμένο κείμενο... 
   Διαφορετικά είναι τα πράγματα στις "Ομολογίες", μια παλιότερη παραδοσιακή μελωδία της Σμύρνης που ενδύθηκε τη δεκαετία του 1920 με στίχους που απηχούν την επικαιρότητα της εποχής και  πρωτοδισκογραφήθηκε από τον  Κώστα Καρίπη το 1928. 


   Υπενθυμίζεται ότι με την Μικρασιατική Καταστροφή και την υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών έναμιση εκατομμύριο πρόσφυγες μετακινήθηκαν αναγκαστικά στην Ελλάδα (οπού δεν συναντήθηκαν στο ελάχιστο με  την πατροπαράδοτη ελληνική φιλοξενία από μεγάλο μέρος του ντόπιου πληθυσμού που τους θεωρούσε υπέυθυνους για όλα τα κακά της μοίρας του- σας θυμίζει τίποτα;- , τους αποκαλούσε "Τουρκόσπορους", αμφισβητούσε την σεξουαλική τους ηθική, για να το θέσω κομψά, και άλλα τέτοια ευγενικά ) και τους δόθηκε από το ελληνικό κράτος μια σειρά από "Ομολογίες" ως οικονομική βοήθεια για την απώλεια  των περιουσιών τους, έναντι της μή παραχώρησης των περιουσιών των μουσουλμάνων προσφύγων που έφυγαν από την Ελλάδα. Αυτές τις ομολογίες στοχεύοντας ο ερωτευμένος νέος του τραγουδιού, επιδαψιλεύει στην αγαπημένη του το απαύγασμα της αγάπη του. Την απειλεί ότι, εάν δεν του δώσει η μάνα της ότι έχει συμφωνήθει  ως προίκα, θα της κάνει "φιλική" επίσκεψη στο σπίτι της, ότι χωρίς αυτές είναι άξια μόνο για πνίξιμο στο Φάληρο, ότι θα παντρευτεί μια άλλη "ομολογιούχα", ότι θα μείνει στο ράφι και άλλα τέτοια ερωτόλογα. 
 Σημειώνεται  ότι υπάρχει και ένα ακόμα παρεμφερές τραγούδι, γραμμένο από τον Παναγιώτη Τούντα κατά μίμηση  των σμυρναίικων,  με τίτλο "Θε΄να πά στους Ποδαράδες". Σ΄αυτό, ο - πραγματικά και όχι σαρκαστικά αυτή τη φορά- ερωτευμένος νέος  παραγγέλνει στην αγαπημένη του ότι θα πάει το βράδυ να την κλέψει. Στο τέλος όμως αποκαλύπτεται ότι η απαγωγή της κοπελιάς έχει κι άλλες προεκτάσεις, παρόμοιες με εκείνες του Ανδρέα στην "Τιμή και το Χρήμα". Εκτός από έκφραση της αγάπης του είναι κι ένα μέσο πίεσης στη μάνα της κοπέλας για να του δώσει "τα λεφτά". "Όλες τις ομολογίες κι άλλα τόσα μετρητά".


  Στην πραγματικότητα βέβαια, οι πρόσφυγες με τα συγκεκριμένα τραγούδια  σάρκαζαν, από ένα σημείο και μετά,  τον έμπαιμγο που αντιμετώπισαν από το ελληνικό κράτος, καθώς σύντομα οι επίζηλες αυτές ομολογίες έχασαν τον μεγαλύτερο μέρος της αξίας τους...

Υ.Γ. κι ανεκδοτάκι μπας και φέρουμε το χειμώνα που αργεί πεισματικά...
Δύο χωριάτες συζητούν:
- Πως πάει η κόρη σου;
- Καθόλου καλά! Πέρασαν δύο μήνες από το το γάμο και ο γαμπρός έφαγε όλη την προίκα που της έδωσα.
- Σοβαρά! Αυτό δεν έχει ξαναγίνει. Τι προίκα της έδωσες;
- Μία προβατίνα,ένα κατσίκι και πέντε κότες!

Δεν υπάρχουν σχόλια: