Για το "μπαρ"

Όποιος μπήκε γιατί νομίζει ότι είναι υποχρεωτικό...
Να την "κάνει"!
ΤΩΡΑ!!!!!!!!!!!!!!!

(Εκτός από όταν δεν έχουμε βιβλία... Τότε είναι υποχρεωτικό... Για γκελ μπουρντά, καμάρια μου!)

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

"Kuro siwo" - Νίκος Καββαδίας vs "Η πόλη" - Κωνσταντίνος Καβάφης

  O Νίκος Καββαδίας είναι ο ...  αμήχανα αγαπημένος ποιητής του ιστολογίου.
    Με την έννοια ότι ο γράφων ποτέ δεν υπήρξε  σίγουρος ότι έγινε κάτοχος εκείνης της ασφάλειας που νοιώθει κανείς, όταν αισθανθεί ότι  εισήλθε κάπως στο σύμπαν ενός ποιητή και αντιλήφθηκε τις παραμέτρους που το καθορίζουν (ως ορεσίβιος τα πρώτα χρόνια της ζωή μου, η θάλασσα υπήρχε για να γεμίζει τον ορίζοντα).  Απ' την άλλη,  δεν έμεινε αμέτοχος στην εξωτική γοητεία και την υπαρξιακή εντέλει χροιά των ποιημάτων του. Και με αυτή την τελευταία θα ασχοληθούμε σ' αυτή την ανάρτηση, καθότι τυγχάνω περισσότερο εξοικειωμένος μ' αυτό παρά με την θάλασσα...
   Το ιστολόγιο έχει ασχοληθεί  σε δυο αναρτήσεις (τις οποίες μπορείτε να διαβάσετε εδώ και εδώ, μαζί με πληροφορίες για τον ποιητή και συνδέσμους σε άλλες σχετικές σελίδες) με το ποίημα το Καββαδία "Οι γάτες των φορτηγών", το οποίο ερμηνεύθηκε ως μια σπουδή πάνω στον έρωτα και τον θάνατο.  Εδώ θα ασχοληθούμε με το ποίημα "Kuro siwo"  εκκινώντας με την ακρόαση της  πολύ γνωστής μελοποίησης του από το Θάνο Μικρούτσικο, αλλά - για αλλαγή- με τον Μίλτο Πασχαλίδη, αγαπημένο της συνσυντάκτριας του ιστολογίου τούτου, και τη Ροδίτισσα οργανίστρια του...  κανονικά από τον Κούτρα αφού η εκδοχή με τον Πασχαλίδη εξαφανίστηκε από το Διαδίκτυο...

  Ο τίτλος του ποιήματος προέρχεται από το όνομα του ωκεάνιου ρεύματος του Ειρηνικού Ωκεανού (Κούρο Σίβο στα γιαπωνέζικα σημαίνει"Μαύρο κύμα", η ονομασία προέρχεται από το χρώμα των
Το 1 και το 2
νερών του ρεύματος).  Εγκυκλοπαιδικά να πούμε μόνο ότι το Κούρο Σίβο είναι το δεύτερο γρηγορότερο ρεύμα μετά το "Ρεύμα του Κόλπου" (Golf stream) στον Ατλαντικό και επιτελεί την ίδια ευεργετική λειτουργία μ' αυτό. Όπως το Ρεύμα του Κόλπου μεταφέρει θερμά νερά από τους τροπικούς προς τον Βόρειο Πόλο επηρεάζοντας προς το πιο εύκρατο και   φιλόξενο για τον άνθρωπο το κλίμα της Δυτικής και Βόρειας Ευρώπης, έτσι και το Κούρο Σίβο, με την ίδια διαδικασία και τα ίδια αποτελέσματα,  επηρεάζει την Ανατολική Ασία και ιδιαίτερα τα νησιά της Ιαπωνίας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να διαβάσετε  εδώ.
     Για να επιστρέψουμε στο ποίημα, το γεγονός ότι το ρεύμα του δίνει το τίτλο φανερώνει ότι η σημασία του είναι ιδιαίτερη. Ας πούμε, λοιπόν, ότι σε ένα πρώτο επίπεδο ταυτίζεται με την έννοια του θαλάσσιου δρόμου, αναφορά που εκπορεύεται και από την ίδια τη ζωή του ποιητή, ο οποίος πέρα από το επάγγελμα του ναυτικού που ασκούσε, γεννήθηκε κιόλας στη Μαντζουρία, μια περιοχή που βρέχεται από την θάλασσα που περιέχει το Κούρο Σίβο...
  Το "Kuro siwo" -άτυπα και λιγάκι περιττά-  μπορεί να χωριστεί σε δυο ενότητες που τελειώνουν με μια αναφορά στον μπούσουλα, ναυτική λέξη που σημαίνει, αρχικά, πυξίδα και, κατ' επέκτασιν, προσανατολισμός, Ο μπούσουλας μαζί με το Κούρο Σίβο, αποτελούν  λέξεις -κλειδιά.  Στην πρώτη ενότητα υπερισχύει το παρελθόν και στη δεύτερη το παρόν.
 Σε όλο το ποίημα το ποιητικό υποκείμενο, ένας πρωτοπρόσωπος αφηγητής  (δοθείσης της αφηγηματικότητας του ποιήματος δεν είναι αδόκιμη η χρήση του όρου),  εναλλάσσει το  α' ενικό με το  β' ενικό πρόσωπο, απευθυνόμενος  ωστόσο στον εαυτό του, για να καταλήξει να μιλάει σε  α' πληθυντικό. Κατορθώνει έτσι, κατα αντίστοιχη σειρά,  να διατηρήσει και την αυθεντικότητα της μαρτυρίας,  και την εξομολογητική διάθεση (και παράλληλα την δήλωση της μοναξιάς, της απουσίας οικείου προσώπου  για να μιλήσει),  και, τέλος, να γίνει φορέας μιας συλλογικότητας,  ενός "εμείς" που ξεπερνάει, όπως θα δούμε, τα όρια του πληρώματος ενός  καραβιού ή του επαγγέλματος του ναυτικού.
Η Γέφυρα του Αδάμ απο ψηλά
  Το σύνολο του ποιήματος  στοιχειώνεται από μνήμες της ποιητικής φωνής, άλλες προερχόμενες από από τις θαλασσινές του εμπειρίες κι άλλες στεριανές,  οι οποίες διαπλέκονται αξεδιάλυτα με την θύμηση μια ερωτικής γυναικείας μορφής που φθίνει ολοένα παραμένοντας πάντα παρούσα. Κάθε ανάμνηση του αφηγητή μοιραία και αναπόφευκτα τον  οδηγεί στο τώρα του. 'Έτσι,  στην αρχή θυμάται το πρώτο του ταξίδι προς την Κίνα, τις δυσκολίες και τους κινδύνους, είτε από ασθένειες είτε από τις ιδιαιτερότητες της θάλασσας,  αλλά και τα λόγια που του είπανε κάποτε στην Αθήνα (Συμβουλές? Προειδοποιήσεις? Απειλές? Ποιος ξέρει... ) και τις οποίες ποτέ δεν ξέχασε όσο μακριά κι αν πήγε ["πέρα από τη γέφυρα του Αδάμ στην νότια Κίνα", περιοχή από την οποία ξεκινάει, παρεμπιπτόντως το Κούρο Σίβο] αλλά και που δεν στάθηκαν ικανές να τον εμποδίσουν  να πάει. ...  Έπειτα περιγράφει πώς η ναυτική ζωή ουσιαστικά εμποτίζει τον άνθρωπο, ξεκινώντας από τις μυρουδιές των καραβιών που κολλούν στο δέρμα του και φτάνουν ως την ψυχή του.Το ίδιο έντονη παραμένει στη μνήμη του η  μορφή μιας "γυναίκας  λησμονημένης με τοση φρόνηση και τόσο κόπο" κι ωστόσο ακόμα αλησμόνητης,  και τα λόγια της, λόγια που επισημαίνουν την έλλειψη προσανατολισμού στη ζωή του αφηγητή, καθώς, βλέποντας την πυξίδα να γυρνάει, μπερδεύεται και νομίζει ότι είναι το καράβι, νομίζει δηλαδή πως αλλάζει κατεύθυνση η ζωή του, πλην είναι μια ψευδαίσθηση.  Γιατί η ζωή του βρίσκεται μέσα στη σύγχυση και την αβεβαιότητα και την αμηχανία, ναυτικός γαρ. Η επιθυμία της γυναίκας αυτής παραμένει έντονη, αλλά όχι τόσο όσο να τον απομακρύνει από τη θάλασσα. ("Το χέρι σου που χάιδεψε τα λιγοστά μαλλιά μου για μια στιγμή αν με λύγισε, σήμερα δε με ορίζει" λέει αλλού. )
  Κι ως ναυτικός, στην επόμενη στροφή, αφού κάνει αναφορά στις απότομες αλλαγές του καιρού, αναφέρει την άσχημη ψυχολογική του κατάσταση την οποία, όπως αναφέρει στον επόμενο στίχο επανερχόμενος σε α' πρόσωπο, επιτείνουν ο θάνατος των παπαγάλων του και ενός πιθήκου, υποκατάστατων ουσιαστικά  των δικών του ανθρώπων που ζουν στη στεριά (θυμόμαστε και πως αντιδρούν οι ναυτικοί όταν πεθαίνουν οι γάτες τους, οι οποίες, επιπλέον,  υποκαθιστούν και την γυναικεία συντροφιά...).
  Η τελευταία στροφή είναι εκείνη που περιέχει τις συνειδητοποιήσεις και τα συμπεράσματα.  Η λαμαρίνα -το πλοίο δηλαδή συνεκδοχικά και, κατ' επέκτασιν, η ναυτική ζωή-  κάνει όλα τα υπόλοιπα να ξεφτίζουν, να ξεχνιούνται να χάνονται. Η διπλή στίξη και η αναδίπλωση της λέξης κάνουν αυτή την αίσθηση εντονότερη.  Καταλαβαίνει ότι είναι εκών-άκων αιχμάλωτος  του Κούρο Σίβο, των μακρινών θαλάσσιων ταξιδιών δηλαδή. Και το μόνο  που μπορεί να κάνει είναι εκείνο που του επισήμανε η μνημη της αχνής, μα επίμονης, γυναικείας φιγούρας, της ίδιας ίσως που την αρνήθηκε ξανά  σε άλλο ποίημα, όταν σχηματίστηκε η μορφή της απ' τη μνήμη και προβλήθηκε πάνω στο πούσι.  Να κοιτάει τον μπούσουλα, κι ας τον έχει χάσει (για να μιλήσουμε και λίγο μεταφορικά...) και να συνεχίζει στην ίδια πορεία .
   Μια πληροφορία για το Κούρο Σίβο - το οποίο, ας μην ξεχνάμε, τιτλοφορεί το ποίημά - μας επιτρέπει να γενικεύσουμε το περιεχόμενο του ποιήματος και να του δώσουμε σημασία παρόμοια με αυτή που έχει η πόλη στο ομότιτλο ποίημα του Καβάφη, το οποίο θα αναφερθεί παρακάτω. Η δύναμη του νερού, λοιπόν, στο Κούρο Σίβο είναι τόσο ισχυρή που κρατάει τα καράβια, όπως οι ράγες το τρένο, κι έτσι καθίσταται  εξαιρετικά δύσκολο για αυτά να στρίψουν δεξιά ή αριστερά και να του ξεφύγουν. Κάπως έτσι και η θάλασσα μαγνητίζει τον ναυτικό και τον κρατάει δικό της. Μόνο που οι στίχοι του ποιητή δεν είναι έμμετρη ηθογραφία, η περιγραφή της ζωής των ναυτικών. Δεν είναι μόνο αυτό, τουλάχιστον. Ο ποιητής μιλάει για αυτά,  γιατί αυτά γνωρίζει, αυτά  του είναι οικεία. Τα ποιήματα του Καββαδία μιλάνε για τα μεγάλα κι ανεξήγητα θέματα της ανθρώπινης ζωής και της ύπαρξης.   Είναι, λοιπόν, το Κούρο Σίβο η μοίρα των ανθρώπων, προδιαγεγραμμένη  από τα ένστικτα και τις επιθυμίες τους και/ή καθορισμένη από τις επιλογές τους, από την οποία αδυνατούν να δραπετεύσουν, παρά τις κατά καιρούς συμβουλές, προειδοποιήσεις ή και δικές τους δεύτερες σκέψεις, ακόμα κι αν τους οδηγεί αυτή σε απώλεια προσανατολισμού, σύγχυση ή αβεβαιότητα ("πώς παίζει ο μπούσουλας...").
Το μόνο που αλλάζει στο ποίημα του Καβάφη "Η πόλις" (διαβάστε το εδώ και ακούστε το μελοποιημένο από την Λένα Πλάτωνος
) είναι το εξής: Στο "Kuro siwo" το ποιητικό υποκείμενο κρατάει μια  δύσθυμη μεν, αλλά φαινομενικά συμβιβασμένη με το γεγονός ή παραιτημένη,  στωική - έστω-  στάση. Το έχει αποδεχτεί, σε κάθε περίπτωση,  με ηθική γενναιότητα.  Στο ποίημα του Καβάφη, αντίθετα,  η ποιητική φωνή προσπαθεί δυναμικά να διορθώσει ή να αλλάξει τα κακώς κείμενα, τις "Σατραπείες" στις οποίες έχει αφεθεί να ενδώσει. Αυτό συμβολίζει η μετάβαση από πόλη σε πόλη. Τελικά όμως βρίσκεται να κατοικεί στην ίδια πόλη, γιατί, όσο κι αν προσπαθεί, δεν έχει αλλάξει.  Κουβαλάει παντού μαζί του, όπως το σαλιγκάρι το καβούκι του,  αυτά που σε άλλο ποίημα (με προτροπή για παρόμοια με εκείνη  στο ποίημα του Καββαδία αντιμετώπιση) ονομάζει " τύχη που   ενδίδει", "έργα που απέτυχαν" "σχέδια  ζωής που βγήκαν όλα πλάνες".
Και κάθε  φυγή είναι αναχώρηση... (Κι η τράπεζα θεμάτων είναι εδώ)

   Κλείνοντας, μια τεχνική παρατήρηση. Ο Καββαδίας υπήρξε ο μοναδικός ποιητής της "γενιάς του '30" που χρησιμοποίησε αποκλειστικά τους τρόπους της παραδοσιακής ποίησης. Καθόλου όμως δεν μας ξενίζει αυτό. Ίσως γιατί  δεν είναι παράταιρη στην ποίηση του η τυπική και  αυστηρά καθορισμένη μορφή της παραδοσιακής στιχουργίας. Αντίθετα,  η χρήση των παραδοσιακών μεθόδων λειτουργεί ως  σχήμα  καραβιού, όμοιου μ' αυτά που πάνω τους ταξίδευε ο ποιητής, και  πάνω του ταξιδεύουν οι στίχοι του.  Η γλώσσα του  πάλι, αν και ρεαλιστική, όντας  γεμάτη από ναυτικές ορολογίες  και σε συνδυασμό με τον εξωτικό χαρακτήρα των ποιημάτων του,  λειτουργεί στο μέσο αναγνώστη, τον μη εξοικειωμένο με το γλωσσικό ιδίωμα των ναυτικών, με τον ίδιο τρόπο που λειτουργούν οι απροσδόκητες εικόνες των υπερρεαλιστών ή η χρήση της καθαρεύουσας στον Εμπειρίκο.

3 σχόλια:

Deidara είπε...

Πρώτα απ' όλα, ένα μεγάλο μπράβο για την ερμηνεία σου του ποιήματος. Κατατοπιστικότατη! Έχω πάντως μια πρόταση για τα "κούφια λόγια". Μπορεί να συνδέονται με την κοπέλα της οποίας "ο λόγος μες στο μυαλό σφυρίζει", να είναι αναφορά στα ίδια λόγια. Στην Αθήνα δηλαδή ίσως υπάρχει η εικόνα του ναυτικού που είναι έτοιμος να σαλπάρει και ακούει τα τελευταία λόγια της κοπέλας του πριν ανοιχτεί στη θάλασσα. Κούφια επειδή, όσο θερμά κι αν είναι, διότι η ζωή του ναυτικού (απόσταση, σκληρό επάγγελμα) αντενδείκνυται για τρυφερότητες. Έτσι απαντώ και στις ερωτήσεις που κάνεις σύμφωνα με το πρόσωπο που είπε τα "κούφια λόγια".

Kakos Lykos είπε...

Σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια και που συμμετείχες στο "παιχνίδι" μου με τα παιδιά μου... Πάντα πίστευα ότι τα καλά ποιήματα είναι εκείνα που μπορούν να στηρίξουν ποικίλες ερμηνείες...

Ανώνυμος είπε...

Hello. And Bye.